Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

Οι εννιά αγριόκυκνοι και η ωραία Ελένη

 


Μια φορά και έναν καιρό ήτανε μία βασίλισσα και είχε εννιά γιους και μία κοπέλα. Πέθανε η βασίλισσα και έμειναν τα παιδιά ορφανά. Παντρεύτηκε ο βασιλιάς και πήρε μια άλλη γυναίκα, πολύ κακή, που δε μπορούσε ούτε να βλέπει τα παιδιά.

Κάποια μέρα πήγε στη νέα βασίλισσα μια γριά μάγισσα και της είπε πως μπορεί να μαγέψει τα παιδιά να γίνουνε πουλιά, να φεύγουν και να μη βρίσκονται συνέχεια στα πόδια της.

 Έτσι κι έγινε. Την πρόσταξε η βασίλισσα και τα μάγεψε κι έγιναν όμορφοι αγριόκυκνοι. Όλη μέρα γύριζαν στον κόσμο και το βράδυ πήγαιναν σπίτι. Όμως και πάλι, όταν έβλεπε η βασίλισσα ήθελε να τα χαλάσει.

Μια μέρα οι κύκνοι πλέξανε ένα στρώμα από ψαθί και βάλανε μέσα την αδερφή τους, Ελένη τη λέγανε, και φύγανε μακριά. Ο ένας πήγαινε πάντα πάνω από την κοπέλα να της κάνει ίσκιο με τα φτερά του, να μην την καίει ο ήλιος. Πήγαιναν πάνω από τη θάλασσα, λιγώσαμε και κάτσανε να ξεκουραστούν σε ένα μικρό νησάκι. Τόσο μικρό ήταν αυτό το νησάκι, που μόλις τους έπαιρνε με το στανιό, τον έναν δίπλα στον άλλο. Περάσανε εκεί τη νύχτα και την αυγή σηκωθήκανε, πήραν το στρώμα από τις τέσσερις άκρες και φύγανε. Πήγαιναν, πήγαιναν και φτάσανε σε ένα άγριο μέρος. Εδώ, είπανε, είναι καλά να κάτσουμε. Κάτσανε και αρχίσανε να γυρεύουν κατοικία. Βρήκανε μία σπηλιά κοντά στο βουνό που ήταν γεμάτη αγκάθια. Την πάστρεψαν, την έφκιασαν και βάλανε την όμορφη Ελένη να κάθεται εκεί μέσα. Εκείνοι όλη μέρα γυρίζανε και φρόντιζαν να πηγαίνουν φαΐ στην αδερφή τους.

Η Ελένη περνούσε πολύ ωραία, αλλά η λύπη της ήτανε που δεν μπορούσε να σώσει τους αδερφούς της και να τους κάνει πάλι ανθρώπους. Μια νύχτα που κοιμόταν είδε στον ύπνο της μία γριά και βάσταγε στο χέρι της μία τσουκνίδα και της λέει: «Θέλεις να σώσεις τους αδερφούς σου; Εδώ γύρω στη σπηλιά είναι πολύ τσουκνίδα. Να βγεις να μαζώξεις και να την πατήσεις ξυπόλητη, να την κάνεις κλωστή και μ’ αυτή να κάνεις εννιά φορέματα να τα φορέσουνε οι αδερφοί σου και έτσι θα τους γλιτώσεις. Θα ξαναγίνουν παλικάρια. Αλλά άκουσε να σου πω: δεν θα μιλήσεις καθόλου, γιατί αν μιλήσεις χάθηκες. Θα πεθάνουν τα αδέρφια σου». Και της δίνει μία με την τσουκνίδα κι έφυγε.

Από τον πόνο η Ελένη ξύπνησε κι άρχισε αμέσως τη δουλειά. Βγήκε, μάζεψε ένα σωρό τσουκνίδες και άρχισε να τις πατεί με τα πόδια της. Απ’ της τσουκνίδας τ’ αγκάθια τα χέρια και τα πόδια της γέμισαν φουσκάλες και πληγές. Το βράδυ γύρισαν τ’ αδέρφια της και την είδανε που δούλευε, αλλά εκείνη δεν τους μίλησε. Μόλις παρατηρήσανε τα χέρια και τα πόδια της, αρχίσανε να κλαίνε και τα δάκρυά τους, που πέφτανε πάνω στις πληγές, τις γιατρεύανε.

Μια μέρα ο βασιλιάς πήρε τους υπηρέτες του και πήγε για κυνήγι. Τα σκυλιά τον πήγανε προς στη σπηλιά που ήτανε η Ελένη και αρχίσανε να αλυχτάνε. Ο βασιλιάς πήγε κοντά και βλέπει τη σπηλιά, μπαίνει μέσα και τί να δει: Μία όμορφη κόρη να εργάζεται. Της μίλησε κι αυτή δεν του μίλησε. Τότε ο βασιλιάς είπε με το νου του πως θα είναι μουγκή, αλλά τόσο όμορφη ήτανε, που είπε στους υπηρέτες του να την πάρουνε στο παλάτι.

Την πήρανε και την πήγαν στο παλάτι, μα πήρε η Ελένη μαζί της τα φορέματα που είχε φτιαγμένα και την κλωστή που είχε μαζεμένη. Άμα την πήγανε στου βασιλιά το παλάτι, τη βάλανε να κάτσει σε μία κάμαρα που έβλεπε κατά το περιβόλι. Εκείνη άρχισε πάλι τη δουλειά της κι έβγαινε τη νύχτα και μάζευε τσουκνίδες και τις έκανε κλωστή για να ’χει να υφαίνει την ημέρα τα φορέματα για τους κύκνους.

Ένα βράδυ που μάζευε τσουκνίδα την είδε μία υπηρέτρια και πάει στον βασιλιά και του λέει: «Η γυναίκα σου είναι μάγισσα, βγαίνει τη νύχτα και κάνει μάγια στο φεγγάρι με τα χόρτα».  Ο βασιλιάς δεν την πίστεψε κι ένα βράδυ την παραμόνεψε. Κι αλήθεια, την είδε ο βασιλιάς να μαζεύει χόρτα. Την πήρε και την έβαλε στη φυλακή και την άλλη μέρα διέταξε να την κάψουν, όπως κάνανε στις μάγισσες τον παλιό καιρό.

Η Ελένη ήθελε να τελειώσει δύο φορέματα ακόμη κι ακόμα και στη φυλακή συνέχισε αμίλητη να δουλεύει. Την άλλη μέρα άρχισαν να διαλαλούν στη χώρα για το θάνατο της μάγισσας. Τ’ ακούσαμε και τ’ αδέρφια της και κινήσανε κι εκείνα να πάνε να δούνε. Στην πλατεία ετοίμασαν σωρούς ξύλα για να την κάψουν. Την άλλη μέρα μαζεύτηκε κόσμος και κοσμάκης να τη δει την τιμωρία της Ελένης. Εκείνη πήρε μαζί της και τα φορέματα. Όταν ήταν έτοιμοι να βάλουν τη φωτιά, άκουσαν μία μεγάλη βουή να έρχεται από μακριά. Κοιτάζουνε και τί να δούνε; Οι εννιά αγριόκυκνοι να ’ρχονται και πήγανε και κάτσανε κοντά στο μέρος που ήθελαν να κάψουν τη μάγισσα. Εκείνη μόλις τους είδε πέταξε πάνω στ’ αδέρφια της τα ρούχα που είχε κάνει και τα πουλιά αμέσως έγιναν άνθρωποι όπως πρώτα.

Εκείνη έπειτα μίλησε και είπε όλη την περιπέτεια που πέρασε για να σώσει τα αδέρφια της. Τα ξύλα δε, που είχαν για να την κάψουν, έγιναν τριανταφυλλιές που μοσχοβολούσαν σε όλο το μέρος. Τότε ήρθε και ο βασιλιάς, πήρε την Ελένη και τ’ αδέρφια της και πήγαν στο παλάτι και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!


Μαριέττα Μινώτου, Λαϊκά Παραμύθια της Ζακύνθου,εκδ. Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2012.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

"Η Ξυλομαρία": Διασκευή παραμυθιού από την Κρήτη


         Αποτέλεσμα εικόνας για ξύλινη κούκλα    

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε μια πανέμορφη κόρη που την έλεγαν Μαρία. Όταν ήρθε ο καιρός να την παντρέψει, ο βασιλιάς, από συμφέρον, διάλεξε για γαμπρό του τον γέρο-βασιλιά ενός γειτονικού βασιλείου που είχε δει τη Μαρία και την πόθησε. Η Μαρία όμως, αγαπούσε έναν νέο πρίγκιπα, χωρίς όμως να το ξέρει ο ίδιος κι αρνιόταν να πάρει τον γέρο βασιλιά. Ο πατέρας της επέμενε. Είχε πάρει την απόφασή του και δεν άκουγε κουβέντα, γιατί ήθελε να ενώσει το βασίλειό του με το διπλανό βασίλειο. Την έκλεισε λοιπόν σ’ ένα δωμάτιο του παλατιού και δεν θα την έβγαζε έξω αν δεν παντρευόταν το γερο- βασιλιά.
            Η Μαρία έψαχνε να βρει ένα σχέδιο για να καθυστερήσει τον γάμο με τον γερο – βασιλιά, ώσπου να αποδράσει και να πάει να βρει τον πρίγκιπα που αγαπούσε. Μετά από μέρες, δήθεν μετανιωμένη, φώναξε τον πατέρα της και του λέει:
-Δέχομαι να παντρευτώ αυτόν που θέλεις, αλλά θέλω να μου ράψεις τρία φορέματα χρυσοκέντητα. Το ένα να έχει πάνω τη θάλασσα και τα ψάρια, το άλλο τ’ άστρα με το φεγγάρι και το τρίτο τον ήλιο με τον ουρανό.
- Το μόνο εύκολο! της είπε ο πατέρας της και δίνει αμέσως εντολή στις καλύτερες μοδίστρες του παλατιού να ετοιμάσουν τα φορέματα. Στο μεταξύ η Μαρία πήγε και βρήκε έναν μαραγκό και του ζήτησε να της φτιάξει μια ξύλινη στολή που θα φαίνονταν μόνο τα μάτια, η μύτη και το στόμα της.
- Θέλω να μου την κάνεις έτσι ώστε άμα τη φορώ να μη μπορεί κανένας να με αναγνωρίσει. Να μου τη φέρεις μυστικά, του είπε, χωρίς να σε δει ο πατέρας μου κι εγώ θα σε πληρώσω ακριβά. Σε κάμποσες μέρες ετοιμάστηκαν τα φορέματα, ετοιμάστηκε και η ξύλινη στολή κι άρχισαν οι προετοιμασίες για τον γάμο της Μαρίας με τον γέρο- βασιλιά. Αυτή όμως ένα βράδυ, φορά τα φορέματα το ένα πάνω στ’ άλλο, φορά από πάνω και την ξύλινη στολή και το ’σκασε  να πάει να βρει τον καλό της.
            Περιπλανήθηκε πολύ μέχρι να φτάσει στη χώρα του πρίγκιπα κι όσοι την έβλεπαν στο δρόμο την περιγελούσαν:
- Δείτε ένα ξύλο που περπατάει στο δρόμο! Όταν έφτασε στο κάστρο που έμενε ο  αγαπημένος της, χτύπησε την πόρτα και τον ζητούσε επίμονα. Οι φρουροί τελικά την οδήγησαν μπροστά στον πρίγκιπα που τη ρώτησε παραξενεμένος:
- Πώς σε λένε και τι θέλεις εδώ;
- Με λένε Ξυλομαρία, απάντησε αυτή και θέλω να σε υπηρετήσω. Έπιασαν κουβέντα και ο πρίγκιπας ευχαριστήθηκε από την προθυμία, τους καλούς τρόπους και τις γνώσεις της Ξυλομαρίας και την πήρε στην υπηρεσία του.  Έμενε λοιπόν στο κάστρο, δούλευε εκεί και ήταν όλοι πολύ ευχαριστημένοι μαζί της.
            Κάποια μέρα γινότανε επίσημος χορός στην πόλη και θα πήγαινε και το πριγκιπόπουλο. Το ’μαθε και η Ξυλομαρία, έβγαλε την ξύλινη στολή κι έβαλε ένα από τα φορέματα που είχε, τη θάλασσα με τα ψάρια. Όταν μπήκε στη σάλα του χορού, όλοι σταμάτησαν και την κοιτάζανε. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά και το περπάτημά της όλο χάρη. Κανείς δεν ήξερε ποια είναι, από πού ήρθε και ποιος την έφερε. Φυσικά το πριγκιπόπουλο την πρόσεξε και θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Την πλησίασε, της έκανε λίγη συντροφιά και χόρεψε μαζί της. Όμως πριν τελειώσει ο χορός η Ξυλομαρία έφυγε με τρόπο για το κάστρο, όπου έβαλε και πάλι την ξύλινη στολή.
            Ο πρίγκιπας όμως δεν την είχε βγάλει από τον νου του και αποφάσισε να διοργανώσει σύντομα έναν χορό στο κάστρο μήπως και την ξαναδεί. Η Ξυλομαρία έβαλε το άλλο φόρεμα, που είχε τ’ άστρα και το φεγγάρι και πήγε στο χορό. Όλοι έκαναν μεγάλη χαρά που την ξαναείδαν και πιο πολύ το πριγκιπόπουλο, το οποίο προσπάθησε να την κρατήσει κοντά του χορεύοντας όλη τη βραδιά. Μα λίγο πριν τελειώσει η διασκέδαση η Ξυλομαρία ξεγλίστρησε, βγήκε έξω και πήγε κι έβαλε πάλι την ξύλινη στολή της και κανένας δεν κατάλαβε ποια ήταν.
            Το πριγκιπόπουλο ζήτησε κι έγινε κι άλλος χορός για να την ξαναδεί. Αυτή τη φορά η Ξυλομαρία έβαλε το τρίτο φόρεμα, το οποίο είχε κεντημένο πάνω του τον ήλιο και τον ουρανό κι όταν μπήκε μέσα έλαμψε ο τόπος. Το βασιλόπουλο αποφάσισε αυτή τη φορά ότι θα της εξομολογούνταν την αγάπη του και θα της ζητούσε να τον παντρευτεί. Μα η Ξυλομαρία έφυγε και είπε να μην ξαναπατήσει σε χορό. Και πράγματι, όσοι χοροί κι αν γίνονταν, η Ξυλομαρία δεν εμφανιζόταν, ενώ το πριγκιπόπουλο έμενε με την προσμονή. Στενοχωριόταν πολύ που δεν έβλεπε την όμορφη κοπέλα, δεν έτρωγε κι έχασε κάθε ενδιαφέρον για οτιδήποτε. Μέρα με τη μέρα έλιωνε σαν το κερί και η Ξυλομαρία που κυκλοφορούσε δίπλα του, χωρίς αυτός να το ξέρει, τον έβλεπε και λυπόταν αφάνταστα.
            Στο τέλος ο πρίγκιπας έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι και η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Όλο παραμιλούσε κι έλεγε για την κοπέλα του χορού που χάθηκε. Τότε η Ξυλομαρία αποφάσισε να του αποκαλυφθεί. Παρουσιάστηκε μπροστά του, έβγαλε την ξύλινη στολή και φάνηκε το φόρεμα με τη θάλασσα και τα ψάρια με το οποίο την είχε δει την πρώτη φορά. Κατόπιν το βγάζει και φανερώνεται με το δεύτερο φόρεμα με τα’ άστρα και το φεγγάρι και στο τέλος μένει με το τρίτο φόρεμα με τον ήλιο και τον ουρανό.
             - Ξυλομαρία εσύ είσαι η κοπέλα που λαχταρούσα; ψέλλισε ο πρίγκιπας.
            -Ναι, εγώ είμαι, είπε αυτή, με λένε Μαρία και δεν πρόκειται να φύγω ποτέ από κοντά σου. Αρκετά δοκίμασα την αγάπη σου.
            Το πριγκιπόπουλο πετούσε στα ουράνια! Άνοιξε η όρεξή του, έγινε σύντομα καλά και όρισε τους γάμους του με τη Μαρία. Κάλεσαν τους βασιλιάδες απ’ όλα τα γειτονικά βασίλεια, μαζί και τον πατέρα της Μαρίας, που ήρθε μετανιωμένος, αλλά χαρούμενος για την επιλογή της. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
           
 Το διαβάσαμε στην τοπική εφημερίδα: "Η Φωνή της Λευτέριανης"
           

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

"Το μάτι". Παραδοσιακό παραμύθι από την Ήπειρο (Πάργα)


Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας ψαράς. Μια μέρα από τις πολλές, πήγε στην ακροθαλασσιά κι έριξε τα δίχτυα του, αλλά δε έπιασε ούτε λέπι.  Κίνησε να γυρίσει σπίτι του καταστενοχωρημένος που δε μπόρεσε να βγάλει ψάρια να ταΐσει τα παιδιά του. Στο δρόμο της επιστροφής πέρασε μπροστά από το παλάτι του βασιλιά κι έβγαλε έναν μεγάλο αναστεναγμό:
-Αχ! Τι δυστυχισμένος άνθρωπος που είμαι!
Ο βασιλιάς, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στον εξώστη, άκουσε τον ψαρά και τον φώναξε να τον φέρουν μπροστά του. Όταν του τον έφεραν τον ρώτησε:
- Γιατί άνθρωπέ μου βαριαναστενάζεις και λες πως είσαι πολύ δυστυχισμένος;
- Αναστέναξα αφέντη βασιλιά μου, είπε ο ψαράς, γιατί πήγα στη θάλασσα να ψαρέψω, αλλά δε μπόρεσα να πιάσω τίποτε κι έτσι δε θα έχω ψωμί να ταΐσω τα παιδιά μου.
- Ξαναπήγαινε στη θάλασσα, είπε ο βασιλιάς, κι ό,τι πιάσεις, ψάρι, πέτρα φύκι, οτιδήποτε, φέρτο σε μένα και θα σου δώσω το βάρος του σε φλουριά. Με τη συμφωνία όμως, πως θα κρατήσω εγώ αυτό που θα ψαρέψεις.
Γυρνάει ο ψαράς στην ακροθαλασσιά, έριξε και ξανάριξε τα δίχτυα του, αλλά δεν έπιασε τίποτε άλλο παρά ένα μάτι ψαριού! Απογοητευμένος το πάει στον βασιλιά.
- Πραγματικά είσαι άτυχος άνθρωπέ μου, του λέει ο βασιλιάς, γιατί αυτό δε ζυγίζει ούτε όσο ένα φύλλο. Παίρνει ο βασιλιάς το μάτι, το βάζει πάνω στον ένα δίσκο μιας ζυγαριάς και στον άλλο δίσκο βάζει ένα χρυσό φλουρί και με έκπληξη βλέπει ότι το μάτι ήταν βαρύτερο από το φλουρί! Βάζει και δεύτερο φλουρί και τρίτο, μα το μάτι ακόμη φαινόταν βαρύτερο. Βάζει μια χούφτα φλουριά, μα ο δίσκος με το μάτι δεν έλεγε να ανέβει τον ανήφορο! Γεμίζει το δίσκο της ζυγαριάς ως επάνω με φλουριά, μα τίποτα! Και τότε ακόμα το μάτι ήταν βαρύτερο!
 Ο βασιλιάς έμεινε απορημένος και κάλεσε όλους τους σοφούς του τόπου και τους είπε:
- Έχω ένα ερώτημα να σας βάλω και έχετε προθεσμία έναν μήνα να μου απαντήσετε. Αν βρείτε την εξήγηση θα σας γεμίσω δώρα, διαφορετικά θα σας πάρω το κεφάλι. Και να ποιο είναι το ερώτημα... Και τους έδειξε τη ζυγαριά με το μάτι και τα χρυσά φλουριά.
Οι σοφοί έβαλαν τα δυνατά τους, μα εξήγηση δε μπορούσαν να δώσουν. Οι μέρες περνούσαν, τέλειωνε ο μήνας και είχαν πλέον απελπιστεί γιατί η απειλή του βασιλιά ήταν πάνω από τα κεφάλια τους. Έφτασε η τελευταία μέρα και σκέφτηκαν να καλέσουν έναν γέρο καλόγερο, που είχε τη φήμη του σοφού και τίμιου, για να τους βοηθήσει.
Αυτός πράγματι προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει. Έβαλε πάνω από το ράσο ρούχα σαν αυτά που φορούσαν οι σοφοί, για να μην τον πάρουν χαμπάρι στο παλάτι, παίρνει τη ζυγαριά με το μάτι κι ένα σακούλι με χώμα και παρουσιάζεται μπροστά στον βασιλιά που περίμενε να λάβει την απάντηση.
Ο καλόγερος παίρνει από το σακούλι του λίγο χώμα και πασπαλίζει το μάτι κι αμέσως η ζυγαριά από το μέρος του ματιού σηκώθηκε λίγο. Βάζει λίγο ακόμη χώμα από το μέρος του ματιού και η ζυγαριά έγειρε κι άλλο προς το μέρος των φλουριών. Βάζει κι άλλη φορά χώμα στο μάτι κι ο δίσκος των φλουριών κάθισε κάτω, ενώ του ματιού ελάφρυνε και σηκώθηκε πάνω. Ενώ πριν, θυμάστε, γινόταν το ανάποδο.
- Το μάτι βασιλιά μου, έδωσε την εξήγηση ο καλόγερος είναι η πηγή της αχορτασιάς και της φιλαργυρίας. Πριν το μάτι σμίξει με το χώμα ήταν καθαρό, γι' αυτό ηταν βαρύ. Τώρα που έσμιξε με το χώμα, ενώ έπρεπε να ζυγιάζει περισσότερο, τώρα είναι ελαφρύτερο απ' ότι ήταν πριν.
Έτσι και ο άνθρωπος. Όλη του τη ζωή καταγίνεται να μαζέψει πλούτη αλλά ποτέ δε χορταίνει. Όταν όμως πεθαίνει και πια γίνει ένα με το χώμα, ό,τι έχει μάσει με την πλεονεξία του τον αφήνει. Όπως αυτό το μάτι: Όσο ήταν καθαρό ζύγιαζε πλιότερο, γιατί δε χορταινε το χρυσάφι. Όταν λερώθηκε με το χώμα και θόλωσε, το χρυσάφι δεν τόβλεπε πια και γι' αυτό κι ελάφρυνε. Το  χώμα αφέντη βασιλιά μου τα νικάει όλα!
-Εύγε! είπε ο βασιλιάς στον καλόγερο. Η εξήγηση που μου έδωσες μ' έκανε να καταλάβω πολλά πράγματα. Θα σας ανταμείψω πλουσιοπάροχα! Κι έτσι έδωσε στον σοφό καλόγερο και στους υπόλοιπους, ανάμεσά τους και στον φτωχό ψαρά, το μισό του βασίλειο. Και όλοι ζήσανε καλά κι μείς καλύτερα!

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Ο στύλος της γης και οι Καλικάτζαροι (ελληνική παράδοση για τις γιορτές)

 

Κάτω από τη Γη υπάρχει ένα μεγάλο δένδρο, ωσάν στύλος πελώριος, και γερός, και βαστάει τη γη. Έτσι έλεγαν οι παλαιότεροι. Εκεί κάτω ευρίσκονται όλο το χρόνο οι Καλικάντζαροι και δουλεύουν νύκτα και ήμερα.
Προσπαθούν να κόψουν τον στύλο πού βαστάει τη Γη, γιατί θέλουν να την ιδούν να γκρεμίζεται και να γελούν. Κτυπούν λοιπόν με μικρά τσεκουράκια και πριονίζουν με πριονάκια. Κάθε χρόνο, μόλις ζυγώνουν να το κόψουν, να σου και έρχονται και τα Χριστούγεννα..
-"Άιντε, πάμε τώρα να γλεντήσομε λίγο επάνω στη γη, πειράζοντας τους ανθρώπους, γιορτές ημέρες πού ήρθαν", λένε. "Πάμε, και στο γυρισμό μας το αποκόβομε".
Έρχονται λοιπόν κοντά μας. Τρώνε πίνουν και γλεντούν και πειράζουν τους ανθρώπους κάνοντας ζημιές: Τρυπάνε τα τσουβ΄λια με το αλεύρι, ανοίγουν την κάνουλα στο βαρέλι με το κρασί, τρομάζουνε τα ζωντανά, σκορπίζουν τη στάχτη από το τζάκι, τρομάζουνε τις κακόμοιρες τις γριές και κάνουν κάθε είδους σκανταλιές. Μόλις έρχεται η παραμονή των Φώτων και βγαίνει ο παπάς με την αγιαστούρα τρομάζουν και φεύγουν! Τρέχουν να συνεχίσουν το πριόνισμα του δέντρου που βαστάει τη Γη και να ολοκληρώσουν το σκοπό τους. Στο γυρισμό τους όμως ευρίσκουν το δένδρο να έχει θρέψει. Και τότε αρχίζουν ξανά μανά απ' την αρχή!
Ευτυχώς πού είναι κουτούτσικοι οι Καλικάντζαροι, για τούτο κάθε χρόνο πάντα τα ίδια κάμνουν και πάντα τα ίδια παθαίνουν με τούτο το θεόρατο δένδρο, που κρατάει τη γη ολόκληρη με τα χωριά της και με τις πολιτείες της.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Οι δώδεκα μήνες. Λαϊκό παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδεκάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.
Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:
Διαβάστε τη συνέχεια του παραμυθιού πατώντας εδώ:

Το χρυσόψαρο. Λαϊκό παραμύθι

Μια φορά ήταν ένας φτωχός ψαράς, κι όλη νύχτα αγωνιζόταν να πιάσει ψάρι και ψάρι δεν έπιανε. Κόντεψε τέλος η αυγή, έριξε πάλι τ’ αγκίστρι του κι έλεγε απομέσα του: «Ω, Θεέ μου, δυστυχία! σήμερα θα πεθάνουν τα παιδιά μου απ’ την πείνα».
Του φάνηκε τότε πως τσίμπησε ψάρι και τράβηξε τ’ αγκίστρι. Τι να δει! Ένα ψαράκι χρυσό! Έκανε να το βγάλει απ’ τ’ αγκίστρι κι άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».
– Ε, λέει με το νου του, να το ρίξω! έτσι κι έτσι δεν θα μου κάμει τίποτε ένα ψαράκι.
Και το ’ριξε στη θάλασσα. Πάλι ακούει την ίδια φωνή να του λέει:
– Τι καλό θέλεις να σου κάμω;
– Ε, λέει, να πάω στο σπίτι μου και να βρω ψωμιά και φαγιά.
Σαν πήγε στο σπίτι του, τα ήβρεν όλα όπως του είπε η φωνή. Είπε την ιστορία όλη στη γυναίκα του.
– Αχ, καλέ, του λέει αυτή, αντί να ζητήσεις, τίποτε καλό, ζήτησες ψωμιά και φαγιά;
– Ε, καλά, της λέει αυτός. Αν το ξαναπιάσω, τι θέλεις να του ζητήσω;
Η γυναίκα τού είπε να ζητήσει παλάτια!
Επήγεν ο καημένος ο ψαράς, έριξε το δίχτυ κι έπιασε πάλι το χρυσόψαρο. Έκανε να το βγάλει πάλι απ’ τ’ αγκίστρι και άκουσε τη φωνή: «Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».
Το έριξε, κι άκουσε πάλι τη φωνή: «Τι καλό θέλεις να σου κάμω;» κι αυτός εζήτησε παλάτια.
Πάει στο σπίτι του και τι να δει; παλάτια ωραιότατα!
– Αχ, του λέει η γυναίκα του, να πά’ να το ξαναπιάσεις και να του ζητήσεις συ να γίνεις βασιλιάς κι εγώ βασίλισσα.
Επήγε πάλι κι έκαμεν όπως έκαμνε και τις άλλες φορές, άκουσε τη φωνή και ζήτησε ό,τι του είπε η γυναίκα του. Μα πάει κατόπι στο σπίτι του, και τι να δει; Μια καλύβα όπως πρώτα, και τα παιδιά του πεινασμένα.

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Ο κυρ-Λάζαρος κι οι δράκοι


Ήταν ένας μπαλωματής και τον έλεγαν Λάζαρο. Και μνια μέρα, όπου μπάλωνε, μαζώθηκαν πολλές μύγες, και τράβησε ένα μπάτσο και σκότωσε σαράντα μύγες. Τότες πήγε κι έφκιακ' ένα σπαθί κι έγραψε "Με μνια τραβησιά σκότωσα σαράντα ψυχές!". Κι αφού το έφκιασε το σπαθί, κίνησε και πήγε στην ξενιτιά. Και σαν πήγε δυο μέρες μακριά από τον τόπον του, ήβρε ένα πηγάδι κι έπεσε κι εκοιμήθηκε. Εκεί εκάθονταν οι δράκοι. Τότες ήρθεν ένας να πάρει νερό κι είδε το Λάζαρο, πού εκεοιμόνταν' είδε και κείνα, που ήταν γραμμένα στο σπαθί του, και πήγε κι είπε και των άλλων. Οι άλλοι του είπαν, να του πει να γένουν βλάμηδες. Πήγεν ο δράκος και τον εφώναξε και του είπε, αν έχει ευκαρίστηση να γένουν βλάμηδες. Ο Λάζαρος του είπε, πως θέλει, και γίνηκαν και κάθονταν αντάμα. Και του είπαν οι δράκοι να πηγαίνουν με την αράδα για νερό καθώς και για ξύλα.
Πήγαν οι δράκοι για ξύλα και για νερό. Ήρθε κι η αράδα του Λάζαρου να πάνει να φέρει νερό.
Ο Λάζαρος με μεγάλη δυσκολία πήγε το ασκί άδειο στο πηγάδι, κι επειδή δε μπορούσε να το φέρει το νερό, δεν το εγέμισε το ασκί, μον' έσκαφτε ολόγυρα το πηγάδι. Οι δράκοι σαν άργησε ο Λάζαρος, εφοβήθηκαν κι έστειλαν έναν, να πάει να ιδεί τι γίνηκε. Ο δράκος πήγε και του είπε: "Τί κάνεις αυτού κυρ-Λάζαρε;" "Δε μπορώ, του λέει, κάθε μέρα να έρχομαι να παίρνω νερό' να φέρω μνια φορά όλο το πηγάδι να ξεγλιτώσω!" "Για όνομα του Θεού, κυρ-Λάζαρε, μη, γιατί ψοφούμε από τη δίψα, πηγαίνουμε εμείς στην αράδα σου."
Του ήρθε του Λάζαρου να φέρει και ξύλα, κι επειδή δεν μπορούσε να φορτωθεί ένα δένδρο καθώς οι άλλοι δράκοι, έδενε όλα τα δέντρα με πέτσες. Και σαν άργησε ως το βράδυ. έστειλαν πάλι οι δράκοι ένα δράκο να ιδεί τι κάνει. "Τί κάνεις αυτού κυρ-Λάζαρε;" του είπε. "Θέλω να φέρω όλο το ρουμάνι μνια φορά για να ξεγλιτώσω.", του λέει. "Μη κυρ-Λάζαρε, γιατί θα ψοφήσουμε απ'το κρύο.
Θα πηγαίνουμε εμείς στην αράδα σου." Και πήρε ο δράκος το δέντρο και το πήγε.
Ύστερ'από κάμποσον καιρό είπαν οι δράκοι να τον σκοτώσουν, κι αποφάσισαν το βράδυ να τον χτυπήσουν όλοι από μνια τσεκουριά. Ο Λάζαρος τα άκουσ'αυτά, και το βράδυ έβαλ'ένα κούτσουρο και το εσκέπασε με την κάπα του. Το βράδυ εχτύπησαν το κούτσουρο όλοι από μνια τσεκουριά και το έκαναν κομμάτια, και πάντεχαν, πως το εσκότωσαν. Αφού αποκοιμήθηκαν οι δράκοι, ο Λάζαρος πήρε το κούτσουρο και τό'ριξε όξω και πλάγιασε και προς τα ξημερώματα εβούγκηξε, και τον άκουσαν οι δράκοι και τον ρώτησαν "Τί έχεις;" Κι αυτός τους είπε ότι κάμποσοι ψύλλοι τον ετσίμποησαν.
Οι δράκοι πάντεχαν, ότι ψύλλους ενόμιζε τις τσεκουριές, και την άλλη μέρα του είπαν, αν έχει παιιδιά, γυναίκα, κι αν θέλει, να του δώσουν ένα ταγάρι φλουριά, και να πηγαίνει στο σπίτι του. Ο Λάζαρος τους είπε, πως έχει ευκαρίστηση να πάρει κι ένα δράκο από αυτούς να του φέρει τα φλουριά στο σπίτι του. Πήρε το δράκο φορτωμένο το φλουρί και πήγε στο σπίτι του.
Στο δρόμο, όπου πήγαινε, του είπε του δράκου: "Στάσου, να πηγαίνω να δέσω τα παιδιά μου, να μη σε φαν!" Πήγε κι έδεσε τα παιδιά του με κάτι σχοινιά παλιά και τους είπε: "Όντας ιδείτε το δράκο, να φωνάζετε 'κρέας από δράκο'." Κι όντας επλησίασ' ο δράκος, εφώναξαν τα παιδιά "Κρειάτο από δράκο!". Ο δράκος με μεγάλη τρομάρα άφηκε τα φλουριά κι έφυγε.
Στο δρόμο όπου πήγαινε ο δράκος, ήβρε μνια αλωπού, και τον ρώτησε, γιατί είναι τρομοκρατημένος τόσο. Κι αυτός της είπε πως τη γλίτωσε, θα τον έτρωγαν τα παιδιά του κυρ-Λάζαρου. "Απ'τα παιδιά του κυρ-Λάζαρου εσκιάχτηκες; Αυτός είχε δυο κότες και τη μνια του την έφαγα εψές, και την άλλη θα πάω να του την φάω τώρα. Κι αν δεν πιστεύεις, έλα κοντά μου να ιδείς, δέσου απ'την ουρά μου." Εδέθηκε ο δράκος απ'την ουρά της αλωπούς, και πήγε να ιδεί. Όντας επλησίασαν το σπίτι του Λάζαρου, ο Λάζαρος εφύλαε με το ντουφέκι, γιατί εσκιαζόνταν απ'τους δράκους. Σαν είδε την αλωπού, όπου έρχονταν μαζί με το δράκο, της είπε: "Δε σου είπα να φέρεις μόνον αυτόν τον δράκο, μούν' να τους φέρεις όλους." Αυτό ακούοντας ο δράκος έγινε άφαντος, κι από τη μεγάλη τη βία, οπού έπαιρνε την αλωπού, εψόφησε. Κι αφού ελευτερώθηκε από τους δράκους ο κυρ-Λάζαρος, έφκιασε το σπίτι του λαμπρό κι έζησε καλά.

από τα "Παραμύθια του λαού μας" (επιμέλεια:Γιώργος Ιωάννου, εικονογράφηση: Ράλλης Κοψίδης)