ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ,ΣΤΗΝ ΑΝΕΜΗ ΤΥΛΙΓΜΕΝΗ, ΔΩΣΤΗΣ ΚΛΩΤΣΟ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙ Ν' ΑΡΧΙΝΙΣΕΙ
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010
“Aσαλάτου-αλαζάιν” - Αραβικό παραμύθι
Γιατί άραγε; Ποια είναι η ιστορία του;
Λένε λοιπόν πως πολύ παλιά ο φτωχός ραφτάκος ζούσε μόνος του χωρίς γυναίκα και χωρίς παιδιά. Περνούσε τις μέρες του καθιστός να ράβει κελεμπίες και καφτάνια. Όταν κουραζόταν έπεφτε να κοιμηθεί για να ξυπνήσει με την αυγή, να καλέσει τους ανθρώπους για προσευχή, και ζητούσε απ’ τον Αλλάχ να του δώσει μια σύζυγο κι ένα ευτυχισμένο σπίτι.
Μια μέρα λοιπόν κι ενώ ο ράφτης δεν είχε ακόμη τελειώσει το κάλεσμα στην προσευχή, ένας μεγάλος αετός χαμήλωσε δίπλα του. Τον σήκωσε με τα γαμψά του νύχια ψηλά και πέταξαν μαζί.
Πέρασαν ερήμους, πέρασαν θάλασσες. Κάποια στιγμή ο αετός χαμήλωσε κι ακούμπησε το φτωχό ραφτάκο στην άκρη μιας μακρινής πόλης.
Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν. Κανένας φτωχός και κανένας ζητιάνος δεν γύριζαν στους δρόμους της. Τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν φωτεινά και τα ρούχα τους καθαρά με ζωηρά χρώματα. Ακόμα και στην καρδιά του «σουκ», της αγοράς, δεν άκουγες φασαρία ούτε έβλεπες τσακωμό. Οι άνθρωποι αγόραζαν και πουλούσαν ειρηνικά επαναλαμβάνοντας τη φράση ασαλάτου-αλαζάιν μία ή περισσότερες φορές, έπαιρναν αυτό που ήθελαν κι έφευγαν ευτυχισμένοι και χαμογελαστοί.
Η έκπληξη του έγινε μεγαλύτερη στην παράξενη πόλη όταν στάθηκε μπροστά στο μαγαζάκι ενός ράφτη και είδε τον ιδιοκτήτη του ικανοποιημένο, ευτυχισμένο και καθόλου κουρασμένο να φτιάχνει τις κελεμπίες και τα καφτάνια του. Χαιρετάει και λέει στο αφεντικό του μαγαζιού: «Κι εγώ ράφτης είμαι όπως κι εσύ. Ήρθα στην πόλη σας από χώρα μακρινή. Μήπως έχεις δουλειά για μένα; Γιατί θέλω πολύ να ζήσω σ’ αυτή την ευτυχισμένη πόλη».
Και το αφεντικό τού απαντάει: «Κάθισε και βοήθα με. Η πληρωμή σου θα είναι πενήντα ασαλάτου-αλαζάιν κάθε βδομάδα».
Έτσι έμαθε ο ράφτης μας από τον ιδιοκτήτη του ραφτάδικου πως οι άνθρωποι της πόλης Ασαλάτου Αλαζάιν δεν γνωρίζουν τα χρήματα. Πουλάνε, αγοράζουν και δουλεύουν μόνο με τη φράση ασαλάτου-αλαζάιν. Κάθισε λοιπόν και δούλεψε στο ραφτάδικο και έμεινε έκπληκτος όταν το αφεντικό του άρχισε να του διηγείται τις συνήθειες της περίεργης αυτής πόλης. Όλα τα πράγματα εδώ γίνονται με το ασαλάτου-αλαζάιν, μέχρι και οι γάμοι. Κάθε Πέμπτη βγαίνουν τα κορίτσια της πόλης βόλτα στην παραλία. Κουβαλάνε όλες τους μια στάμνα με νερό και αν κάποιος θέλει να πάρει μια απ’ αυτές για γυναίκα του, δεν έχει παρά να της ζητήσει να πιει νερό από τη στάμνα της, προφέροντας τη φράση ασαλάτου-αλαζάιν. Αν εκείνη συμφωνήσει, τότε γίνεται γυναίκα του.
Περίμενε ο ράφτης ως την Πέμπτη και κατά το απόγευμα πάει στην παραλία. Μια από τις όμορφες κοπέλες συμφωνεί να τον ξεδιψάσει απ' τη στάμνα της, γίνεται γυναίκα του και αρχίζει τη ζωή της μαζί του στο όμορφο σπίτι που αγόρασαν οι δυο τους πληρώνοντας μερικά ασαλάτου-αλαζάιν. Κάθε μέρα που περνούσε, όταν τελείωνε την δουλειά του αγόραζε με τα ασαλάτου αλαζάιν ό,τι επιθυμούσε από την αγορά και βιαζόταν να γυρίσει στη γυναίκα του και στο ευτυχισμένο του σπίτι.
Μια μέρα όμως πηγαίνοντας ο ράφτης στην αγορά βλέπει ένα τεράστιο ψάρι. Δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του ψάρι όμοιο μ’ αυτό. Θέλοντας πολύ να το αποκτήσει λέει στον εαυτό του: «Μ’ αυτό το ψάρι θα φάμε μέχρι να σκάσουμε! Πόσο νόστιμο φαίνεται να είναι το κάτασπρο κρέας του! Η γυναίκα μου θα μου το μαγειρέψει με χίλιους τρόπους!»
Μπαίνει ο ράφτης στο σπίτι του κουβαλώντας το τεράστιο ψάρι του. Τρομάζει η γυναίκα του που τον βλέπει και του λέει: «Τι είναι αυτό που κουβαλάς στα χέρια σου; Σε τύφλωσε η απληστία! Το ψάρι αυτό είναι για να χορτάσουν δέκα άνθρωποι ενώ εμείς είμαστε μόνο δύο! Πήρες απ’ την αγορά πολύ περισσότερα απ’ όσα χρειαζόσουν. Από δω κι εμπρός δεν έχεις πια δικαίωμα να ζεις στην πόλη του Ασαλάτου αλαζάιν».
Ήρθε ο αετός, πήρε το ράφτη στα φτερά του και πέταξαν μακριά. Πέρασαν ερήμους, πέρασαν θάλασσες. Ύστερα τον εναπόθεσε μπροστά στο παλιό του μαγαζάκι κι ο φτωχός ράφτης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του αναπολώντας τις όμορφες μέρες που έζησε στην πόλη του Ασαλάτου Αλαζάιν. Γύρισε πίσω στα καφτάνια και στις κελεμπίες του, μόνο που ανάμεσα σε δύο βελονιές, ανέβαινε στο μιναρέ και κοίταζε προσεχτικά τον ουρανό με την ελπίδα μήπως ξαναγυρίσει ο αετός και ξαναπετάξουν μαζί για άλλη μια φορά στη χώρα του Ασαλάτου-αλαζάιν...
Αλλά ο αετός δε γύρισε ποτέ!
ΠΗΓΗ: ioakenanid
Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010
Το λιοντάρι κι η γίδα - Iνδικό Παραμύθι
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια αγέλη από γίδια που πήγαινε κάθε μέρα για βοσκή, σ' ένα δάσος. Κάποια μέρα, ενώ επέστρεφαν σπίτι, ένα μέλος του κοπαδιού, μια γριά γίδα, κουράστηκε κι έμεινε πίσω. Άρχισε να πέφτει η νύχτα και μια και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της στο σκοτάδι, ζήτησε καταφύγιο σε μια σπηλιά που είδε εκεί κοντά. Αλλά, φανταστείτε την έκπληξή της, όταν μπαίνοντας μέσα βρήκε να κάθεται στο βάθος της ένα λιοντάρι. Τρομοκρατήθηκε και έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, αλλά μετά μαζεύοντας όλο το θάρρος της, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να κάνει για να σωθεί. "Αν προσπαθήσω να τρέξω," σκέφτηκε, "το λιοντάρι θα με πιάσει, αλλά αν δείξω γενναιότητα και τσαμπουκά απέναντί του, ίσως καταφέρω να επιβιώσω."
Έτσι, περπάτησε με αναίδεια προς το μέρος του λιονταριού, χωρίς να δείξει το παραμικρό ίχνος φόβου. Το λιοντάρι την κοίταξε καλά, την κοίταξε και την ξανακοίταξε, αλλά δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με το θάρρος αυτής της συνηθισμένης γίδας, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη της φυλής της, αφού ούτε μία απ' αυτές δεν τόλμησε ποτέ να το πλησιάσει. Τελικά σκέφτηκε ότι αυτή δε θα μπορούσε να είναι γίδα, αλλά κάποιο άλλο παράξενο ζώο, που δεν ξαναείδε ποτέ.
"Ποια είσαι, γριά μου;" ρώτησε με ευγένεια.
"Είμαι η βασίλισσα των γιδιών," απάντησε, "Είμαι λάτρης του θεού Σίβα, και έχω πάρει όρκο να καταβροχθίσω εκατόν τίγρεις, είκοσι πέντε ελέφαντες και δέκα λιοντάρια προς τιμήν του. Έχω ήδη φάει τις εκατόν τίγρεις και τους είκοσι πέντε ελέφαντες και τώρα αναζητώ τα δέκα λιοντάρια."
Το λιοντάρι έγινε εξαιρετικά ανήσυχο ακούγοντας τα λόγια της γίδας, και πιστεύοντας ότι όντως αυτή ήρθε για να τον καταβροχθίσει, γλίστρησε έξω από τη σπηλιά λέγοντας σα δικαιολογία ότι ήθελε να πλύνει το πρόσωπό του στο ποτάμι.
Καθώς έσπευσε να απομακρυνθεί, συνάντησε ένα τσακάλι, που βλέποντας το βασιλιά των ζώων πανικόβλητο, τον ρώτησε τι συμβαίνει.
Το λιοντάρι μίλησε στο τσακάλι με λίγα λόγια για τη συνάντησή του μ' ένα παράξενο ζώο, που μοιάζει πολύ με γίδα, αλλά που δεν έχει κανένα ίχνος απ' τη δειλία της τελευταίας.
Το τσακάλι ήταν πολύ έξυπνο. Σύντομα μάντεψε ότι εκείνο που προκάλεσε όλο αυτό το σαματά ήταν απλά μια δυστυχής γριά γίδα. Και προσπάθησε να πείσει γι' αυτό το λιοντάρι, λέγοντάς του ότι όλη τούτη η ιστορία ήταν ένα κόλπο που εμπνεύστηκε ένα αδύναμο γέρικο ζώο, ώστε να σώσει το τομάρι του.
"Άντε, μάζεψε το θάρρος σου και έλα μαζί μου πίσω στη σπηλιά σου, και φτιάξε στον εαυτό σου ένα γεύμα απ' αυτήν την υποκρίτρια," εισηγήθηκε.
Το λιοντάρι ακολούθησε τη συμβουλή και επέστρεψε στη σπηλιά με το τσακάλι.
Μόλις η γριά γίδα είδε το λιοντάρι να επιστρέφει, κατάλαβε ότι το πονηρό τσακάλι, που ήταν μαζί του, ήταν υπεύθυνο γι' αυτή την εξέλιξη. Αλλά δεν έχασε το κουράγιο της. Περπάτησε προς το μέρος τους και, υιοθετώντας μια αξιοπρεπή στάση, είπε στο τσακάλι:
"Μ' αυτό τον τρόπο ακολουθείς τις διαταγές μου; Σ' έστειλα για να μου φέρεις δέκα λιοντάρια για να τα φάω όλα μαζί, και μου έφερες μόνο ένα. Θα σε γδάρω γι' αυτή σου την αμέλεια!"
Μόλις το λιοντάρι άκουσε αυτά τα λόγια, σκέφτηκε ότι προδόθηκε από το τσακάλι, κι έτσι του ρίχτηκε με φοβερή οργή και το καταβρόχθισε. Στο μεταξύ, η γίδα, κατάφερε να γλιστρήσει έξω από τη σπηλιά και έτσι να γλυτώσει απ' τα σαγόνια του λιονταριού.
Έτσι, περπάτησε με αναίδεια προς το μέρος του λιονταριού, χωρίς να δείξει το παραμικρό ίχνος φόβου. Το λιοντάρι την κοίταξε καλά, την κοίταξε και την ξανακοίταξε, αλλά δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με το θάρρος αυτής της συνηθισμένης γίδας, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη της φυλής της, αφού ούτε μία απ' αυτές δεν τόλμησε ποτέ να το πλησιάσει. Τελικά σκέφτηκε ότι αυτή δε θα μπορούσε να είναι γίδα, αλλά κάποιο άλλο παράξενο ζώο, που δεν ξαναείδε ποτέ.
"Ποια είσαι, γριά μου;" ρώτησε με ευγένεια.
"Είμαι η βασίλισσα των γιδιών," απάντησε, "Είμαι λάτρης του θεού Σίβα, και έχω πάρει όρκο να καταβροχθίσω εκατόν τίγρεις, είκοσι πέντε ελέφαντες και δέκα λιοντάρια προς τιμήν του. Έχω ήδη φάει τις εκατόν τίγρεις και τους είκοσι πέντε ελέφαντες και τώρα αναζητώ τα δέκα λιοντάρια."
Το λιοντάρι έγινε εξαιρετικά ανήσυχο ακούγοντας τα λόγια της γίδας, και πιστεύοντας ότι όντως αυτή ήρθε για να τον καταβροχθίσει, γλίστρησε έξω από τη σπηλιά λέγοντας σα δικαιολογία ότι ήθελε να πλύνει το πρόσωπό του στο ποτάμι.
Καθώς έσπευσε να απομακρυνθεί, συνάντησε ένα τσακάλι, που βλέποντας το βασιλιά των ζώων πανικόβλητο, τον ρώτησε τι συμβαίνει.
Το λιοντάρι μίλησε στο τσακάλι με λίγα λόγια για τη συνάντησή του μ' ένα παράξενο ζώο, που μοιάζει πολύ με γίδα, αλλά που δεν έχει κανένα ίχνος απ' τη δειλία της τελευταίας.
Το τσακάλι ήταν πολύ έξυπνο. Σύντομα μάντεψε ότι εκείνο που προκάλεσε όλο αυτό το σαματά ήταν απλά μια δυστυχής γριά γίδα. Και προσπάθησε να πείσει γι' αυτό το λιοντάρι, λέγοντάς του ότι όλη τούτη η ιστορία ήταν ένα κόλπο που εμπνεύστηκε ένα αδύναμο γέρικο ζώο, ώστε να σώσει το τομάρι του.
"Άντε, μάζεψε το θάρρος σου και έλα μαζί μου πίσω στη σπηλιά σου, και φτιάξε στον εαυτό σου ένα γεύμα απ' αυτήν την υποκρίτρια," εισηγήθηκε.
Το λιοντάρι ακολούθησε τη συμβουλή και επέστρεψε στη σπηλιά με το τσακάλι.
Μόλις η γριά γίδα είδε το λιοντάρι να επιστρέφει, κατάλαβε ότι το πονηρό τσακάλι, που ήταν μαζί του, ήταν υπεύθυνο γι' αυτή την εξέλιξη. Αλλά δεν έχασε το κουράγιο της. Περπάτησε προς το μέρος τους και, υιοθετώντας μια αξιοπρεπή στάση, είπε στο τσακάλι:
"Μ' αυτό τον τρόπο ακολουθείς τις διαταγές μου; Σ' έστειλα για να μου φέρεις δέκα λιοντάρια για να τα φάω όλα μαζί, και μου έφερες μόνο ένα. Θα σε γδάρω γι' αυτή σου την αμέλεια!"
Μόλις το λιοντάρι άκουσε αυτά τα λόγια, σκέφτηκε ότι προδόθηκε από το τσακάλι, κι έτσι του ρίχτηκε με φοβερή οργή και το καταβρόχθισε. Στο μεταξύ, η γίδα, κατάφερε να γλιστρήσει έξω από τη σπηλιά και έτσι να γλυτώσει απ' τα σαγόνια του λιονταριού.
Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010
BINTEAKI ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ. ΔΕΙΞΤΕ ΤΟ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΣΑΣ!
ΝΑ ΒΑΖΕΤΕ ΠΑΝΤΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΟΤΑΝ ΚΑΘΕΣΤΕ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΚΑΘΙΣΜΑ.
ΞΕΡΑΤΕ ΟΤΙ...
* Οι πολικές αρκούδες είναι "αριστερόχειρες";
* Ένα σαλιγκάρι μπορεί να κοιμηθεί μέχρι και 3 συνεχόμενα χρόνια;
* Οι ψύλλοι μπορούν να πηδήξουν 350 φορές το μήκος του σώματός τους;
* Οι σκίουροι θάβουν σπόρους και μετά ξεχνούν που τους έκρυψαν, με αποτέλεσμα να φυτρώνουν από τους σπόρους αυτούς εκατομμύρια δέντρα;
* Το "κουάκ", η φωνή της πάπιας, δεν έχει αντίλαλο και κανείς μέχρι τώρα δε μπόρεσε να εξηγήσει το γιατί;
* Το κουνούπι έχει δόντια και μάλιαστα 47!
* Ένα σαλιγκάρι μπορεί να κοιμηθεί μέχρι και 3 συνεχόμενα χρόνια;
* Οι ψύλλοι μπορούν να πηδήξουν 350 φορές το μήκος του σώματός τους;
* Οι σκίουροι θάβουν σπόρους και μετά ξεχνούν που τους έκρυψαν, με αποτέλεσμα να φυτρώνουν από τους σπόρους αυτούς εκατομμύρια δέντρα;
* Το "κουάκ", η φωνή της πάπιας, δεν έχει αντίλαλο και κανείς μέχρι τώρα δε μπόρεσε να εξηγήσει το γιατί;
* Το κουνούπι έχει δόντια και μάλιαστα 47!
* Τα λιοντάρια μπορούν να κοιμηθούν μέχρι και 20 συνεχόμενες ώρες την ημέρα;
* Το χταπόδι όταν πεινάσει τρώει 1-2 από τα πλοκάμια του, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να ξαναβγαίνουν!
* Τα σκυλιά της Δαλματίας όταν γεννιούνται δεν έχουν βούλες;
* Ο ελέφαντας είναι το μόνο θηλαστικό που δε μπορεί να κάνει άλμα (πάνω - κάτω);
* Οι χιμπατζήδες και τα δελφίνια είναι τα μόνα ζώα (μαζί με τον άνθρωπο) που μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη;
Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010
Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010
Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010
H μεγαλύτερη ελληνική λέξη!
Αποτελείται από 170 γράμματα!
Η μεγαλύτερη ελληνική λέξη περιέχεται στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη και αποτελεί μία ολόκληρη μαγειρική συνταγή!
δριμυποτριμματοσιλφιοπαρομελιτοκατακε-
χυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστερα-
λεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολα-
γωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών
Το καλύτερο; Προφέρεται με μία ανάσα στην σκηνή του θεάτρου!
Η μεγαλύτερη ελληνική λέξη περιέχεται στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη και αποτελεί μία ολόκληρη μαγειρική συνταγή!
δριμυποτριμματοσιλφιοπαρομελιτοκατακε-
χυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστερα-
λεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολα-
γωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών
Το καλύτερο; Προφέρεται με μία ανάσα στην σκηνή του θεάτρου!
Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010
"Η αλεπού φωτογράφος" του Τζάνι Ροντάρι
Μια αλεπού ανακάλυψε μια ωραία μέρα ότι η αληθινή της κλίση ήταν η φωτογραφία, και μάλιστα ότι ήθελε να γίνει πλανόδιος φωτογράφος. Μα καλά, θα καθόσασταν εσείς να σας βγάλει φωτογραφία αυτή η πανούργα κουτσομπόλα; Εγώ, για να σας πω την αλήθεια, όχι. Και να σας εξηγήσω και τους λόγους μου.
Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.
–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.
–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δε φαίνεται!
Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:
–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα...
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν... Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.
Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.
–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;
Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.
Πηγή: Από το βιβλίο "Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο" (για παιδιά από 6 ετών)
Συγγραφέας:Τζάνι Ροντάρι
Εικονογράφηση: Άνα Λάουρα Καντόνε
Μετάφραση: Αναστασία Καμβύση
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.
–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.
–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δε φαίνεται!
Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:
–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα...
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν... Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.
Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.
–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;
Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.
Πηγή: Από το βιβλίο "Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο" (για παιδιά από 6 ετών)
Συγγραφέας:Τζάνι Ροντάρι
Εικονογράφηση: Άνα Λάουρα Καντόνε
Μετάφραση: Αναστασία Καμβύση
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010
Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ
Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΡΑΚΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ
Πρόσωπα:
1. Καραγκιόζης
2.Χατζηβάτης
3. Ξενοφώντας Ξενοδόχος
4. Ιταλός Τουρίστας
5. Άγγλος
Καλύβα -Ξενοδοχείο
Ακούγεται το τραγούδι του Χατζηαβάτη. Ο Χατζηαβάτης τελειώνοντας το τραγούδι του ανταμώνει με τον Ξενοδόχο τον κύριο Ξενοφώντα).
ΧΑΤΖΑΤΖΑΡΗΣ : Τι κάνετε κύριε Ξενοφώντα πως πάνε οι εργασίες σας του ξενοδοχείου;
ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ : Οι εργασίες του ξενοδοχείου Χατζηαβάτη πηγαίνουν καλά, εκείνο όμως που δυσκολεύει είναι, πως τώρα το καλοκαίρι έρχονται ξένοι τουρίστες Ιταλοί, άλλοι, Εγγλέζοι και δεν γνωρίζω την γλώσσα τους για να συνεννοηθώ και μπερδεύομαι πολύ με δάφτους προ πάντων εις τον λογαριασμό.
ΧΑΤΖ: Έπρεπε κύριε Ξενοφώντα, αφού έρχονται ξένοι τουρίστες στο ξενοδοχείο σας να έχετε έναν διερμηνέα να γνωρίζει κάνα δυο γλώσσες για να μπορείτε να συνεννοηθείτε μαζί τους.
ΞΕΝΟΔ. : Είχα έναν, καλό διερμηνέα πολύ γλωσσομαθή, αλλά μου έφυγε και πήγε στον Καναδά. Εσύ που είσαι ένας καλός μεσίτης, τι λες; Μπορείς να μου βρεις έναν άνθρωπο ας μην είναι τέλειος γλωσσομαθής, τουλάχιστον να μπορεί να συνεννοηθεί με δάφτους. Θα μπορέσεις να μου βρεις κάποιον να ξέρει λίγες γλώσσες; Όχι πολλές αλλά να γνωρίζει λίγα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, ρώσικα, ισπανικά, γερμανικά, τούρκικα και βουλγάρικα.
ΧΑΤΖ.: Πολύ ευχαρίστως κύριε Ξενοφώντα αλλά καλό δεν θα είναι να ξέρει και μερικά αραβικά, κινέζικα, ιαπωνέζικα, ουγγαρέζικα και αλαμπουρνέζικα; Μείνετε ήσυχος, θα κοιτάξω να σας φέρω έναν πολύ μεγάλο γλωσσομαθή. Τώρα μάλιστα θα τρέξω.
ΞΕΝΟΔ.: θα με υποχρεώσεις Χατζηαβάτη πολύ, αν και ο κόπος σου θα βγει με το παραπάνω. Πήγαινε και θα σε περιμένω στο ξενοδοχείο (ο Ξενοδόχος χαιρετά και φεύγει).
ΧΑΤΖ. : (μονολογεί) Του είπα θα του εύρω έναν πολύ γλωσσομαθή, για να δω όμως θα το κατορθώσω να του βρω; Αυτός ο Καραγκιόζης ανακατευόταν στην Κατοχή με Ιταλούς, Γερμανούς και Άγγλους, όλο και κάτι θα ξέρει από ξένες γλώσσες. Για να τον φωνάξω να βγει, (κτυπά φωνάζει), Καραγκιόζη! Καραγκιόζη!
(Ο Καραγκιόζης ακούγεται να τραγουδά).
ΧΑΤΖ. : Από μακριά τραγουδώντας 'ρχεται και γω φωνάζω ερήμην στο σπίτι του.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: (τραγουδά).
Τουρίστες έρχονται εδώ,
με μπόγους φορτωμένοι
και οι περισσότεροι απ' αφτούς
είναι ξελιγωμένοι.
(Εμφανίζεται).
Μπόγους, κουβέρτες φέρνουνε
εδώ που κουβαλιόνται
και όπου βρουν οικόπεδο
στρώνουνε και κοιμόνται.
Έρχονται για αναψυχή
στις εξοχές γυρνάνε
φρούτα αμπέλια όταν βρουν
μπαίνουν και τα τρυγάνε.
ΧΑΤΖ.: Με τους τουρίστες τάχει, τραγουδάει τα χάλια τους...
Αξούρηγοι αχτένιστοι
καρπούζι ψωμοτύρι,
οι περισσότεροι απ'αυτούς
Τη βγάζουν ξεροσφύρι
(Πλησιάζει τον Χατζηαβάτη και τελειώνοντας το τραγούδι του,...
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ...
ΠΗΓΗ: ΙΔΡΥΜΑ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ & ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Πρόσωπα:
1. Καραγκιόζης
2.Χατζηβάτης
3. Ξενοφώντας Ξενοδόχος
4. Ιταλός Τουρίστας
5. Άγγλος
Καλύβα -Ξενοδοχείο
Ακούγεται το τραγούδι του Χατζηαβάτη. Ο Χατζηαβάτης τελειώνοντας το τραγούδι του ανταμώνει με τον Ξενοδόχο τον κύριο Ξενοφώντα).
ΧΑΤΖΑΤΖΑΡΗΣ : Τι κάνετε κύριε Ξενοφώντα πως πάνε οι εργασίες σας του ξενοδοχείου;
ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ : Οι εργασίες του ξενοδοχείου Χατζηαβάτη πηγαίνουν καλά, εκείνο όμως που δυσκολεύει είναι, πως τώρα το καλοκαίρι έρχονται ξένοι τουρίστες Ιταλοί, άλλοι, Εγγλέζοι και δεν γνωρίζω την γλώσσα τους για να συνεννοηθώ και μπερδεύομαι πολύ με δάφτους προ πάντων εις τον λογαριασμό.
ΧΑΤΖ: Έπρεπε κύριε Ξενοφώντα, αφού έρχονται ξένοι τουρίστες στο ξενοδοχείο σας να έχετε έναν διερμηνέα να γνωρίζει κάνα δυο γλώσσες για να μπορείτε να συνεννοηθείτε μαζί τους.
ΞΕΝΟΔ. : Είχα έναν, καλό διερμηνέα πολύ γλωσσομαθή, αλλά μου έφυγε και πήγε στον Καναδά. Εσύ που είσαι ένας καλός μεσίτης, τι λες; Μπορείς να μου βρεις έναν άνθρωπο ας μην είναι τέλειος γλωσσομαθής, τουλάχιστον να μπορεί να συνεννοηθεί με δάφτους. Θα μπορέσεις να μου βρεις κάποιον να ξέρει λίγες γλώσσες; Όχι πολλές αλλά να γνωρίζει λίγα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, ρώσικα, ισπανικά, γερμανικά, τούρκικα και βουλγάρικα.
ΧΑΤΖ.: Πολύ ευχαρίστως κύριε Ξενοφώντα αλλά καλό δεν θα είναι να ξέρει και μερικά αραβικά, κινέζικα, ιαπωνέζικα, ουγγαρέζικα και αλαμπουρνέζικα; Μείνετε ήσυχος, θα κοιτάξω να σας φέρω έναν πολύ μεγάλο γλωσσομαθή. Τώρα μάλιστα θα τρέξω.
ΞΕΝΟΔ.: θα με υποχρεώσεις Χατζηαβάτη πολύ, αν και ο κόπος σου θα βγει με το παραπάνω. Πήγαινε και θα σε περιμένω στο ξενοδοχείο (ο Ξενοδόχος χαιρετά και φεύγει).
ΧΑΤΖ. : (μονολογεί) Του είπα θα του εύρω έναν πολύ γλωσσομαθή, για να δω όμως θα το κατορθώσω να του βρω; Αυτός ο Καραγκιόζης ανακατευόταν στην Κατοχή με Ιταλούς, Γερμανούς και Άγγλους, όλο και κάτι θα ξέρει από ξένες γλώσσες. Για να τον φωνάξω να βγει, (κτυπά φωνάζει), Καραγκιόζη! Καραγκιόζη!
(Ο Καραγκιόζης ακούγεται να τραγουδά).
ΧΑΤΖ. : Από μακριά τραγουδώντας 'ρχεται και γω φωνάζω ερήμην στο σπίτι του.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: (τραγουδά).
Τουρίστες έρχονται εδώ,
με μπόγους φορτωμένοι
και οι περισσότεροι απ' αφτούς
είναι ξελιγωμένοι.
(Εμφανίζεται).
Μπόγους, κουβέρτες φέρνουνε
εδώ που κουβαλιόνται
και όπου βρουν οικόπεδο
στρώνουνε και κοιμόνται.
Έρχονται για αναψυχή
στις εξοχές γυρνάνε
φρούτα αμπέλια όταν βρουν
μπαίνουν και τα τρυγάνε.
ΧΑΤΖ.: Με τους τουρίστες τάχει, τραγουδάει τα χάλια τους...
Αξούρηγοι αχτένιστοι
καρπούζι ψωμοτύρι,
οι περισσότεροι απ'αυτούς
Τη βγάζουν ξεροσφύρι
(Πλησιάζει τον Χατζηαβάτη και τελειώνοντας το τραγούδι του,...
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ...
ΠΗΓΗ: ΙΔΡΥΜΑ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ & ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
ΓΑΤΑ, ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
ΓΑΤΑ, ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γάτα και βγήκε να κάνει ένα γύρο μέσα στο βουνό.. Έξαφνα την αντικρίζει ένα λιοντάρι. Η γάτα άμα είδε το λιοντάρι, ζάρωσε σ’ ένα μέρος και περίμενε να δει τι θα κάνει το λιοντάρι. Το λιοντάρι πήγε κοντά της και τη μυρίστηκε κι ύστερα της λέει:
- Κι εσύ από τη δική μας τη γενιά μοιάζεις αλλά πολύ μικρή είσαι.
Και η γάτα του λέει:
- Αν ζούσες κοντά στον άνθρωπο και συ μικρός θα ήσουν.
- Και γιατί; Ρωτά το λιοντάρι, τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Τόσο μεγάλος και άγριος είναι; Πού ’ναι να τον ιδώ;
Τότε η γάτα του λέει:
-Έλα μαζί μου να σου τον δείξω.
Το λιοντάρι άκουσε της γάτας τα λόγια και άρχισαν να περπατούν. Περπατώντας συνάντησαν έναν άνθρωπο που έκοβε ξύλα. Η γάτα λέει στο λιοντάρι:
- Να τος ο άνθρωπος. Πήγαν κοντά. Το λιοντάρι καλημέρισε τον ξυλοκόπο και του λέει: -Εσύ είσαι ο άνθρωπος;
- Εγώ, λέει αυτός.
- Έμαθα πως είσαι πολύ δυνατός και ήρθα να παλέψουμε.
- Πολύ καλά να παλέψουμε… Αλλά πρώτα βόηθησέ με να σχίσω αυτό το ξύλο και ύστερα παλέουμε.
- Να σε βοηθήσω αλλά τι να κάνω;
- Βάλε τα χέρια σου εδώ, ανάμεσα στη σχισμάδα του ξύλου κι εγώ θα το κόψω με το τσεκούρι.
Το λιοντάρι έβαλε τα δυο μπροστινά του πόδια μέσα στη χαραμάδα του ξύλου. Τότε ο ξυλοκόπος αμόλησε τη μια μεριά του κορμού που κρατούσε με τα χέρια και τα πόδια του λιονταριού σφίχτηκαν εκεί μέσα. Αρπάει τότε ο άνθρωπος ένα ρόπαλο και αρχινά, δώσ’ του και δώσ’ του ξύλο! Πού σε πονεί και που σε σφάζει! Τό’κανε το λιοντάρι τ’ αλατιού! Κατόπιν άνοιξε το ξύλο και ξελύθηκαν τα χέρια του λιονταριού που ξαπλώθηκε κάτω σαν ψόφιο. Ύστερα ο άνθρωπος φορτώθηκε το ξινάρι του και τράβηξε για το σπίτι του.
Σαν έφυγε ο άνθρωπος, βγήκε η γάτα που ήταν κρυμμένη, πήγε κοντά στο λιοντάρι και το ρώτησε άμα ήρθε στα συγκαλά του:
- Πώς σου φάνηκε ο άνθρωπος;
- Εγώ, άμα ήμουν στη θέση σου, από σένα ακόμη πιο μικρός θα απόμνησκα.*
*απόμνησκα= θα απόμενα
ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΕΡΟΣ 2ο , ΟΕΔΒ1982)
Κυριακή 13 Ιουνίου 2010
ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ
1. Ἕνας ὄνος ἤκουσε τὸν τζίτζικαν νὰ τραγουδῇ καὶ τόσον τοῦ ἤρεσε, ὥστε ἐλησμόνησε τί φωνὴν ἔχει ὁ ἴδιος καὶ ἐνόμισε διὰ τοῦτο, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ γίνῃ θαυμάσιος τραγουδιστής. Μόλις ὅμως ἤρχισε τοὺς ὀγκανισμούς του, τὰ τζιτζίκια ἐσιὼπησαν ἀπὸ φόβον.
—Ἐσιώπησαν νικημένα! εἶπεν ὁ ὄνος.
—Ὅπως σιωποῦν καὶ τὰ ἄλλα πουλιά, ὅταν τὸ ἀηδόνι ἀρχίζῃ νὰ ψάλλῃ, τὸν εἰρωνεύθη μία ἀλεποῦ, ποὺ ἔτυχε νὰ διέρχεται ἐκεῖ κοντά.
2. Μίαν ἄλλην φορὰν ὁ ἴδιος ὁ ὄνος ἀνέβη ἐπάνω εἰς τὰ κεραμίδια ἑνὸς μικροῦ οἰκίσκου καὶ ἐχόρευε. Τὰ κεραμίδια ἔσπασαν ὅλα καὶ ὁ νοικοκύρης ἔπιασε τὸν ὄνον καὶ ἤρχισε νὰ τὸν δέρνῃ μὲ μανίαν.
—Διατί μὲ κτυπᾷς; Χθὲς ἀνέβη εἰς τὴν ἰδίαν στέγην τὸ νεογέννητον κατσίκι καὶ σᾶς εἶδα ὅλους ποὺ ἐγελούσατε εὐχαριστημένοι διὰ τὰ πηδήματά του. Ἐγὼ σήμερον ἔκαμα τὸ αὐτό, καὶ σεῖς, ἀντὶ νὰ γελάσετε, ἰδού, ὅτι μὲ δέρνετε. Διατί αὐτὴ ἡ ἀδικία;
3. Μίαν ὅμως φορὰν ὁ ὄνος ἐφάνη πολὺ ἔξυπνος. Ἦτο μόνος μακρὰν εἰς ἕνα λιβάδι. Ἐκεῖ παρουσιάσθη ἕνας λύκος καὶ ἤθελε νὰ φάγῃ τὸν ὄνον. Ὁ δυστυχὴς κατέφυγεν εἰς τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Μόλις εἶδε τὸν λύκον, ἤρχισε νὰ ὑποκρίνεται, ὅτι κουτσαίνει καὶ εἶπε πρὸς τὸν λύκον:
—Τὸ γνωρίζω, ὅτι θὰ μὲ φάγῃς. Προηγουμένως ὅμως μίαν χάριν σοῦ ζητῶ. Ἔχω πατήσει ἕνα μεγάλο ἀγκάθι μὲ τὸ δεξιὸν πισινὸν πόδι μου. Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ με καὶ βγάλε το διὰ νὰ μὴν πονῶ τώρα καὶ κατόπιν μὲ τρώγεις μὲ τὴν ἡσυχίαν σου. Μὴ μοῦ ἀρνηθῇς, σὲ παρακαλῶ, αὐτὴν τὴν χάριν, εἶσαι τόσον καλός!
Ὁ λύκος ἐπίστευσε καὶ ἐδέχθη μὲ προθυμίαν. Ὁ ὄνος ἐσήκωσε τότε καὶ ἐμάζευσεν ὀλίγον τὸ πόδι του, ὁ δὲ λύκος ἐπῆγεν ὀπίσω καὶ ἀνύποπτος ἐπλησίασε τὸ πρόσωπον. Τότε, εἰς στιγμὴν κατάλληλον, ὁ ὄνος ἔδωσε μίαν τόσον δυνατὴν κλωτσιὰν εἰς τὸν λύκον, ὥστε τὸν ἐτραυμάτισεν εἰς τὸ κεφάλι καὶ τοῦ κατέστρεψε καὶ τὰς δύο σιαγόνας.
Πονῶν καὶ κλαίων ὁ λύκος ἔφυγε πρὸς τὴν φωλεάν του. Καθ’ ὁδὸν ἔλεγεν:
—Καλὰ νὰ τὰ πάθω, διότι δὲν ἤμην εὐχαριστημένος μὲ ὅσα εἶχα, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ γίνω καὶ κτηνίατρος.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παραμύθι έχουμε κρατήσει το πολυτονικό σύστημα, όπως δημοσιεύτηκε στο Αναγνωστικό Γ΄ Δημοτικού το 1978
—Ἐσιώπησαν νικημένα! εἶπεν ὁ ὄνος.
—Ὅπως σιωποῦν καὶ τὰ ἄλλα πουλιά, ὅταν τὸ ἀηδόνι ἀρχίζῃ νὰ ψάλλῃ, τὸν εἰρωνεύθη μία ἀλεποῦ, ποὺ ἔτυχε νὰ διέρχεται ἐκεῖ κοντά.
2. Μίαν ἄλλην φορὰν ὁ ἴδιος ὁ ὄνος ἀνέβη ἐπάνω εἰς τὰ κεραμίδια ἑνὸς μικροῦ οἰκίσκου καὶ ἐχόρευε. Τὰ κεραμίδια ἔσπασαν ὅλα καὶ ὁ νοικοκύρης ἔπιασε τὸν ὄνον καὶ ἤρχισε νὰ τὸν δέρνῃ μὲ μανίαν.
—Διατί μὲ κτυπᾷς; Χθὲς ἀνέβη εἰς τὴν ἰδίαν στέγην τὸ νεογέννητον κατσίκι καὶ σᾶς εἶδα ὅλους ποὺ ἐγελούσατε εὐχαριστημένοι διὰ τὰ πηδήματά του. Ἐγὼ σήμερον ἔκαμα τὸ αὐτό, καὶ σεῖς, ἀντὶ νὰ γελάσετε, ἰδού, ὅτι μὲ δέρνετε. Διατί αὐτὴ ἡ ἀδικία;
3. Μίαν ὅμως φορὰν ὁ ὄνος ἐφάνη πολὺ ἔξυπνος. Ἦτο μόνος μακρὰν εἰς ἕνα λιβάδι. Ἐκεῖ παρουσιάσθη ἕνας λύκος καὶ ἤθελε νὰ φάγῃ τὸν ὄνον. Ὁ δυστυχὴς κατέφυγεν εἰς τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Μόλις εἶδε τὸν λύκον, ἤρχισε νὰ ὑποκρίνεται, ὅτι κουτσαίνει καὶ εἶπε πρὸς τὸν λύκον:
—Τὸ γνωρίζω, ὅτι θὰ μὲ φάγῃς. Προηγουμένως ὅμως μίαν χάριν σοῦ ζητῶ. Ἔχω πατήσει ἕνα μεγάλο ἀγκάθι μὲ τὸ δεξιὸν πισινὸν πόδι μου. Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ με καὶ βγάλε το διὰ νὰ μὴν πονῶ τώρα καὶ κατόπιν μὲ τρώγεις μὲ τὴν ἡσυχίαν σου. Μὴ μοῦ ἀρνηθῇς, σὲ παρακαλῶ, αὐτὴν τὴν χάριν, εἶσαι τόσον καλός!
Ὁ λύκος ἐπίστευσε καὶ ἐδέχθη μὲ προθυμίαν. Ὁ ὄνος ἐσήκωσε τότε καὶ ἐμάζευσεν ὀλίγον τὸ πόδι του, ὁ δὲ λύκος ἐπῆγεν ὀπίσω καὶ ἀνύποπτος ἐπλησίασε τὸ πρόσωπον. Τότε, εἰς στιγμὴν κατάλληλον, ὁ ὄνος ἔδωσε μίαν τόσον δυνατὴν κλωτσιὰν εἰς τὸν λύκον, ὥστε τὸν ἐτραυμάτισεν εἰς τὸ κεφάλι καὶ τοῦ κατέστρεψε καὶ τὰς δύο σιαγόνας.
Πονῶν καὶ κλαίων ὁ λύκος ἔφυγε πρὸς τὴν φωλεάν του. Καθ’ ὁδὸν ἔλεγεν:
—Καλὰ νὰ τὰ πάθω, διότι δὲν ἤμην εὐχαριστημένος μὲ ὅσα εἶχα, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ γίνω καὶ κτηνίατρος.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παραμύθι έχουμε κρατήσει το πολυτονικό σύστημα, όπως δημοσιεύτηκε στο Αναγνωστικό Γ΄ Δημοτικού το 1978
Το μύδι και ο ποντικός
Αν ρίξετε ένα πήλινο κανάτι στη θάλασσα και το ανασύρετε έπειτα από κάμποσο καιρό, είναι πιθανόν να βρείτε μέσα ένα χταπόδι. Αν όμως αφήσετε σ’ ένα ήσυχο μέρος του βυθού ένα ξύλο ή ένα σίδερο, θα δείτε έπειτα από ένα διάστημα να σχηματίζεται εκεί πάνω μια ολόκληρη αποικία από μύδια. Τέτοιες αποικίες συναντά κανείς σε πολλά μέρη, όταν ο βυθός είναι κατάλληλος και τα νερά ήσυχα. Είναι οι αρχαιότερες αποικίες της υφηλίου, πολύ παλιότερες από τις αποικίες των Φοινίκων και των Ελλήνων.
Το μύδι, προστατευόμενο από το διπλό όστρακό του, που ανοίγει και κλείνει σαν τσιμπίδα, δεν αντιμετωπίζει πολλούς κινδύνους, ούτε έχει πολλούς εχθρούς. Δεν φοβάται σχεδόν κανένα, εκτός από τον αστερία – το σταυρό της θάλασσας – και τον τσαγανό, όπως λέγεται ένας μικρός, τετραπέρατος καβουράκος του βυθού.
Ο πρώτος, ο αστερίας, θεωρείται, και είναι, ο μεγαλύτερος χαλαστής της γενιάς των μυδιών και των στρειδιών. Ζυγώνει το θύμα του, το αγκαλιάζει, το πιέζει, το ανοίγει και το τρώει.
Ο άλλος εχθρός, ο τσαγανός, έχει άλλη τακτική. Αυτός το μύδι το τρώει σιγά-σιγά. Πώς όμως μπορεί και το ανοίγει; Χμ! Έχει τον τρόπο του.
Αλλά, πριν εκθέσουμε αυτόν τον τρόπο, θα παρουσιάσουμε έναν άλλο φαγά, έναν άλλο περίεργο κι απίθανο εχθρό του μυδιού, στεριανής προελεύσεως. Και τώρα πια πρέπει να φέρουμε την συζήτηση στον ποντικό, γιατί αυτός είναι ο από ξηράς επιδρομέας.
Ο ποντικός είναι πολυμήχανος. Καταφέρνει δουλειές που σου έρχεται ζαλάδα. Σκαρφαλώνει στον τοίχο, τρυπά τη σανίδα, κλέβει τ’ αυγά. Τέλος, ανάμεσα στ’ άλλα, είναι και δεινός κολυμβητής. Κάνει και μακροβούτια. Λαμπρά, όλα αυτά είναι γνωστά και δεν εκπλήσσουν κανένα.
Εκείνο όμως, που δεν περίμενε κανείς, είναι ότι θα επεξέτεινε τη δράση του και μέχρι βυθού! Και όμως, και αυτό γίνεται. Φτάνει και στο βυθό ακόμη και επιτίθεται στα μύδια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τριγυρίζει συχνά μυστηριωδώς στο παραθαλάσσιο. Πολλοί τον έβλεπαν κι απορούσαν. Μια μέρα όμως το μυστήριο διαλευκάνθηκε. Βρέθηκε ποντικός πιασμένος σε μια περίεργη παγίδα του βυθού: ένα μεγάλο μύδι βαστούσα στην τσιμπίδα του οστράκου του ένα ποντικό από το μουσούδι! Πειστήριο τρομαχτικό! Το πράγμα ήταν ολοφάνερο. Ο ποντικός νοστιμευόταν τα μύδια και κατέβαινε και τα έτρωγε. Όσο που πιάστηκε από ένα! Γεννιόταν όμως μια νέα απορία: Πώς μπορούσε ο ποντικός και έτρωγε τα μύδια; Πώς τα άνοιγε; Και, αν υποτεθεί ότι τα πρόφταινε ανοιχτά, πως δεν πιανόταν τόσον καιρό; Με τι τρόπο ο ποντικός αποφεύγει την τσιμπίδα και γενικά πώς καταφέρνει και τρώει το μύδι; Λοιπόν ιδού το τέχνασμα! Όταν ο ποντικός διακρίνει από ψηλά το μύδι ανοιχτό, παίρνει με το στόμα του μια πέτρα μικρή, πηγαίνει στην άκρη και του τη ρίχνει. Μπλουμ! Ενενήντα στα εκατό η πέτρα βρίσκει το στόχο, δηλαδή πέφτει ακριβώς ανάμεσα στις δυο κουτάλες του μυδιού. Εκείνο τρομαγμένο προσπαθεί να κλείσει. Μα είναι αδύνατο. Η πέτρα το εμποδίζει. Και η θύρα μένει μισάνοιχτη. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ζητήματα μιας απλής βουτιάς. Όπως βλέπετε, το τέχνασμα είναι πολύ έξυπνο και πολύ απλό.
Την ίδια λοιπόν μέθοδο μεταχειρίζεται και ο τσαγανός. Κουβαλάει και αυτός μια πέτρα και τη ρίχνει στο άνοιγμα της θύρας του στρειδιού ή του μυδιού και η θύρα δεν μπορεί να κλείσει πια. Και τότε εκείνος μπαίνει μέσα άφοβα και στρώνεται στο φαΐ. Μιμείται άραγε τον ποντικό ή ο ποντικός πήρε το σχέδιο από τον τσαγανό; Σε ποιον ανήκει η πατρότητα της εφευρέσεως; Ή πρόκειται για απλή σύμπτωση; Μάλλον αυτό θα συμβαίνει. Τα μεγάλα πνεύματα πάντοτε συναντιούνται.
Αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού, 1978 Θέμος Ποταμιάνος, «Εδώ Βυθός»
Το μύδι, προστατευόμενο από το διπλό όστρακό του, που ανοίγει και κλείνει σαν τσιμπίδα, δεν αντιμετωπίζει πολλούς κινδύνους, ούτε έχει πολλούς εχθρούς. Δεν φοβάται σχεδόν κανένα, εκτός από τον αστερία – το σταυρό της θάλασσας – και τον τσαγανό, όπως λέγεται ένας μικρός, τετραπέρατος καβουράκος του βυθού.
Ο πρώτος, ο αστερίας, θεωρείται, και είναι, ο μεγαλύτερος χαλαστής της γενιάς των μυδιών και των στρειδιών. Ζυγώνει το θύμα του, το αγκαλιάζει, το πιέζει, το ανοίγει και το τρώει.
Ο άλλος εχθρός, ο τσαγανός, έχει άλλη τακτική. Αυτός το μύδι το τρώει σιγά-σιγά. Πώς όμως μπορεί και το ανοίγει; Χμ! Έχει τον τρόπο του.
Αλλά, πριν εκθέσουμε αυτόν τον τρόπο, θα παρουσιάσουμε έναν άλλο φαγά, έναν άλλο περίεργο κι απίθανο εχθρό του μυδιού, στεριανής προελεύσεως. Και τώρα πια πρέπει να φέρουμε την συζήτηση στον ποντικό, γιατί αυτός είναι ο από ξηράς επιδρομέας.
Ο ποντικός είναι πολυμήχανος. Καταφέρνει δουλειές που σου έρχεται ζαλάδα. Σκαρφαλώνει στον τοίχο, τρυπά τη σανίδα, κλέβει τ’ αυγά. Τέλος, ανάμεσα στ’ άλλα, είναι και δεινός κολυμβητής. Κάνει και μακροβούτια. Λαμπρά, όλα αυτά είναι γνωστά και δεν εκπλήσσουν κανένα.
Εκείνο όμως, που δεν περίμενε κανείς, είναι ότι θα επεξέτεινε τη δράση του και μέχρι βυθού! Και όμως, και αυτό γίνεται. Φτάνει και στο βυθό ακόμη και επιτίθεται στα μύδια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τριγυρίζει συχνά μυστηριωδώς στο παραθαλάσσιο. Πολλοί τον έβλεπαν κι απορούσαν. Μια μέρα όμως το μυστήριο διαλευκάνθηκε. Βρέθηκε ποντικός πιασμένος σε μια περίεργη παγίδα του βυθού: ένα μεγάλο μύδι βαστούσα στην τσιμπίδα του οστράκου του ένα ποντικό από το μουσούδι! Πειστήριο τρομαχτικό! Το πράγμα ήταν ολοφάνερο. Ο ποντικός νοστιμευόταν τα μύδια και κατέβαινε και τα έτρωγε. Όσο που πιάστηκε από ένα! Γεννιόταν όμως μια νέα απορία: Πώς μπορούσε ο ποντικός και έτρωγε τα μύδια; Πώς τα άνοιγε; Και, αν υποτεθεί ότι τα πρόφταινε ανοιχτά, πως δεν πιανόταν τόσον καιρό; Με τι τρόπο ο ποντικός αποφεύγει την τσιμπίδα και γενικά πώς καταφέρνει και τρώει το μύδι; Λοιπόν ιδού το τέχνασμα! Όταν ο ποντικός διακρίνει από ψηλά το μύδι ανοιχτό, παίρνει με το στόμα του μια πέτρα μικρή, πηγαίνει στην άκρη και του τη ρίχνει. Μπλουμ! Ενενήντα στα εκατό η πέτρα βρίσκει το στόχο, δηλαδή πέφτει ακριβώς ανάμεσα στις δυο κουτάλες του μυδιού. Εκείνο τρομαγμένο προσπαθεί να κλείσει. Μα είναι αδύνατο. Η πέτρα το εμποδίζει. Και η θύρα μένει μισάνοιχτη. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ζητήματα μιας απλής βουτιάς. Όπως βλέπετε, το τέχνασμα είναι πολύ έξυπνο και πολύ απλό.
Την ίδια λοιπόν μέθοδο μεταχειρίζεται και ο τσαγανός. Κουβαλάει και αυτός μια πέτρα και τη ρίχνει στο άνοιγμα της θύρας του στρειδιού ή του μυδιού και η θύρα δεν μπορεί να κλείσει πια. Και τότε εκείνος μπαίνει μέσα άφοβα και στρώνεται στο φαΐ. Μιμείται άραγε τον ποντικό ή ο ποντικός πήρε το σχέδιο από τον τσαγανό; Σε ποιον ανήκει η πατρότητα της εφευρέσεως; Ή πρόκειται για απλή σύμπτωση; Μάλλον αυτό θα συμβαίνει. Τα μεγάλα πνεύματα πάντοτε συναντιούνται.
Αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού, 1978 Θέμος Ποταμιάνος, «Εδώ Βυθός»
Τρίτη 18 Μαΐου 2010
Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΛΥΓΕΡΗ
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Μιαν βολάν τζ΄έναν καιρόν, ένας δράκος κακός και πονηρός, φύλαγε την πηγή και δεν άφηνε το νερό να τρέξει να ποτίσει το χωριό. Εξεράναν οι τόποι κι εστραγκίσαν οι βρύσες και οι λάκκοι. Oι άνθρωποι και τα δεντρά περνούσαν δυστυχίαν μεγάλην.
Οι χωριανοί έτρεμαν τον δράκον γι’ αυτό και ό,τι τους εζήτα του το έκαναν, μα και πάλι ο δράκος όλο παραπάνω ήθελεν.
Μια μέρα, τράβηξε η όρεξη του να φάει τη ζωή έξι λεβέντηδων και μιας κοπέλας. Έπεψεν* μυνήματα και χαμπάρια, πως αν δεν του κάμναν το θέλημα του δεν θα άφηνε το νερό να τρέξει.
Όταν τ΄ άκουσε το μαύρο μαντάτο η μάνα της λυγερής, ότι προορίζαν το παιδί της για τα δόντια του θηρίου, ήθελε να πεθάνει από τον καημό της. Επήγεν ο μουχτάρης* με το δάσκαλο και εξηγήσαν της μάνας της λυγερής πως το θηρίο δέν ήθελε να την φάει. Ήθελε την της είπαν για παρέα και πως άμα του πέρναγε η μοναξιά, η λυγερή θα ερχόταν πάλε πίσω.
Η μάνα της λυγερής που εκτιμούσε τη γνώμη και του δασκάλου και του μουχτάρη, τους άκουσε για το καλό του χωριού.
Κατά τη δύση του ηλίου, ακούστηκε ένας κρότος από τη μεριά του βουνού. Εσειστήκαν οι ουρανοί, εσειστήκαν και οι καμινάδες. Τότε το νερόν ήρτεν ορμητικό και χορτάσαν νερό ούλοι οι χωριανοί, και τα χτηνά*, και τα δεντρά.
Η μάνα, εκαρτέρα την λυγερή να’ ρθει πριν να πιει νερό, μα η λυγερή δεν φάνηκε. Πήγε ο μουχτάρης να την παρηγορήσει:
− Πάψε να κλαίς ορή και η λυγερή περνά καλά εκεί που πήγε. Αγάπησε το θεριό κι έμεινε μαζί του. Ζει μες το παλάτι του ευτυχισμένη.
Η μάνα δεν έβγαλε μιλιά. Από τότε τα δάκρυα της τα φυλάει και τα κάμνει κόμπο. Τα αφήνει μόνο να τρέξουν μες την ρίζα μιας πικροδάφνης που φύτεψε για να θυμάται το παιδί της.
Οι χωριανοί ούλοι ακούσαν την ιστορίαν, μα κανένας δεν ετόλμησεν να την πει της μάνας. Ελαλούσαν πως η λυγερή, όταν είδε το θεριόν εφοβήθηκεν κι ανέβηκε στην κορφή ενός κυπαρισσιού να γλυτώσει. Τo θεριόν την κατάλαβε μα έκαμε πως εν την είδε. Έχασαν πρώτα την ζωήν τους οι έξι νέοι. Τα κορμιά τους τα άφηκε εκεί κατάχαμα. Μετά εφύσησε τη φωτιάν του προς την κορυφή του κυπαρισσιού και έριξεν την λυγερή κάτω σαν το πουλί το πετούμενο. Τρεις πιθαμές πριν να φτάσει το κορμί της στο χώμα, εμφανίστηκε ένας αϊτός κι άρπαξε την ψυχή της και την εγλύτωσεν από το θεριόν. Το κορμί της έμεινεν κια χαμαί με τα κορμιά των νέων. Ο αετός πέταξε κι εχάθηκε πάνω στα βουνά. Από την ημέρα εκείνη, νιώθει η ψυχή του ότι νιώθει και η ψυχή των πλασμάτων. Μα τα πουλιά αποστρέφουνται* την αδικία και το ψέμα, για κείνο και ο αετός δεν ξανακατέβηκε πια εις το χωριό.
Τριάντα δυο χρόνους ύστερα, ο αετός ήρθε στον ύπνο μιας γειτόνισσας που ήξερε την ιστορία. Πρωί – πρωί πήγε αυτή βιαστική στη μάνα της Λυγερής:
− Το παιδί σου γειτόνισσα ....
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
Λεξιλόγιο: Έπεψεν= έστειλε
Μουχτάρης= Κοινοτάρχης
Μιαν βολάν τζ΄έναν καιρόν, ένας δράκος κακός και πονηρός, φύλαγε την πηγή και δεν άφηνε το νερό να τρέξει να ποτίσει το χωριό. Εξεράναν οι τόποι κι εστραγκίσαν οι βρύσες και οι λάκκοι. Oι άνθρωποι και τα δεντρά περνούσαν δυστυχίαν μεγάλην.
Οι χωριανοί έτρεμαν τον δράκον γι’ αυτό και ό,τι τους εζήτα του το έκαναν, μα και πάλι ο δράκος όλο παραπάνω ήθελεν.
Μια μέρα, τράβηξε η όρεξη του να φάει τη ζωή έξι λεβέντηδων και μιας κοπέλας. Έπεψεν* μυνήματα και χαμπάρια, πως αν δεν του κάμναν το θέλημα του δεν θα άφηνε το νερό να τρέξει.
Όταν τ΄ άκουσε το μαύρο μαντάτο η μάνα της λυγερής, ότι προορίζαν το παιδί της για τα δόντια του θηρίου, ήθελε να πεθάνει από τον καημό της. Επήγεν ο μουχτάρης* με το δάσκαλο και εξηγήσαν της μάνας της λυγερής πως το θηρίο δέν ήθελε να την φάει. Ήθελε την της είπαν για παρέα και πως άμα του πέρναγε η μοναξιά, η λυγερή θα ερχόταν πάλε πίσω.
Η μάνα της λυγερής που εκτιμούσε τη γνώμη και του δασκάλου και του μουχτάρη, τους άκουσε για το καλό του χωριού.
Κατά τη δύση του ηλίου, ακούστηκε ένας κρότος από τη μεριά του βουνού. Εσειστήκαν οι ουρανοί, εσειστήκαν και οι καμινάδες. Τότε το νερόν ήρτεν ορμητικό και χορτάσαν νερό ούλοι οι χωριανοί, και τα χτηνά*, και τα δεντρά.
Η μάνα, εκαρτέρα την λυγερή να’ ρθει πριν να πιει νερό, μα η λυγερή δεν φάνηκε. Πήγε ο μουχτάρης να την παρηγορήσει:
− Πάψε να κλαίς ορή και η λυγερή περνά καλά εκεί που πήγε. Αγάπησε το θεριό κι έμεινε μαζί του. Ζει μες το παλάτι του ευτυχισμένη.
Η μάνα δεν έβγαλε μιλιά. Από τότε τα δάκρυα της τα φυλάει και τα κάμνει κόμπο. Τα αφήνει μόνο να τρέξουν μες την ρίζα μιας πικροδάφνης που φύτεψε για να θυμάται το παιδί της.
Οι χωριανοί ούλοι ακούσαν την ιστορίαν, μα κανένας δεν ετόλμησεν να την πει της μάνας. Ελαλούσαν πως η λυγερή, όταν είδε το θεριόν εφοβήθηκεν κι ανέβηκε στην κορφή ενός κυπαρισσιού να γλυτώσει. Τo θεριόν την κατάλαβε μα έκαμε πως εν την είδε. Έχασαν πρώτα την ζωήν τους οι έξι νέοι. Τα κορμιά τους τα άφηκε εκεί κατάχαμα. Μετά εφύσησε τη φωτιάν του προς την κορυφή του κυπαρισσιού και έριξεν την λυγερή κάτω σαν το πουλί το πετούμενο. Τρεις πιθαμές πριν να φτάσει το κορμί της στο χώμα, εμφανίστηκε ένας αϊτός κι άρπαξε την ψυχή της και την εγλύτωσεν από το θεριόν. Το κορμί της έμεινεν κια χαμαί με τα κορμιά των νέων. Ο αετός πέταξε κι εχάθηκε πάνω στα βουνά. Από την ημέρα εκείνη, νιώθει η ψυχή του ότι νιώθει και η ψυχή των πλασμάτων. Μα τα πουλιά αποστρέφουνται* την αδικία και το ψέμα, για κείνο και ο αετός δεν ξανακατέβηκε πια εις το χωριό.
Τριάντα δυο χρόνους ύστερα, ο αετός ήρθε στον ύπνο μιας γειτόνισσας που ήξερε την ιστορία. Πρωί – πρωί πήγε αυτή βιαστική στη μάνα της Λυγερής:
− Το παιδί σου γειτόνισσα ....
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
Λεξιλόγιο: Έπεψεν= έστειλε
Μουχτάρης= Κοινοτάρχης
Παρασκευή 30 Απριλίου 2010
Το Πάντα και το Ποτέ ενάντια στις Μερικές Φορές…
Μια σχετικά ελεύθερη απόδοση του παραμυθιού «Siempre y Nunca contra a veces!» σε μετάφραση Jaquou Utopie. Λίγο "δύσκολο" αυτό το παραμύθι γι' αυτό διαβάστε το προσεκτικά.
Μία φορά κι έναν καιρό ήταν δύο φορές. Τη μία τη λέγανε Mία Φορά και την άλλη τη λέγανε Άλλη Φορά. Η Μία και η Άλλη Φορά ήταν η οικογένεια Μερικές Φορές, που ζούσε και είχε και καμιά φορά φαγητό στο τραπέζι. Οι μεγάλοι αυτοκράτορες, που τότε κυριαρχούσαν στον κόσμο, ήταν το Πάντα και το Ποτέ που, όπως ήταν αναμενόμενο, μισούσαν μέχρι θανάτου την οικογένεια Μερικές Φορές. Ούτε το Πάντα, αλλά ούτε και το Ποτέ μπορούσαν να ανεχτούν την ύπαρξη των Μερικές Φορές.
Το Πάντα δεν μπορούσε να επιτρέψει στη Μια Φορά να ζεί στο βασίλειό του, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι το Πάντα δεν θα ήταν πια βασιλιάς, γιατί όταν υπάρχει η μια φορά τότε δεν μπορεί να υπάρχει και το για πάντα.
Αλλά και το Ποτέ, επίσης, δεν μπορούσε να επιτρέψει στην Άλλη Φορά να ξαναεμφανιστεί στο βασίλειό του, γιατί το ποτέ δεν μπορεί να συνυπάρξει με καμία φορά, πολύ δε περισσότερο αν αυτή η φορά είναι μια άλλη φορά.
Έτσι η Μία και η Άλλη Φορά περνούσαν το καιρό τους ενοχλώντας κι εκνευρίζοντας αρκετές φορές το Πάντα και το Ποτέ. Μέχρι που κάποτε το Πάντα τις άφησε στην ησυχία τους για πάντα και το Ποτέ δεν τις ξαναενόχλησε ποτέ. Και απο τότε η Μία και η Άλλη Φορά περνάνε τον καιρό τους με παιχνίδια, ξανά και ξανά.”Τι βλέπεις να φορώ;” ρωτάει η Μία Φορά και η Άλλη Φορά απαντάει “Αφού δεν βλέπεις τι φοράς;”
Κι έτσι ζούνε ευτυχισμένες τις πιο πολλές φορές! Και πάντα είναι η Μία και η Άλλη Φορά και ποτέ δεν διάλεξαν να γίνουν οι Μερικές Φορές.
Καμιά φορά είναι πολύ δύσκολο να διακρίνεις ανάμεσα στη μία και στην άλλη φορά.
Ποτέ δεν χρειάζεται να λες Πάντα (εντάξει… ίσως καμια φορά)
Τα “Πάντα” και τα “Ποτέ” τα επιβάλλουν αυτοί “από τα πάνω”, αλλά από τα κάτω εμφανίζονται “οι ενοχλητικές” Μία Φορά και Άλλη Φορά, που καμια φορά είναι ένας τρόπος για να ονομάζεις τους “διαφορετικούς” ή τους “περίεργους”.
Ποτέ δεν θα ξαναγράψω τέτοια ιστορία, κι εγώ πάντα τηρώ αυτό που λέω (εντάξει… καμια φορά όχι)
Μετάφραση Jaquou Utopie
Μία φορά κι έναν καιρό ήταν δύο φορές. Τη μία τη λέγανε Mία Φορά και την άλλη τη λέγανε Άλλη Φορά. Η Μία και η Άλλη Φορά ήταν η οικογένεια Μερικές Φορές, που ζούσε και είχε και καμιά φορά φαγητό στο τραπέζι. Οι μεγάλοι αυτοκράτορες, που τότε κυριαρχούσαν στον κόσμο, ήταν το Πάντα και το Ποτέ που, όπως ήταν αναμενόμενο, μισούσαν μέχρι θανάτου την οικογένεια Μερικές Φορές. Ούτε το Πάντα, αλλά ούτε και το Ποτέ μπορούσαν να ανεχτούν την ύπαρξη των Μερικές Φορές.
Το Πάντα δεν μπορούσε να επιτρέψει στη Μια Φορά να ζεί στο βασίλειό του, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι το Πάντα δεν θα ήταν πια βασιλιάς, γιατί όταν υπάρχει η μια φορά τότε δεν μπορεί να υπάρχει και το για πάντα.
Αλλά και το Ποτέ, επίσης, δεν μπορούσε να επιτρέψει στην Άλλη Φορά να ξαναεμφανιστεί στο βασίλειό του, γιατί το ποτέ δεν μπορεί να συνυπάρξει με καμία φορά, πολύ δε περισσότερο αν αυτή η φορά είναι μια άλλη φορά.
Έτσι η Μία και η Άλλη Φορά περνούσαν το καιρό τους ενοχλώντας κι εκνευρίζοντας αρκετές φορές το Πάντα και το Ποτέ. Μέχρι που κάποτε το Πάντα τις άφησε στην ησυχία τους για πάντα και το Ποτέ δεν τις ξαναενόχλησε ποτέ. Και απο τότε η Μία και η Άλλη Φορά περνάνε τον καιρό τους με παιχνίδια, ξανά και ξανά.”Τι βλέπεις να φορώ;” ρωτάει η Μία Φορά και η Άλλη Φορά απαντάει “Αφού δεν βλέπεις τι φοράς;”
Κι έτσι ζούνε ευτυχισμένες τις πιο πολλές φορές! Και πάντα είναι η Μία και η Άλλη Φορά και ποτέ δεν διάλεξαν να γίνουν οι Μερικές Φορές.
Καμιά φορά είναι πολύ δύσκολο να διακρίνεις ανάμεσα στη μία και στην άλλη φορά.
Ποτέ δεν χρειάζεται να λες Πάντα (εντάξει… ίσως καμια φορά)
Τα “Πάντα” και τα “Ποτέ” τα επιβάλλουν αυτοί “από τα πάνω”, αλλά από τα κάτω εμφανίζονται “οι ενοχλητικές” Μία Φορά και Άλλη Φορά, που καμια φορά είναι ένας τρόπος για να ονομάζεις τους “διαφορετικούς” ή τους “περίεργους”.
Ποτέ δεν θα ξαναγράψω τέτοια ιστορία, κι εγώ πάντα τηρώ αυτό που λέω (εντάξει… καμια φορά όχι)
Μετάφραση Jaquou Utopie
Πέμπτη 29 Απριλίου 2010
Τα Δίδυμα Αδέρφια. Αφρικάνικο Παραμύθι
Από την Anna-Maria Vasilaki
Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γυναίκα που είχε δίδυμα αγόρια. Τον Λουέμπα και τον Μαβούγκου.
Την ημέρα που γεννήθηκαν μια μάγισσα έδωσε στη μητέρα δύο πέτρες στρογγυλές και λείες. Της είπε ότι αυτά είναι τα φυλαχτά τους και ότι δεν έπρεπε ποτέ να τα βγάλουν από το λαιμό τους και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν να τους ενημερώσει. Η γυναίκα έκανε ακριβώς όπως της είπε η μάγισσα και τα παιδιά μεγάλωσαν και έγιναν δύο πολύ όμορφα παλικάρια.
Ένα πρωί ο Μαβούγκου αποφάσισε να ταξιδέψει γιατί ζωή στο χωρίο του φαινόταν πολύ μονότονη και τον είχε κουράσει. Έτσι το ανακοίνωσε στη μητέρα του.
- Δεν έχω καμία αντίρρηση να φύγεις παιδί μου και να ταξιδέψεις αλλά στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα μαζί σου μιας και είμαστε τόσο φτωχοί.
- Δεν πειράζει μητέρα, είπε ο Μαβούγκου, άλλωστε είναι καιρός να δοκιμάσω και τη δύναμη του μαγικού μου φυλαχτού!
Έτσι αποχαιρέτησε τη μητέρα του και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κατευθύνθηκε προς το δάσος. Όταν έφτασε εκεί, έκοψε μερικά φύλα και τα άγγιξε με το φυλαχτό του και ρίχνοντας τα ένα, ένα κάτω είπε:
«Να γίνεις άλογο»
«Να γίνεις μαχαίρι»
« Να γίνεις τουφέκι»
Έτσι και έγινε! Ένα πανέμορφο άσπρο άλογο ξεπήδησε μπροστά του, ένα μαχαίρι βρέθηκε κρεμασμένο στο ζωνάρι του και τέλος ένα τουφέκι περάστηκε στον ώμο του. Ο Μαβούγκου χάρηκε πολύ. Καβάλησε αμέσως το άλογο και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κάποια στιγμή κουράστηκε και πείνασε. Τότε κρατώντας το φυλαχτό του είπε:
- Λοιπόν φυλαχτό μου; Κουράστηκα και πείνασα. Θα με αφήσεις να πεθάνω της πείνας; Και αγγίζοντας μια πέτρα ένα τεράστιο και πλουσιοπάροχο τραπέζι απλώθηκε μπροστά του με όλες τις λιχουδιές. Έτσι, ο Μαβούγκου αφού έφαγε ήπιε και ξαπόστασε συνέχισε το ταξίδι του.
Όχι πολύ μακριά από εκεί που ξαπόστασε ο Μαβούγκου υπήρχε μια πολιτεία πολύ όμορφη. Ο βασιλιάς της πολιτείας αυτής είχε μια κόρη όμορφη αλλά και πολύ πεισματάρα. Πολλοί την είχαν ζητήσει για γυναίκα τους αλλά εκείνη συνεχώς αρνιόταν.
Ο Μαβούγκου έφτασε λοιπόν στην πολιτεία και στάθηκε για λίγο στην ακροποταμιά. Εκεί έτυχε να είναι και ή βασιλοπούλα τις με φίλες της. Μόλις αντίκρισε τον Μαβούγκου, γύρισε στο σπίτι τρέχοντας και ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ:
Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γυναίκα που είχε δίδυμα αγόρια. Τον Λουέμπα και τον Μαβούγκου.
Την ημέρα που γεννήθηκαν μια μάγισσα έδωσε στη μητέρα δύο πέτρες στρογγυλές και λείες. Της είπε ότι αυτά είναι τα φυλαχτά τους και ότι δεν έπρεπε ποτέ να τα βγάλουν από το λαιμό τους και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν να τους ενημερώσει. Η γυναίκα έκανε ακριβώς όπως της είπε η μάγισσα και τα παιδιά μεγάλωσαν και έγιναν δύο πολύ όμορφα παλικάρια.
Ένα πρωί ο Μαβούγκου αποφάσισε να ταξιδέψει γιατί ζωή στο χωρίο του φαινόταν πολύ μονότονη και τον είχε κουράσει. Έτσι το ανακοίνωσε στη μητέρα του.
- Δεν έχω καμία αντίρρηση να φύγεις παιδί μου και να ταξιδέψεις αλλά στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα μαζί σου μιας και είμαστε τόσο φτωχοί.
- Δεν πειράζει μητέρα, είπε ο Μαβούγκου, άλλωστε είναι καιρός να δοκιμάσω και τη δύναμη του μαγικού μου φυλαχτού!
Έτσι αποχαιρέτησε τη μητέρα του και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κατευθύνθηκε προς το δάσος. Όταν έφτασε εκεί, έκοψε μερικά φύλα και τα άγγιξε με το φυλαχτό του και ρίχνοντας τα ένα, ένα κάτω είπε:
«Να γίνεις άλογο»
«Να γίνεις μαχαίρι»
« Να γίνεις τουφέκι»
Έτσι και έγινε! Ένα πανέμορφο άσπρο άλογο ξεπήδησε μπροστά του, ένα μαχαίρι βρέθηκε κρεμασμένο στο ζωνάρι του και τέλος ένα τουφέκι περάστηκε στον ώμο του. Ο Μαβούγκου χάρηκε πολύ. Καβάλησε αμέσως το άλογο και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κάποια στιγμή κουράστηκε και πείνασε. Τότε κρατώντας το φυλαχτό του είπε:
- Λοιπόν φυλαχτό μου; Κουράστηκα και πείνασα. Θα με αφήσεις να πεθάνω της πείνας; Και αγγίζοντας μια πέτρα ένα τεράστιο και πλουσιοπάροχο τραπέζι απλώθηκε μπροστά του με όλες τις λιχουδιές. Έτσι, ο Μαβούγκου αφού έφαγε ήπιε και ξαπόστασε συνέχισε το ταξίδι του.
Όχι πολύ μακριά από εκεί που ξαπόστασε ο Μαβούγκου υπήρχε μια πολιτεία πολύ όμορφη. Ο βασιλιάς της πολιτείας αυτής είχε μια κόρη όμορφη αλλά και πολύ πεισματάρα. Πολλοί την είχαν ζητήσει για γυναίκα τους αλλά εκείνη συνεχώς αρνιόταν.
Ο Μαβούγκου έφτασε λοιπόν στην πολιτεία και στάθηκε για λίγο στην ακροποταμιά. Εκεί έτυχε να είναι και ή βασιλοπούλα τις με φίλες της. Μόλις αντίκρισε τον Μαβούγκου, γύρισε στο σπίτι τρέχοντας και ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ:
Τρίτη 27 Απριλίου 2010
Το Χαμομηλάκι και το Γαϊδουράγκαθο
Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός πευκοδάσους, ζούσε ένα μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι. Τα φύλλα του ήταν πολλά. Δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να τα μετρήσει. Ποιος ο λόγος άλλωστε; Ήταν οι πρώτες μέρες της άνοιξης και είχε καλύτερα πράγματα να κάνει. Παρατηρούσε τα πουλιά και τις πεταλούδες που χόρευαν γύρω του, μύριζε τα αρώματα που έρχονταν από το δάσος και χαμογελούσε με τον αέρα που έκανε τα αγριόχορτα να του γαργαλάνε τα πόδια.
Στο ίδιο μέρος, λίγα εκατοστά πιο μακριά, ζούσε ένα γαϊδουράγκαθο. Ήταν ψηλό, με δυνατό κορμό, κοφτερά αγκάθια και ένα μεγάλο μωβ λουλούδι. Η αλήθεια είναι πως έδειχνε -και ήταν- πολύ επιβλητικό. Στεκόταν αγέρωχο και έδειχνε να χαίρεται τη θέση του, ψηλότερα από όλα τα υπόλοιπα φυτά της περιοχής. Ήταν όμως ψηλομύτικο και σκληρός χαρακτήρας. Η σχέση του με τα υπόλοιπα φυτά δεν ήταν καλή. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να το συμπαθήσουν έτσι όπως ήταν γεμάτο σαρκασμό και έτοιμο να ειρωνευτεί οποιονδήποτε για το παραμικρό;
Μια φορά, το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι, όταν διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά τα βλέμματα τους, του είπε χαμογελαστά: “Καλημέρα φίλε μου…”. Αντί να απαντήσει, το γαϊδουράγκαθο τινάχτηκε επιδέξια και ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ:
ΑΠΟ: PAPET
Στο ίδιο μέρος, λίγα εκατοστά πιο μακριά, ζούσε ένα γαϊδουράγκαθο. Ήταν ψηλό, με δυνατό κορμό, κοφτερά αγκάθια και ένα μεγάλο μωβ λουλούδι. Η αλήθεια είναι πως έδειχνε -και ήταν- πολύ επιβλητικό. Στεκόταν αγέρωχο και έδειχνε να χαίρεται τη θέση του, ψηλότερα από όλα τα υπόλοιπα φυτά της περιοχής. Ήταν όμως ψηλομύτικο και σκληρός χαρακτήρας. Η σχέση του με τα υπόλοιπα φυτά δεν ήταν καλή. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να το συμπαθήσουν έτσι όπως ήταν γεμάτο σαρκασμό και έτοιμο να ειρωνευτεί οποιονδήποτε για το παραμικρό;
Μια φορά, το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι, όταν διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά τα βλέμματα τους, του είπε χαμογελαστά: “Καλημέρα φίλε μου…”. Αντί να απαντήσει, το γαϊδουράγκαθο τινάχτηκε επιδέξια και ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ:
ΑΠΟ: PAPET
Κυριακή 25 Απριλίου 2010
ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΗΧΟΥΣ
Μια φορά κι έναν καιρό στην Ηχητικούπολη, ζούσαν τρεις φίλοι. Το Θρόισμα, η Φωνή και ο Κρότος. Αυτοί οι φίλοι ήταν πολύ σημαντικοί για την Ηχητικούπολη, γιατί χωρίς εκείνους ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός. Δίχως τη Φωνή κανείς δε θα μπορούσε να μιλήσει. Δίχως το Θρόισμα δε θα ακούγονταν τα φύλλα των δέντρων και δίχως τον Κρότο θα υπήρχε υπερβολική ησυχία.
Όλοι τούς θεωρούσαν και τους τρεις χρήσιμους αλλά εκείνοι πίστευαν ότι ήταν ασήμαντοι. Μια μέρα αποφάσισαν να αλλάξουν δουλειές. Η Φωνή προσπάθησε να κάνει το θρόισμα αλλά τα φύλλα δε θρόιζαν, μιλούσαν! Ο Κρότος προσπάθησε να κάνει τη φωνή αλλά οι άνθρωποι δε μιλούσαν, έβγαζαν κρότους! Το Θρόισμα προσπάθησε να πάρει τη θέση του Κρότου, όμως αντί να υπάρχει κρότος, όλα θρόιζαν και έβγαζαν περίεργους ήχους!
Πολύ γρήγορα παράτησαν την προσπάθειά τους. Κατάλαβαν πως η δουλειά τους ήταν να παράγουν τους δικούς τους ήχους και όχι τους ήχους κάποιων άλλων.
Αυτό ισχύει και γενικότερα στη ζωή μας: Ο καθένας στην ειδικότητά του. Αν ασχολούμαστε με πράγματα που δε γνωρίζουμε καλά, τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα ευχάριστα
Από την Άννα Σ.(Ε΄τάξη)
Όλοι τούς θεωρούσαν και τους τρεις χρήσιμους αλλά εκείνοι πίστευαν ότι ήταν ασήμαντοι. Μια μέρα αποφάσισαν να αλλάξουν δουλειές. Η Φωνή προσπάθησε να κάνει το θρόισμα αλλά τα φύλλα δε θρόιζαν, μιλούσαν! Ο Κρότος προσπάθησε να κάνει τη φωνή αλλά οι άνθρωποι δε μιλούσαν, έβγαζαν κρότους! Το Θρόισμα προσπάθησε να πάρει τη θέση του Κρότου, όμως αντί να υπάρχει κρότος, όλα θρόιζαν και έβγαζαν περίεργους ήχους!
Πολύ γρήγορα παράτησαν την προσπάθειά τους. Κατάλαβαν πως η δουλειά τους ήταν να παράγουν τους δικούς τους ήχους και όχι τους ήχους κάποιων άλλων.
Αυτό ισχύει και γενικότερα στη ζωή μας: Ο καθένας στην ειδικότητά του. Αν ασχολούμαστε με πράγματα που δε γνωρίζουμε καλά, τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα ευχάριστα
Από την Άννα Σ.(Ε΄τάξη)
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
Σαν παραμύθι του παππού ...
Η φλογέρα του βασιλιά, τα ποντίκια, οι γάτες που τα έφαγαν και οι σκύλοι που έδιωξαν τις γάτες από το νησί...
(από τον Αλέξάνδρο Δημητρακόπουλο)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που φορούσε συνέχεια στέμμα και κόκκινη χλαμύδα από ακριβό βελούδο. Αγαπούσε τη μουσική μα περισσότερο από όλα τα όργανα λάτρευε την φλογέρα. Δεν είχε άδικο για αυτή του την προτίμηση γιατί αποδείχθηκε ότι η φλογέρα ήταν μαγική. Ο ήχος της και τα σκαμπανεβάσματα στην κλίμακα του “ντο” και του “σολ” μάγευε τα ποντίκια, τα έκανε πειθήνια όργανα, τα τύφλωνε στα μάτια και στο νου.
Έτσι για να σώσει τη χώρα του ο καλός βασιλιάς από τον αλόγιστο πολλαπλασιασμό των ποντικιών αποφάσισε να επέμβει. Πώρε τη φλογέρα και παίζοντας άρχισε να διασχίζει τους δρόμους του βασιλείου του. Και ώ του θαύματος! Πίσω σχηματίσθηκε μία ατέλειωτη ουρά από τα σιχαμερά αυτά ζώα. Μπροστά λοιπόν ο βασιλιάς και πίσω του τα στίφη των ποντικιών. Σώθηκε η χώρα, εξαφανίστηκαν τα ποντίκια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Όμως κάποια από αυτά σκαρφάλωσαν σε πλοίο, το πλοίο βυθίστηκε σε κάποιο ταξίδι και τα ποντίκια βγήκαν σε κοντινό νησί. Σε ένα χρόνο εκεί στο νησί πολλαπλασιάστηκαν πάρα πολύ και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να φέρουν γάτες. Έτσι οι ποντικοί εξαφανίστηκαν, οι γάτες όμως αυξήθηκαν και αυτές πάρα πολύ.
Ο γεροντότερος του νησιού πρότεινε τότε ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΕΔΩ:
(από τον Αλέξάνδρο Δημητρακόπουλο)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που φορούσε συνέχεια στέμμα και κόκκινη χλαμύδα από ακριβό βελούδο. Αγαπούσε τη μουσική μα περισσότερο από όλα τα όργανα λάτρευε την φλογέρα. Δεν είχε άδικο για αυτή του την προτίμηση γιατί αποδείχθηκε ότι η φλογέρα ήταν μαγική. Ο ήχος της και τα σκαμπανεβάσματα στην κλίμακα του “ντο” και του “σολ” μάγευε τα ποντίκια, τα έκανε πειθήνια όργανα, τα τύφλωνε στα μάτια και στο νου.
Έτσι για να σώσει τη χώρα του ο καλός βασιλιάς από τον αλόγιστο πολλαπλασιασμό των ποντικιών αποφάσισε να επέμβει. Πώρε τη φλογέρα και παίζοντας άρχισε να διασχίζει τους δρόμους του βασιλείου του. Και ώ του θαύματος! Πίσω σχηματίσθηκε μία ατέλειωτη ουρά από τα σιχαμερά αυτά ζώα. Μπροστά λοιπόν ο βασιλιάς και πίσω του τα στίφη των ποντικιών. Σώθηκε η χώρα, εξαφανίστηκαν τα ποντίκια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Όμως κάποια από αυτά σκαρφάλωσαν σε πλοίο, το πλοίο βυθίστηκε σε κάποιο ταξίδι και τα ποντίκια βγήκαν σε κοντινό νησί. Σε ένα χρόνο εκεί στο νησί πολλαπλασιάστηκαν πάρα πολύ και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να φέρουν γάτες. Έτσι οι ποντικοί εξαφανίστηκαν, οι γάτες όμως αυξήθηκαν και αυτές πάρα πολύ.
Ο γεροντότερος του νησιού πρότεινε τότε ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΕΔΩ:
Σάββατο 10 Απριλίου 2010
ΜΑΝΤΕΨΕ ΠΟΣΟ Σ' ΑΓΑΠΩ!
Διαβάστε το παραμυθάκι του Σαμ Μακμπράτνεϋ με υπέροχη εικονογράφηση από την Ανίτα Τζεράμ.
“Μάντεψε πόσο σ αγαπώ!” είπε. “Ω! δε νομίζω ότι μπορώ να το μαντέψω αυτό!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. “Τόσο πολύ!” είπε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι ανοίγοντας τα χέρια του όσο πιο πλατιά μπορούσε. Ο Μεγάλος Καστανός Λαγός είχε μεγαλύτερα χέρια. “Εγώ όμως αγαπώ ΕΣΕΝΑ τόσο πολύ!” είπε.
Χμ, αυτό είναι πολύ , σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Σ αγαπώ τόσο, όσο ψηλά μπορώ να φτάσω!” είπε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Κι εγώ σ αγαπώ τόσο, όσο ψηλά μπορώ ΕΓΩ να φτάσω!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. Αυτό είναι αρκετά ψηλά, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. Θα ήθελα κι εγώ να είχα χέρια τόσο μεγάλα.
Τότε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι είχε μια καλή ιδέα. Στηρίχτηκε στο έδαφος με τα χέρια του και έφτασε με τα πόδια του όσο πιο ψηλά μπορούσε στον κορμό του δέντρου. “Σ αγαπώ μέχρι τα πόδια μου!” είπε. “Κι εγώ σ αγαπώ μέχρι τα πόδια σου!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός σηκώνοντας το Μικρό Καστανό Λαγουδακι πάνω από το κεφάλι του.
“Σ αγαπώ τόσο όσο μπορώ να πηδηξω!” είπε γελώντας το Μικρό Καστανό Λαγουδακι πηδώντας πάνω κάτω. “Αλλά εγώ σ αγαπώ όσο ΕΓΩ μπορώ να πηδηξω!” χαμογέλασε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός- και πήδηξε τόσο ψηλά που τα αυτιά του άγγιξαν τα κλαδιά του δέντρου. Πολύ ψηλό πήδημα, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. Αχ να πηδούσα κι Εγώ τόσο ψηλά!
“Σ αγαπώ από δω μέχρι το ποτάμι!”, φώναξε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Σ αγαπώ και μετά από το ποτάμι, πάνω από τους λόφους!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός.
Είναι πράγματι πολύ μακριά, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό λαγουδακι. Είχε νυστάξει πολύ για να σκεφτεί περισσότερο. Τότε κοίταξε μέσα από τους θάμνους την μεγάλη μαύρη νύχτα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από τον ουρανό. “Σ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι!”, είπε και τα μάτια του έκλεισαν.
” Ω αυτό είναι πολύ μακριά!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. “Είναι πολύ μακριά”. Ο Μεγάλος Καστανός Λαγός έβαλε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι στο κρεβάτι του. Έσκυψε και το φίλησε στο μέτωπο. Μετά ξάπλωσε δίπλα του και ψιθύρισε με χαμόγελο:
“Σ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι- ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΞΑΝΑ!”.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















