Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Πασχαλιάτικα παραμύθια (και όχι μόνο) από τον "Μικρό Αναγνώστη". Διαβάστε τα online, δωρεάν και με αφήγηση!


Εξώφυλλο του βιβλίου ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ - OPEN BOOK που παρουσιάζεται στο NOESI.gr.

Το Πάσχα του Πασχάλη!

Η οικογένεια του μικρού Πασχάλη μετακομίζει. Εκείνος ...αντιπαθεί τις αλλαγές. Με το ζόρι θα αφήσει το δωμάτιό του, θα χάσει τους αγαπημένους φίλους του, θα πάει σε νέα γειτονιά. Ευτυχώς ...είναι Πάσχα!
Ένα παραμύθι της Μαρίας Ανδρικοπούλου, με αφήγηση και θαυμάσιες φωνές ηρώων που ακούτε ενώ ξεφυλλίζετε! ...και διαβάζετε online! Δείτε το εδώ!


 

Όταν η πασχαλίτσα συνάντησε ελέφαντα

 Του Χρήστου Μπουλώτη


Εικονογράφηση: Μαρία Μπαχά
Εκδόσεις: Λιβάνη
Διαβάζει η ηθοποιός: Τζίνα Θλιβέρη
 Ξεφυλλίστε το ενώ το ακούτε εδώ!


Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα

Ένα ευρηματικό ιστορικό παραμύθι που δίνει την ευκαιρία στα σημερινά παιδιά να προσεγγίσουν την αρχαιότητα, γοητεύοντας ταυτόχρονα τους μεγάλους.
Το "Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα" είναι το πρώτο από μια φιλόδοξη νέα σειρά των εκδόσεων "Αερόστατο" που επιχειρεί να καλύψει μια μεγάλη σε σπουδαιότητα και διάρκεια περίοδο της ιστορίας μας, την αρχαιότητα και να πείσει μικρούς και μεγάλους ότι η ιστορία δεν είναι μόνο μάθημα.

 Ακούστε το "Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα" με ζωντανή αφήγηση εδώ και ξεφυλλίστε το online!





Εξώφυλλο του βιβλίου Ο ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΟΝ ΧΑΪΔΕΨΟΥΝ - OPEN BOOK που παρουσιάζεται στο NOESI.gr


"Ο Σκαντζόχοιρος που ήθελε να... τον χαϊδέψουν"!

Ένα παραμύθι της Κατερίνας Αναγνώστου, σε αφήγηση για παιδιά! ...που ακούτε ενώ ξεφυλλίζετε! ...και διαβάζετε online!
Το OpenBook και θα σας βοηθήσει να βρείτε συγκεντρωμένα βιβλία, που διατίθενται δωρεάν online.

* Όλα τα βιβλία που περιέχονται στον κατάλογο της Ανοικτής Βιβλιοθήκης διανέμονται ελεύθερα και νόμιμα στο Διαδίκτυο από τους δημιουργούς ή τους εκδοτικούς οίκους. Τα έργα της ενότητας Κλασική Λογοτεχνία είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων.





Εξώφυλλο του βιβλίου Η ΠΟΥΠΟΥ ΚΑΙ Η ΚΑΡΛΟΤΑ - OPEN BOOK που παρουσιάζεται στο NOESI.gr

"Η Πουπού η αλεπού ...και η κότα η Καρλότα"!

Ένα παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά, σε απίθανη αφήγηση για παιδιά! ...που ακούτε ενώ ξεφυλλίζετε! ...και διαβάζετε online!
Τελεια ιδέα. Εχω 'ενα γιο 9 ετών που δεν τα καταφερνει στην εκθεση και δεν του αρεσει να διαβαζει βιβλια μονο να του διαβαζουν ενθουσιάζεται. Ξετρελλάθητε με το site. Ελπιζω να τον βοηθησει και στην εκφραση επισης. Συγζαρητηρια πολλά σε οποιον το σκεφθηκε και επλιζω να πλουτησει η συλλογη βιβλιων. 
Ευτυχία Παπαδοπούλου




  Τα αδέσποτα: Η Μίνα

Τα αδέσποτα πάνε μία βόλτα στους δρόμους! Και ο Αστέρης Πελτέκης δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας: Το καλύτερο σκυλολόι κυκλοφορεί αδέσποτο στην Αθήνα και μας περιγράφει την ιστορία της. Περιπλανιέται από το Πολυτεχνείο, το Μουσείο, την Ακαδημία, το Πανεπιστήμιο, τη Βουλή, το Προεδρικό Μέγαρο και το Μέγαρο Μαξίμου, στα Εξάρχεια και στον Εθνικό Κήπο. Ο κατάλογος OpenBooks στη διάσημη σελίδα μας "Παιδικά παραμύθια! Online, δωρεάν, με αφήγηση!" παίρνει το απόλυτο 10άρι στην αφήγηση παραμυθιού!Τα αδέσποτα της Σοφία Ζαραμπούκα.

Της Σοφίας Ζαραμπούκα
ISBN: 9789605010157
Σελίδες: 60 - Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Ημερομηνία έκδοσης: 01/08/2010
Αφήγηση: Αστέρης Πελτέκης (το καλύτερο "γουβ" που έχετε ακούσει σε ...παραμύθι)
 Ξεφυλλίστε το ενώ το ακούτε εδώ!

 

 

  

 

Ο αθάνατος γαϊδαράκοςΟ αθάνατος γαϊδαράκος

Της Μάρως Λοΐζου
Εκδότης: Πατάκης
Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου
Σελίδες: 43
ISBN: 9789601605418
 Ξεφυλλίστε το ενώ το ακούτε εδώ!





Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

ΠΑΣΧΑ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ – Πασχαλινό διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Πάσχα στα πέλαγα Ανδρέας Καρκαβίτσας - Πασχαλινό διήγημα

«Πάσχα στα πέλαγα» – Πασχαλινό διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα

                                       πηγή: eBooks4Greeks.gr - Βιβλια

 Γράφει η Ελένη Μπουγάκη,

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865 – 1922) θεωρείται ένας από τους τρεις μεγάλους εκπροσώπους της ηθογραφίας, μαζί με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Γεώργιο Βιζυηνό και ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Τα πιο γνωστά έργα του είναι το μυθιστόρημα «Ο ζητιάνος», και η συλλογή διηγημάτων «Λόγια της πλώρης». Δυο έργα με τα οποία ο Καρκαβίτσας κατέκτησε μια θέση στους κορυφαίους της νεοελληνικής πεζογραφίας. Αυτά τα δύο έργα έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές χώρες του εξωτερικού. 
Στη συλλογή «Διηγήματα του γυλιού» βρίσκουμε το διήγημα «Πάσχα στα πέλαγα». Το πασχαλινό διήγημα, περιγράφει την Ανάσταση των ναυτικών εν πλω:
Είναι νύχτα και το πλοίο ταξιδεύει στο σκοτεινό πέλαγος. Επικρατεί ησυχία καθώς οι επιβάτες και το πλήρωμα που δεν βρίσκεται σε υπηρεσία είναι στα κρεβάτια τους. Τα μεσάνυχτα ακούγονται χαρμόσυνα οι καμπάνες του πλοίου. Τα πυροτεχνήματα που ρίχνει ο ναύκληρος και τα κεριά έκαναν το καράβι να λάμπει μέσα στο σκοτάδι. Μέσα σε ένα κλίμα κατάνυξης, πλοίαρχος, πλήρωμα και επιβάτες ψάλλουν το «Χριστός Ανέστη»….

                        Πάσχα στα πέλαγα

                                                             (Στην κοινή νεοελληνική)
              Το πλοίο ολοσκότεινο έσκιζε τα νερά ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του. Δεν είχε άλλο φως παρά τα δυο χρωματιστά φανάρια ζερβόδεξα της γέφυρας· ένα άλλο φανάρι άσπρο, αχτινοβόλο, ψηλά στο πλωριό κατάρτι και άλλο ένα μικρό πίσω στην πρύμνη του. Τίποτε άλλο. Οι επιβάτες όλοι ξαπλωμένοι στις καμπίνες τους, άλλοι παραδομένοι στον ύπνο και άλλοι στους συλλογισμούς. Οι ναύτες και οι θερμαστές, όσοι δεν είχαν υπηρεσία, κοιμόνταν βαριά στα κρεβάτια τους. Ο καπετάνιος με τον τιμονιέρη ορθοί στη γέφυρα, μαύροι ίσκιοι, σχεδόν ανάεροι, έλεγες ότι ήταν πνεύματα καλόγνωμα, που κυβερνούσαν στο χάος την τύχη του τυφλού σκάφους και των κοιμισμένων ανθρώπων. Έξαφνα η καμπάνα της γέφυρας σήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα σήμανε και η καμπάνα της πλώρης. Το καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, επέμενε να ρίχνει τόνους μεταλλικούς περίγυρα, κάτω στη σκοτεινή θάλασσα και ψηλά στον αστροφώτιστο ουρανό, και να κράζει όλους στο κατάστρωμα. Και μεμιάς το σκοτεινό πλοίο πλημμύρισε από φως, θόρυβο, ζωή. Άφησε το πλήρωμα τα κρεβάτια του και οι επιβάτες τις καμπίνες τους.
Εμπρός στην πλώρη και στην πρύμνη πίσω, ανυπόμονα έφευγαν από τα χέρια του ναύκληρου τα πυροτεχνήματα, έφταναν, λες, τ’ αστέρια, και έπειτα έσβηναν στην άβυσσο.
Τα ξάρτια, τα σχοινιά, οι κουπαστές έλαμπαν, σαν επιτάφιοι από τα κεριά. Και δεν ήταν εκείνη τη στιγμή το καράβι παρά ένα μεγάλο πολυκάντηλο, που έφευγε πάνω στα νερά σαν πυροτέχνημα.
Η γέφυρα στρωμένη με μια μεγάλη σημαία έμοιαζε Άγια Τράπεζα. Ένα κανίστρι με κόκκινα αυγά και ένα με λαμπροκούλουρα επάνω. Ο πλοίαρχος σοβαρός με ένα κερί αναμμένο στο χέρι άρχισε να ψάλλει το «Χριστός Ανέστη». Το πλήρωμα και οι επιβάτες γύρω του ξεσκούφωτοι και με τα κεριά στα χέρια ξανάλεγαν το τροπάρι ρυθμικά και με κατάνυξη.
― Χρόνια πολλά, κύριοι!… Χρόνια πολλά, παιδιά μου!… ευχήθηκε, άμα τελείωσε τον ψαλμό, γυρίζοντας πρώτα στους επιβάτες και έπειτα στο πλήρωμα ο πλοίαρχος.
― Χρόνια πολλά, καπετάνιε, χρόνια πολλά!… Απάντησαν εκείνοι ομόφωνα.
― Και του χρόνου στα σπίτια σας, κύριοι! Και του χρόνου στα σπίτια μας, παιδιά, ξαναείπε ο πλοίαρχος, ενώ ένα μαργαριτάρι στην άκρη των ματιών του.
― Και του χρόνου στα σπίτια μας, καπετάνιε.
Έπειτα πέρασε ένας ένας, πρώτα οι επιβάτες, έπειτα το πλήρωμα, πήραν από το χέρι του το κόκκινο αυγό και το λαμπροκούλουρο και άρχισαν πάλι οι ευχές και τα φιλήματα.
― Χριστός Ανέστη!
― Αληθινός ο Κύριος!
― Και του χρόνου σπίτια μας!
Oι επιβάτες τράβηξαν στις θέσεις τους να φάνε τη μαγειρίτσα. Οι ναύτες ζευγαρωτά στους διαδρόμους τσούγκριζαν τ’ αυγά τους, γελούσαν, σπρώχνονταν μεταξύ τους, έτρωγαν λαίμαργα, καλοχρονίζονταν σοβαρά και κοροϊδευτικά.
Έπαψε το καμπανοχτύπημα· ένα ένα έσβησαν τα κεριά. Το καράβι βυθίστηκε πάλι στην ησυχία του. Ο καπετάνιος και ο τιμονιέρης καταμόναχοι πάνω στη γέφυρα, πνεύματα, θαρρείς, ανάερα, εξακολουθούσαν τη δουλειά τους σιωπηλοί και άγρυπνοι.
― Ένα κάρτο μαΐστρο!
― Μαΐστρο!
― Γραμμή!
― Γραμμή!
Και το πλοίο ολοσκότεινο πάλι εξακολούθησε να σκίζει τα νερά, ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του.

 Πάσχα στα πέλαγα

          (Από την α΄ έκδοση της Εστίας, 1922)

              Τὸ πλοῖο ὁλοσκότεινο ἔσχιζε τὰ νερὰ ζητώντας ἀνυπόμονα τὸ λιμάνι του. Δὲν εἶχε ἄλλο φῶς παρὰ τὰ δύο χρωματιστὰ φανάρια τῆς γέφυρας ζερβόδεξα· ἕνα ἄλλο φανάρι ἄσπρο ἀκτινοβόλο ψηλὰ εἰς τὸ πλωριὸ κατάρτι καὶ ἄλλο ἕνα μικρὸ πίσω εἰς τὴν πρύμη του. Τίποτε ἄλλο.  Οἱ ἐπιβάτες ἦσαν ὅλοι ξαπλωμένοι στὶς κοκέτες1 τους, ἄλλοι παραδομένοι στὸν ὕπνο καὶ ἄλλοι στοὺς συλλογισμούς. Οἱ ναῦτες καὶ θερμαστές, ὅσοι δὲν εἶχαν ὑπηρεσία ἐροχάλιζαν εἰς τὰ γιατάκια2 τους. Ὁ καπετάνιος μὲ τὸν τιμονιέρη ὀρθοὶ στὴ γέφυρα, μαῦροι ἴσκιοι, σχεδὸν ἐναέριοι, ἔλεγες πὼς ἦσαν πνεύματα καλόγνωμα, ποὺ ἐκυβερνοῦσαν στὸ χάος τὴν τύχη τοῦ τυφλοῦ σκάφους καὶ τῶν κοιμωμένων ἀνθρώπων. Ἔξαφνα ἡ καμπάνα τῆς γέφυρας ἐσήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα ἐσήμανε καὶ ἡ καμπάνα τῆς πλώρης. Τὸ καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, ἐπέμενε νὰ ρίχνῃ τόνους μεταλλικοὺς περίγυρα, κάτω στὴ σκοτεινὴ θάλασσα καὶ ψηλὰ στὸν ἀστροφώτιστο οὐρανὸ καὶ νὰ κράζῃ ὅλους εἰς τὸ κατάστρωμα. Καὶ μὲ μιᾶς τὸ σκοτεινὸ πλοῖο ἐπλημμύρισεν ἀπὸ φῶς, ἀπὸ θόρυβο, ἀπὸ ζωή. Ἄφησε τὸ πλήρωμα τὰ γιατάκια του καὶ οἱ ἐπιβάτες τὶς κοκέτες τους.
Ἐμπρὸς εἰς τὴν πλώρη καὶ εἰς τὴν πρύμη πίσω ἀνυπόμονες ἔφευγαν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ναύκληρου οἱ σαΐτες, ἔφθαναν λὲς τ᾿ ἀστέρια κι ἔπειτα ἔσβηναν στὴν ἄβυσσο, πρασινοκόκκινα πεφτάστερα.
Τὰ ξάρτια3, τὰ σχοινιά, οἱ κουπαστὲς ἔλαμπαν σὰν ἐπιτάφιοι ἀπὸ τὰ κεριά. Καὶ δὲν ἦταν ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ καράβι παρὰ ἕνα μεγάλο πολυκάντηλο, ποὺ ἔφευγε ἀπάνω στὰ νερὰ σὰν πυροτέχνημα.
Ἡ γέφυρα στρωμένη μὲ μία μεγάλη σημαία ἐμοίαζε ἁγιατράπεζα. Ἕνα κανίστρι μὲ κόκκινα αὐγὰ καὶ ἄλλο μὲ λαμπροκούλουρα ἦταν ἀπάνω. Ὁ πλοίαρχος σοβαρὸς μὲ ἕνα κερὶ ἀναμμένο στὸ χέρι ἄρχισε νὰ ψέλνῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. Τὸ πλήρωμα κι οἱ ἐπιβάτες γύρω του, ξεσκούφωτοι καὶ μὲ τὰ κεριὰ στὰ χέρια, ξανάλεγαν τὸ τροπάρι ρυθμικὰ καὶ μὲ κατάνυξη.
― Χρόνια πολλά, κύριοι!… Χρόνια πολλά, παιδιά μου!.. εὐχήθηκε ἅμα ἐτέλειωσε τὸν ψαλμό, γυρίζοντας πρῶτα στοὺς ἐπιβάτες κι ἔπειτα στὸ πλήρωμα ὁ πλοίαρχος.
― Χρόνια πολλὰ καπετάνιε! χρόνια πολλά!… ἀπάντησαν ἐκεῖνοι ὁμόφωνοι.
― Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια σας, κύριοι! Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια μας παιδιά! ἐξαναεῖπε ὁ πλοίαρχος, ἐνῶ ἕνα μαργαριτάρι ἐφάνη στὴν ἄκρη τῶν ματιῶν του.
― Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια μας, καπετάνιε!
Ἔπειτα ἐπέρασε ἕνας ἕνας, πρῶτα οἱ ἐπιβάτες ἔπειτα τὸ πλήρωμα, ἐπῆραν ἀπὸ τὸ χέρι του τὸ κόκκινο αὐγὸ καὶ τὸ λαμπροκούλουρο καὶ ἄρχισαν πάλι οἱ εὐχὲς καὶ τὰ φιλήματα:
― Χριστὸς Ἀνέστη.
― Ἀληθινὸς ὁ Κύριος.
― Καὶ τοῦ χρόνου σπίτια μας…
Οἱ ἐπιβάτες ἐτράβηξαν στὰς θέσεις τους νὰ φᾶνε τὴ μαγερίτσα. Οἱ ναῦτες ζευγαρωτὰ στοὺς διαδρόμους, ἐφίριραν4 τ᾿ αὐγά τους, ἐγελοῦσαν, ἐσπρώχνοντο συναμεταξύ τους, ἔτρωγαν λαίμαργα, ἐκαλοχρονίζοντο σοβαρὰ καὶ κοροϊδευτικά.
Ἔπαψε τὸ καμπανοχτύπημα· ἕνα ἕνα ἔσβησαν τὰ κεριά. Τὸ καράβι ἐβυθίστηκε πάλι στὴν ἡσυχία του. Ὁ καπετάνιος καὶ ὁ τιμονιέρης καταμόναχοι ἐπάνω στὴ γέφυρα, πνεύματα θαρρεῖς ἐναέρια, ἐξακολουθοῦσαν τὴ δουλειά τους σιωπηλοὶ καὶ ἄγρυπνοι:
― Ἕνα κάρτο μαΐστρο5!
― Μαΐστρο!
― Γραμμή!
― Γραμμή!
Καὶ τὸ πλοῖο ὁλοσκότεινο πάλι ἐξακολούθησε νὰ σχίζῃ τὰ νερά, ζητώντας ἀνυπόμονα τὸ λιμάνι του.

1. κοκέτες: κουκέτες, τα κρεβάτια του πλοίου
2. γιατάκια: καταλύματα, κρεβάτια
3. ξάρτια: τα πλευρικά σχοινιά που χρησιμοποιούνται για την στήριξη του καταρτιού στο πλοίο
4. εφίριραν: τούγκριζαν
5. κάρτο μαϊστρο: να στρίψει το τιμόνι ένα τέταρτο προς τα βορειοδυτικά.

"ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ" – Πασχαλιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

"ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

πηγή: eBooks4Greeks.gr - Βιβλια

Η «Παιδική Πασχαλιά» συγκαταλέγεται στα πασχαλινά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η διασκευή και απόδοση των κειμένων του βιβλίου «ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ» έγινε με πλήρη σεβασμό στη γλώσσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Στην έντυπη έκδοση περιλαμβάνει παράρτημα με το αυθεντικό κείμενο του συγγραφέα. Το βιβλίο προλογίζει η κ. Αθηνά Παπαγεωργίου, διευθύντρια του Μουσείου Αλ. Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, γενέτειρα του συγγραφέα. Από το εισαγωγικό σημείωμα: …Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα διηγήματά του με ήρωες παιδιά, αφηγείται τις παιδικές του αναμνήσεις, Στο διήγημα που ακολουθεί παρουσιάζει την εικόνα της παιδικής ορφάνιας, είναι ένας ύμνος για τη χαμένη μάνα, που είναι αναντικατάστατη, και δίνει την πιο αισθηματική, την πιο λεπτή περιγραφή της Λαμπρής.
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης , Διασκευή: Μαρία Ηλιοπούλου, Εικονογράφηση: Βαγγέλης Παπαβασιλείου, Έκδοση ebook: Μαλλιάρης-Παιδεία, Έτος έκδοσης: 2020
ISBN: 978-960-644-040-3
Μέγεθος: σελ. 40 / 2.6 Μb, Μορφή: Pdf Online
Διαβάστε το παραμύθι παρακάτω, χρησιμοποιώντας από τη μπάρα, στο κάτω μέρος του πλαισίου, τα βελάκια για να προχωρήσετε, τα + - για μεγέθυνση ή σμίκρυνση του κειμένου  και για την πλήρη οθόνη (κουμπί δεξιά)
Παιδική πασχαλιά - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

NASA: Δείτε πώς μια μαύρη τρύπα καταπίνει ένα αστέρι!



Δείτε πώς μια μαύρη τρύπα καταπίνει ένα αστέρι στο εντυπωσιακό βίντεο που δημοσίευσε η NASA, μας δείχνει σε προσομοίωση το κοσμικό αυτό συμβάν.

ΠΗΓΗ: NASA

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

"Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΒΟΣΚΑΚΙ" Διασκευή παραδοσιακού παραμυθιού


          
 
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βοσκάκι, ο Γιωργής, που είχε γεννηθεί και ανατραφεί πάνω στα όρη, τ’ άγρια βουνά, στις στάνες των τσοπαναραίων. Άλλο δεν εγνώριζε από τα ζα που έκανε παρέα μέρα και νύχτα. Αυτά ήταν οι σύντροφοί του, μαζί τους γύριζε τα βοσκοτόπια, κι ανθρώπους άλλους δεν είχε γνωρίσει πέρα από τη μάνα και τον κύρη του, που κι αυτοί δούλευαν σκληρά στη στάνη όλη μέρα.
            Ο Γιωργής, εκεί στα μακρινά τ’ απάτητα βουνά που έβοσκε τα ζωντανά του, είχε γίνει κι αυτός ένα ζώο, μόνο που έστεκε ορθό. Καθαρές αλλαξιές δεν έβαζε, ούτε ήθελε ν’ ακούσει για φευγιό από τη μάντρα.  Η ζωή του, η χαρά του ήταν εκεί, στα κοπάδια του.
          Μια μέρα, εκεί που καθότανε, είδε να τον πλησιάζει μια αλεπού. Στο ένα πόδι ήταν πληγωμένη, όλο αίματα. Το ψυχοπόνεσε ο Γιωργής το ζωντανό και το πλησίασε με προφύλαξη, αλλά εκείνο δε σάλεψε, σαν να περίμενε να πάει να το βοηθήσει.
            Πάει λοιπόν το βοσκάκι κοντά στην αλεπού, την παίρνει στην αγκαλιά του και την πάει στο μαντρί. Μεγαλωμένος καθώς ήταν στις ερημιές, είχε μάθει ένα σωρό γιατροσόφια, για να τα γιατρεύει τα ζώα του όταν αρρωσταίνανε. Καθάρισε λοιπόν την πληγή της αλεπούς, έβαλε πάνω λογιών - λογιών βοτάνια και την έδεσε. Ύστερα έβαλε την αλεπού σ’ ένα πεζούλι και τη σκέπασε με την κάπα του. Αυτή σήκωσε τη μουσούδα της κι είπε με ανθρώπινη λαλιά: – «Σ’ ευχαριστώ!» Το τσοπανόπουλο ακούγοντας τη φωνή, έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα από την έκπληξη, μα από κείνη την ώρα γινήκανε φίλοι αχώριστοι.
            Η αλεπού του κουβέντιαζε συνέχεια και του ’λεγε πράματα που ο Γιωργής δε είχε ποτέ δει ή ακούσει, αφού ποτέ του δεν είχε κατεβεί στους κάμπους. Με τον καιρό το αγρίμι έγινε καλά και κάθε τόσο ο Γιωργής το έχανε από τη μάντρα, αλλά αυτό ξαναγύριζε, φέρνοντας μαζί του τού κόσμου τα καλούδια.
 –«Μη χάνεσαι, του έλεγε ο Γιωργής, γιατί μπορεί να σε σκοτώσουν τίποτα κυνηγοί κι εγώ θ’ απομείνω πάλι μονάχος μου και δε θ’ ακούω κανενός τη μιλιά. Εδώ αγροικώ μόνο τη δική σου!» Κι έτσι έμενε συνέχεια κοντά του η αλεπού. Κι όλο του μίλαγε, του έλεγε ατέλειωτες ιστορίες και του ’παιρνε τα μυαλά.
            Ένα πρωί ξύπνησε το ζουλάπι και μ’ ένα πήδο πετάχτηκε στην αγκαλιά του μικρού βοσκού.
 – «Ακολούθα με σήμερα και θα πάμε σ’ έναν άλλο τόπο, που δεν τον βάνει ο νους σου! Έλα και δε θα το μετανιώσεις!» Πράγματι αυτός έβαλε τα ζα στη μάντρα και βάλθηκε μ’ εμπιστοσύνη ν’ ακολουθεί την αλεπού. Μετά από αρκετές ώρες περπάτημα φτάσανε σε μια σπηλιά, που ’τανε λέει μαγεμένη κι έτρεχε από μέσα νερό κρυστάλλινο. Μπαίνουνε μέσα κι η αλεπού έπιασε με τις χουφτίτσες της νερό κι έπλυνε το βοσκάκι από την κεφαλή μέχρι τα νύχια. Με το μπάνιο ο Γιωργής πάστρεψε, μεταμορφώθηκε, έγινε ένα πεντάμορφο παλικάρι! Ύστερα προχωρήσανε μέσα στο σπήλαιο και βγήκανε από το πίσω μέρος, όπου υπήρχε μια κρυφή έξοδος, σ’ έναν πανέμορφο κήπο με δέντρα και σπάνια λουλούδια.
            Στο βάθος του κήπου ήταν χτισμένο ένα παλάτι. Μπαίνουν μέσα στο παλάτι και ο Γιωργής στάθηκε σαστισμένος, να θωρεί όλες τις ομορφιές του κόσμου να το στολίζουνε! Κι εκεί που δεν εχόρταινε να κοιτάζει, ξέχασε την αλεπού κι όταν τη θυμήθηκε δεν την έβλεπε μπροστά του πια… Άρχισε να τη φωνάζει και να την καλεί, μ’ απάντηση δεν έπαιρνε! Κι όπως δεν άκουγε μιλιά, τον έπιασε μεγάλος φόβος κι άρχισε να κλαίει και να θρηνεί. Έσκουζε, σφύριζε, μ’ απάντηση πουθενά.  Ολότελα απελπισμένος, γιατί έχασε το αγαπημένο του ζωντανό, έπεσε μπρούμυτα στο χώμα κι ο θρήνος του ράγιζε και τα βουνά. Ούτε μάνα που χάνει το παιδί της δεν θα ’κανε τέτοιο μοιρολόι…
            Εκείνη την ώρα της μαύρης απελπισίας ακούει μια γλυκιά φωνή.
–«Έ φτάνουν πια τα κλάματα. Εδώ είμαι, δε μ’ έχασες. Δοκιμή έκανα να ιδώ αν μ’ αγαπάς στ’ αλήθεια!». Ανασηκώθηκε το βοσκάκι και τί να δει; Μια κοπελιά πεντάμορφη να τον κοιτάζει στα μάτια και να του γελά!
–«Εγώ είμαι η αλεπού!» είπε και του εξήγησε:
– «Ήμουνα κάποτε βασιλοπούλα, μα η μάνα μου απόθανε κι ο πατέρας μου, ο βασιλιάς, ξαναπαντρεύτηκε μια μάγισσα που με ζήλευε και δεν ήθελε ούτε να με βλέπει. Μου έβαλε στο φαγί μου βοτάνι μαγικό και με μεταμόρφωσε σε αλεπού. Μ’ έδιωξε από το σπίτι, να φύγω να ζήσω στα βουνά και τα ρουμάνια. Μόνο μια δυνατή αγάπη θα μπορούσε να λύσει τα μάγια που μου ’χε καμωμένα και πάνω στα βουνά αυτό ήταν δύσκολο να γενεί. Μα η αγάπη σου η μεγάλη μου έλυσε τα μάγια και ελευθερώθηκα. Όλα όσα βλέπεις γύρω σου μου τα ’καμε ο πατέρας μου να με παντρέψει και τώρα είναι δικά σου!»
            Σίμωσε κοντά του η βασιλοπούλα, τον έπιασε από το χέρι, τον σήκωσε ορθό  και του είπε: - «Σε σένα χρωστώ τη ζωή μου, έλα κοντά μου και μην ξαναφύγεις ποτέ!». Έτσι παντρευτήκανε η βασιλοπούλα και το βοσκάκι, κάνανε κι ένα μάτσο κουτσούβελα και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

"Η Ξυλομαρία": Διασκευή παραμυθιού από την Κρήτη


         Αποτέλεσμα εικόνας για ξύλινη κούκλα    

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε μια πανέμορφη κόρη που την έλεγαν Μαρία. Όταν ήρθε ο καιρός να την παντρέψει, ο βασιλιάς, από συμφέρον, διάλεξε για γαμπρό του τον γέρο-βασιλιά ενός γειτονικού βασιλείου που είχε δει τη Μαρία και την πόθησε. Η Μαρία όμως, αγαπούσε έναν νέο πρίγκιπα, χωρίς όμως να το ξέρει ο ίδιος κι αρνιόταν να πάρει τον γέρο βασιλιά. Ο πατέρας της επέμενε. Είχε πάρει την απόφασή του και δεν άκουγε κουβέντα, γιατί ήθελε να ενώσει το βασίλειό του με το διπλανό βασίλειο. Την έκλεισε λοιπόν σ’ ένα δωμάτιο του παλατιού και δεν θα την έβγαζε έξω αν δεν παντρευόταν το γερο- βασιλιά.
            Η Μαρία έψαχνε να βρει ένα σχέδιο για να καθυστερήσει τον γάμο με τον γερο – βασιλιά, ώσπου να αποδράσει και να πάει να βρει τον πρίγκιπα που αγαπούσε. Μετά από μέρες, δήθεν μετανιωμένη, φώναξε τον πατέρα της και του λέει:
-Δέχομαι να παντρευτώ αυτόν που θέλεις, αλλά θέλω να μου ράψεις τρία φορέματα χρυσοκέντητα. Το ένα να έχει πάνω τη θάλασσα και τα ψάρια, το άλλο τ’ άστρα με το φεγγάρι και το τρίτο τον ήλιο με τον ουρανό.
- Το μόνο εύκολο! της είπε ο πατέρας της και δίνει αμέσως εντολή στις καλύτερες μοδίστρες του παλατιού να ετοιμάσουν τα φορέματα. Στο μεταξύ η Μαρία πήγε και βρήκε έναν μαραγκό και του ζήτησε να της φτιάξει μια ξύλινη στολή που θα φαίνονταν μόνο τα μάτια, η μύτη και το στόμα της.
- Θέλω να μου την κάνεις έτσι ώστε άμα τη φορώ να μη μπορεί κανένας να με αναγνωρίσει. Να μου τη φέρεις μυστικά, του είπε, χωρίς να σε δει ο πατέρας μου κι εγώ θα σε πληρώσω ακριβά. Σε κάμποσες μέρες ετοιμάστηκαν τα φορέματα, ετοιμάστηκε και η ξύλινη στολή κι άρχισαν οι προετοιμασίες για τον γάμο της Μαρίας με τον γέρο- βασιλιά. Αυτή όμως ένα βράδυ, φορά τα φορέματα το ένα πάνω στ’ άλλο, φορά από πάνω και την ξύλινη στολή και το ’σκασε  να πάει να βρει τον καλό της.
            Περιπλανήθηκε πολύ μέχρι να φτάσει στη χώρα του πρίγκιπα κι όσοι την έβλεπαν στο δρόμο την περιγελούσαν:
- Δείτε ένα ξύλο που περπατάει στο δρόμο! Όταν έφτασε στο κάστρο που έμενε ο  αγαπημένος της, χτύπησε την πόρτα και τον ζητούσε επίμονα. Οι φρουροί τελικά την οδήγησαν μπροστά στον πρίγκιπα που τη ρώτησε παραξενεμένος:
- Πώς σε λένε και τι θέλεις εδώ;
- Με λένε Ξυλομαρία, απάντησε αυτή και θέλω να σε υπηρετήσω. Έπιασαν κουβέντα και ο πρίγκιπας ευχαριστήθηκε από την προθυμία, τους καλούς τρόπους και τις γνώσεις της Ξυλομαρίας και την πήρε στην υπηρεσία του.  Έμενε λοιπόν στο κάστρο, δούλευε εκεί και ήταν όλοι πολύ ευχαριστημένοι μαζί της.
            Κάποια μέρα γινότανε επίσημος χορός στην πόλη και θα πήγαινε και το πριγκιπόπουλο. Το ’μαθε και η Ξυλομαρία, έβγαλε την ξύλινη στολή κι έβαλε ένα από τα φορέματα που είχε, τη θάλασσα με τα ψάρια. Όταν μπήκε στη σάλα του χορού, όλοι σταμάτησαν και την κοιτάζανε. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά και το περπάτημά της όλο χάρη. Κανείς δεν ήξερε ποια είναι, από πού ήρθε και ποιος την έφερε. Φυσικά το πριγκιπόπουλο την πρόσεξε και θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Την πλησίασε, της έκανε λίγη συντροφιά και χόρεψε μαζί της. Όμως πριν τελειώσει ο χορός η Ξυλομαρία έφυγε με τρόπο για το κάστρο, όπου έβαλε και πάλι την ξύλινη στολή.
            Ο πρίγκιπας όμως δεν την είχε βγάλει από τον νου του και αποφάσισε να διοργανώσει σύντομα έναν χορό στο κάστρο μήπως και την ξαναδεί. Η Ξυλομαρία έβαλε το άλλο φόρεμα, που είχε τ’ άστρα και το φεγγάρι και πήγε στο χορό. Όλοι έκαναν μεγάλη χαρά που την ξαναείδαν και πιο πολύ το πριγκιπόπουλο, το οποίο προσπάθησε να την κρατήσει κοντά του χορεύοντας όλη τη βραδιά. Μα λίγο πριν τελειώσει η διασκέδαση η Ξυλομαρία ξεγλίστρησε, βγήκε έξω και πήγε κι έβαλε πάλι την ξύλινη στολή της και κανένας δεν κατάλαβε ποια ήταν.
            Το πριγκιπόπουλο ζήτησε κι έγινε κι άλλος χορός για να την ξαναδεί. Αυτή τη φορά η Ξυλομαρία έβαλε το τρίτο φόρεμα, το οποίο είχε κεντημένο πάνω του τον ήλιο και τον ουρανό κι όταν μπήκε μέσα έλαμψε ο τόπος. Το βασιλόπουλο αποφάσισε αυτή τη φορά ότι θα της εξομολογούνταν την αγάπη του και θα της ζητούσε να τον παντρευτεί. Μα η Ξυλομαρία έφυγε και είπε να μην ξαναπατήσει σε χορό. Και πράγματι, όσοι χοροί κι αν γίνονταν, η Ξυλομαρία δεν εμφανιζόταν, ενώ το πριγκιπόπουλο έμενε με την προσμονή. Στενοχωριόταν πολύ που δεν έβλεπε την όμορφη κοπέλα, δεν έτρωγε κι έχασε κάθε ενδιαφέρον για οτιδήποτε. Μέρα με τη μέρα έλιωνε σαν το κερί και η Ξυλομαρία που κυκλοφορούσε δίπλα του, χωρίς αυτός να το ξέρει, τον έβλεπε και λυπόταν αφάνταστα.
            Στο τέλος ο πρίγκιπας έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι και η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Όλο παραμιλούσε κι έλεγε για την κοπέλα του χορού που χάθηκε. Τότε η Ξυλομαρία αποφάσισε να του αποκαλυφθεί. Παρουσιάστηκε μπροστά του, έβγαλε την ξύλινη στολή και φάνηκε το φόρεμα με τη θάλασσα και τα ψάρια με το οποίο την είχε δει την πρώτη φορά. Κατόπιν το βγάζει και φανερώνεται με το δεύτερο φόρεμα με τα’ άστρα και το φεγγάρι και στο τέλος μένει με το τρίτο φόρεμα με τον ήλιο και τον ουρανό.
             - Ξυλομαρία εσύ είσαι η κοπέλα που λαχταρούσα; ψέλλισε ο πρίγκιπας.
            -Ναι, εγώ είμαι, είπε αυτή, με λένε Μαρία και δεν πρόκειται να φύγω ποτέ από κοντά σου. Αρκετά δοκίμασα την αγάπη σου.
            Το πριγκιπόπουλο πετούσε στα ουράνια! Άνοιξε η όρεξή του, έγινε σύντομα καλά και όρισε τους γάμους του με τη Μαρία. Κάλεσαν τους βασιλιάδες απ’ όλα τα γειτονικά βασίλεια, μαζί και τον πατέρα της Μαρίας, που ήρθε μετανιωμένος, αλλά χαρούμενος για την επιλογή της. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
           
 Το διαβάσαμε στην τοπική εφημερίδα: "Η Φωνή της Λευτέριανης"
           

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2019

Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΜΗΓΚΙΩΝ

Ένα μυρμήγκι (Iridomyrmex purpureus) τρέφεται με μέλι

Τα μυρμήγκια είναι κοινωνικά έντομα και μαζί με τις σφήκες και τις μέλισσες, αποτελούν την τάξη Υμενόπτερα. Τα μυρμήγκια εξελίχθηκαν από τους σφηκοειδείς προγόνους τους στα μέσα της Κρητιδικής περιόδου 110 έως 130 εκατομμύρια χρόνια πριν και διαχωρίστηκαν από αυτούς μετά την εμφάνιση των ανθοφόρων φυτών. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν περισσότερα από 22.000 είδη μυρμηγκιών. 
Τα μυρμήγκια σχηματίζουν αποικίες με μέγεθος που ποικίλει από μερικές δεκάδες έως και εκατομμύρια μέλη. Οι αποικίες περιγράφονται κάποιες φορές ως υπεροργανισμοί επειδή τα μυρμήγκια μοιάζουν να συμπεριφέρονται σαν μια ενιαία ύπαρξη, καθώς εργάζονται συλλογικά για να υποστηρίξουν την αποικία.  
Τα μυρμήγκια έχουν αποικίσει σχεδόν κάθε ηπειρωτική περιοχή της Γης. Τα μόνα μέρη στα οποία δεν υπάρχουν αυτόχθονες πληθυσμοί μυρμηγκιών είναι η Ανταρκτική και κάποια απομακρυσμένα ή αφιλόξενα νησιά. Τα μυρμήγκια ευημερούν σχεδόν σε όλα τα οικοσυστήματα, και αποτελούν ίσως και το 15-25% της βιομάζας των ζώων της ξηράς. Η επιτυχία τους σε τόσα πολλά περιβάλλοντα έχει αποδοθεί στην κοινωνική τους οργάνωση και την ικανότητά τους να τροποποιούν οικοτόπους, να αξιοποιούν πόρους και να αμύνονται.
Όλες οι αποικίες παρουσιάζουν καταμερισμό εργασίας, επικοινωνία μεταξύ των ατόμων, και ικανότητα επίλυσης περίπλοκων προβλημάτων. Αυτοί οι παραλληλισμοί με τις ανθρώπινες κοινωνίες έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης και αντικείμενο μελέτης.

Πόσο ζει ένα μυρμήγκι;


Κατασκευή φωλιάς

Πολλά μυρμήγκια φτιάχνουν μεγάλες φωλιές, ενώ άλλα είδη είναι νομαδικά και δε χτίζουν μόνιμες κατασκευές. Τα μυρμήγκια φτιάχνουν είτε υπόγειες φωλιές, είτε τις κατασκευάζουν πάνω σε δέντρα. Οι μυρμηγκοφωλιές μπορεί να βρίσκονται στο έδαφος, κάτω από πέτρες, κάτω από πεσμένα τμήματα δέντρων ή μέσα σε αυτά, μέσα σε κοιλότητες κορμών ή ακόμα και σε βελανίδια. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή συμπεριλαμβάνουν χώμα καθώς και υλικά προερχόμενα από φυτά, και τα μυρμήγκια επιλέγουν προσεκτικά την τοποθεσία της φωλιάς τους. Τα μυρμήγκια του είδους Temnothorax albipennis αποφεύγουν τοποθεσίες όπου υπάρχουν νεκρά μυρμήγκια, καθώς μπορεί να υποδεικνύουν την ύπαρξη παρασίτων ή ασθενειών. Εγκαταλείπουν γρήγορα τη φωλιά τους στην πρώτη ένδειξη κινδύνου.
Η ζωή του μυρμηγκιού ξεκινάει από ένα αυγό.  Τα μυρμήγκια αναπτύσσονται με πλήρη μεταμόρφωση με τις προνύμφες να περνούν από τη φάση της νύμφης πριν να αναδυθεί ως ενήλικας.

Μάθηση

Πολλά ζώα μπορούν να μάθουν διάφορες τακτικές μιμούμενα άλλα ζώα αλλά τα μυρμήγκια είναι πιθανότατα το μόνο είδος, πέραν των θηλαστικών, στο οποίο εμφανίζεται αμφίδρομη εκμάθηση.

Μυρμήγκια - στρατιώτες σχηματίζουν γέφυρα.
Στο είδος Temnothorax albipennis ένας πεπειραμένος συλλέκτης καθοδηγεί ένα άπειρο μέλος της αποικίας του σε μια πηγή τροφής που μόλις έχει ανακαλυφθεί. Ο ακόλουθος αποκτά γνώση μέσα από την καθοδήγηση του καθοδηγητή του. Καθοδηγητής και ο ακόλουθος, λαμβάνουν ιδιαίτερα υπ' όψιν τη θέση και την κίνηση του άλλου με τον καθοδηγητή να επιβραδύνει όταν ο ακόλουθος καθυστερεί, και επιταχύνει όταν ο ακόλουθος πλησιάζει υπερβολικά κοντά.Καλλιέργεια τροφίμων
Τα περισσότερα μυρμήγκια είναι αρπακτικά, πτωματοφάγοι, και έμμεσα φυτοφάγα, αλλά κάποια είδη έχουν αναπτύξει εξειδικευμένους τρόπους εξασφάλισης τροφής. Τα φυλλοκόπα μυρμήγκια π.χ. τρέφονται αποκλειστικά με ένα είδος μύκητα που φυτρώνει μόνο μέσα στις αποικίες τους. Συλλέγουν συνεχώς φύλλα τα οποία μεταφέρονται στην αποικία, κόβονται σε μικρά κομμάτια και τοποθετούνται σε κήπους μυκήτων.
Τα μυρμήγκια συχνά εκτρέφουν άλλα είδη εντόμων, τα οποία και χρησιμεύουν ως «ωφέλιμα οικιακά ζώα». Πρόκειται για έντομα που τρέφονται από τον χυμό φυτών, όπως αφίδες, ψύλλους ή τζιτζίκια, τα οποία ζουν μόνιμα στον φλοιό ή στα φύλλα ενός φυτού και απομυζούν τους χυμούς του. Επειδή ο χυμός των φυτών είναι κορεσμένος με υδατάνθρακες, αλλά φτωχός σε πρωτεΐνες, τα έντομα αυτά αποβάλουν συνεχώς μεγάλο μέρος του υγρού, το οποίο με την σειρά τους εκμεταλλεύονται τα μυρμήγκια. 

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (12 λαϊκά παραμύθια από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου)



 Το 2011 η ελεύθερη ψηφιακή βιβλιοθήκη eBooks4Greeks.gr διοργάνωσε διαγωνισμό παραδοσιακού παραμυθιού. Ο διαγωνισμός ήταν ένα κάλεσμα με σκοπό να αναδειχτούν παραδοσιακά (λαϊκά) παραμύθια του τόπου μας που αποτελούν σημαντικό μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.
Τα 12 παραμύθια της έκδοσης επιλέχθηκαν μέσα από 39 παραμύθια που έλαβαν συμμετοχή στον διαγωνισμό.
 Η επιλογή αυτή έγινε από τους τρεις «παραμυθάδες»: Αγγελική Σχοινά, Γιώργο Παλιάτσιο, Χάρις Μέγα και η εικονογράφηση από τη ζωγράφο Μαρία Βιλλιώτη. Συγγραφείς: Γεωργία Καρκάνη, Άντρη Αντωνίου, Αδαμαντία Ξηρίδου, Χαρά Τσοντάκη, Σωτηρούλα Βασιλίου, Παρασκευή Αποστολοπούλου, Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου, Ευδοκία Ποιμενίδου-Χατζηδημητρίου, Σοφία Τσουρλάκη, Γεώργιος Παλιάτσιος, Αθηνά Κυριακού-Σαρακενίδου, Ειρήνη Πόλια
Εικονογράφηση: Μαρία Βιλλιώτη (website)
 Έκδοση: eBooks4Greeks, 2017 ISBN: 978-618-83142-0-7 Μέγεθος: σελ. 135 / 15 Mb Μορφή: Pdf Online Παραδοσιακά Παραμύθια του Ελληνισμού

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

"Το μάτι". Παραδοσιακό παραμύθι από την Ήπειρο (Πάργα)


Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας ψαράς. Μια μέρα από τις πολλές, πήγε στην ακροθαλασσιά κι έριξε τα δίχτυα του, αλλά δε έπιασε ούτε λέπι.  Κίνησε να γυρίσει σπίτι του καταστενοχωρημένος που δε μπόρεσε να βγάλει ψάρια να ταΐσει τα παιδιά του. Στο δρόμο της επιστροφής πέρασε μπροστά από το παλάτι του βασιλιά κι έβγαλε έναν μεγάλο αναστεναγμό:
-Αχ! Τι δυστυχισμένος άνθρωπος που είμαι!
Ο βασιλιάς, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στον εξώστη, άκουσε τον ψαρά και τον φώναξε να τον φέρουν μπροστά του. Όταν του τον έφεραν τον ρώτησε:
- Γιατί άνθρωπέ μου βαριαναστενάζεις και λες πως είσαι πολύ δυστυχισμένος;
- Αναστέναξα αφέντη βασιλιά μου, είπε ο ψαράς, γιατί πήγα στη θάλασσα να ψαρέψω, αλλά δε μπόρεσα να πιάσω τίποτε κι έτσι δε θα έχω ψωμί να ταΐσω τα παιδιά μου.
- Ξαναπήγαινε στη θάλασσα, είπε ο βασιλιάς, κι ό,τι πιάσεις, ψάρι, πέτρα φύκι, οτιδήποτε, φέρτο σε μένα και θα σου δώσω το βάρος του σε φλουριά. Με τη συμφωνία όμως, πως θα κρατήσω εγώ αυτό που θα ψαρέψεις.
Γυρνάει ο ψαράς στην ακροθαλασσιά, έριξε και ξανάριξε τα δίχτυα του, αλλά δεν έπιασε τίποτε άλλο παρά ένα μάτι ψαριού! Απογοητευμένος το πάει στον βασιλιά.
- Πραγματικά είσαι άτυχος άνθρωπέ μου, του λέει ο βασιλιάς, γιατί αυτό δε ζυγίζει ούτε όσο ένα φύλλο. Παίρνει ο βασιλιάς το μάτι, το βάζει πάνω στον ένα δίσκο μιας ζυγαριάς και στον άλλο δίσκο βάζει ένα χρυσό φλουρί και με έκπληξη βλέπει ότι το μάτι ήταν βαρύτερο από το φλουρί! Βάζει και δεύτερο φλουρί και τρίτο, μα το μάτι ακόμη φαινόταν βαρύτερο. Βάζει μια χούφτα φλουριά, μα ο δίσκος με το μάτι δεν έλεγε να ανέβει τον ανήφορο! Γεμίζει το δίσκο της ζυγαριάς ως επάνω με φλουριά, μα τίποτα! Και τότε ακόμα το μάτι ήταν βαρύτερο!
 Ο βασιλιάς έμεινε απορημένος και κάλεσε όλους τους σοφούς του τόπου και τους είπε:
- Έχω ένα ερώτημα να σας βάλω και έχετε προθεσμία έναν μήνα να μου απαντήσετε. Αν βρείτε την εξήγηση θα σας γεμίσω δώρα, διαφορετικά θα σας πάρω το κεφάλι. Και να ποιο είναι το ερώτημα... Και τους έδειξε τη ζυγαριά με το μάτι και τα χρυσά φλουριά.
Οι σοφοί έβαλαν τα δυνατά τους, μα εξήγηση δε μπορούσαν να δώσουν. Οι μέρες περνούσαν, τέλειωνε ο μήνας και είχαν πλέον απελπιστεί γιατί η απειλή του βασιλιά ήταν πάνω από τα κεφάλια τους. Έφτασε η τελευταία μέρα και σκέφτηκαν να καλέσουν έναν γέρο καλόγερο, που είχε τη φήμη του σοφού και τίμιου, για να τους βοηθήσει.
Αυτός πράγματι προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει. Έβαλε πάνω από το ράσο ρούχα σαν αυτά που φορούσαν οι σοφοί, για να μην τον πάρουν χαμπάρι στο παλάτι, παίρνει τη ζυγαριά με το μάτι κι ένα σακούλι με χώμα και παρουσιάζεται μπροστά στον βασιλιά που περίμενε να λάβει την απάντηση.
Ο καλόγερος παίρνει από το σακούλι του λίγο χώμα και πασπαλίζει το μάτι κι αμέσως η ζυγαριά από το μέρος του ματιού σηκώθηκε λίγο. Βάζει λίγο ακόμη χώμα από το μέρος του ματιού και η ζυγαριά έγειρε κι άλλο προς το μέρος των φλουριών. Βάζει κι άλλη φορά χώμα στο μάτι κι ο δίσκος των φλουριών κάθισε κάτω, ενώ του ματιού ελάφρυνε και σηκώθηκε πάνω. Ενώ πριν, θυμάστε, γινόταν το ανάποδο.
- Το μάτι βασιλιά μου, έδωσε την εξήγηση ο καλόγερος είναι η πηγή της αχορτασιάς και της φιλαργυρίας. Πριν το μάτι σμίξει με το χώμα ήταν καθαρό, γι' αυτό ηταν βαρύ. Τώρα που έσμιξε με το χώμα, ενώ έπρεπε να ζυγιάζει περισσότερο, τώρα είναι ελαφρύτερο απ' ότι ήταν πριν.
Έτσι και ο άνθρωπος. Όλη του τη ζωή καταγίνεται να μαζέψει πλούτη αλλά ποτέ δε χορταίνει. Όταν όμως πεθαίνει και πια γίνει ένα με το χώμα, ό,τι έχει μάσει με την πλεονεξία του τον αφήνει. Όπως αυτό το μάτι: Όσο ήταν καθαρό ζύγιαζε πλιότερο, γιατί δε χορταινε το χρυσάφι. Όταν λερώθηκε με το χώμα και θόλωσε, το χρυσάφι δεν τόβλεπε πια και γι' αυτό κι ελάφρυνε. Το  χώμα αφέντη βασιλιά μου τα νικάει όλα!
-Εύγε! είπε ο βασιλιάς στον καλόγερο. Η εξήγηση που μου έδωσες μ' έκανε να καταλάβω πολλά πράγματα. Θα σας ανταμείψω πλουσιοπάροχα! Κι έτσι έδωσε στον σοφό καλόγερο και στους υπόλοιπους, ανάμεσά τους και στον φτωχό ψαρά, το μισό του βασίλειο. Και όλοι ζήσανε καλά κι μείς καλύτερα!

«Το πιο γλυκό ψωμί» – Λαϊκό παραμύθι

Σχετική εικόνα

Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς πολύ πλούσιος, που είχε ό,τι επιθυμούσε η ψυχή του και είχε χορτάσει τα πάντα. Κι όλα τα καλά του κόσμου θρονιασμένα στη ζωή του ήταν κι όλοι τον θαύμαζαν για τα πλούτη του κι έλεγαν ότι δεν υπάρχει άνθρωπος πιο ευτυχισμένος σ’ ολόκληρη τη γης. Ώσπου μια μέρα κάτι παράξενο συνέβηκε. Ο βασιλιάς έχασε την όρεξή του και τίποτα δεν ήθελε να βάλει στο στόμα του.
Μέρα με τη μέρα όλο και πιο χλωμός φαινόταν, αδύνατος σαν βέργα ξεραμένη. Όλα του φταίγανε και γκρίνιαζε με το παραμικρό.
Γιατροί από παντού προστρέξαν να τον δουν και για τον άρρωστο βασιλιά τα καλύτερα δοκίμαζαν μαντζούνια και γιατρικά. Τίποτα! Όλα χαμένα πήγαιναν. Η ανορεξία του βασιλιά συνεχιζόταν αμείωτη κι όλο και χειροτέρευε. Κάθε μέρα του έφερναν μπροστά του δίσκους με τα πιο καλομαγειρεμένα, μοσχοβολιστά φαγητά. Μα τίποτα δεν τον συγκινούσε.
Περνούσε ο καιρός ώσπου μια μέρα έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας γέροντας φτωχός, ασπρομάλλης και ξερακιανός, που ήξερε από γιατρικά και όλοι τον έλεγαν σοφό.
Τον ζύγωσε ο γέροντας κι άρχισε να του κάνει ερωτήσεις:
-Μήπως κουράζεσαι πολύ, βασιλιά μου; τον ρώτησε.
-Τι λες, γιατρέ μου, του λέει ο βασιλιάς.
-Όλη μέρα ξαπλωμένος στο θρόνο μου είμαι, το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ.
-Μήπως έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου έχεις;
-Κάθε άλλο. Καρφί δεν μου καίγεται για κανέναν, σκοτούρα δεν έχω καμιά.
-Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν τ’ απέκτησες;
-Ούτε αυτό! Βασιλιάς είμαι, μην το ξεχνάς. Κι ο,τι γυρέψω, έρχεται μπροστά μου.
Σκέφτηκε, σκέφτηκε ο γέροντας κι υστέρα γυρίζει και λέει του βασιλιά:
-Άκουσε, βασιλιά μου… Καθώς βλέπω, τίποτα το σοβαρό δε σου συμβαίνει. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη είναι το ψωμί που σου δίνουν οι μάγειροί σου στο παλάτι! Να διατάξεις τώρα να σου φέρουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου για να φας. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!
Αμέσως ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους μαγείρους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!
Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες ποιος θα φτιάσει το πιο γλυκό ψωμί για το βασιλιά! Ζύμωσαν κάθε λογής ψωμιά, έβαζαν μέσα ζάχαρες, μέλια και σιρόπια και του τα ’φεραν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα πάλι δεν ήθελε να τα φάει. Το να του μύριζε, τ’ άλλο του έφταιγε. Τότε ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.
-Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες! του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε.
-Γιατί, βασιλιά μου; τον ρώτησε ο γέροντας.
-Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!
-Μπα; Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!
Ο βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.
-Άκουσε, βασιλιά μου, του λέει ο γέροντας ύστερα από λίγο.
-Αν θέλεις να δοκιμάσεις το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύθερος να μου πάρεις το κεφάλι!
Κι ο βασιλιάς, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λέγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, φόρεσε και κάτι παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, να μείνουν στην καλύβα του γέροντα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.
Ξημερώνοντας, ο γέροντας έδωσε στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει:
-Έλα να θερίσουμε! Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, κι έπεσαν κατάκοποι να κοιμηθούνε, νηστικοί.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει:
-Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!
Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς ένα σωρό δεμάτια, κι ύστερα όλη μέρα, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλι νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα.
Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.

Την τρίτη μέρα, χαράματα σχεδόν, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά:
-Ξύπνα τώρα, βασιλιά μου, να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου και πάμε εκεί, στην κορφή του βουνού που είναι ο μύλος. Τι να κάμει ο βασιλιάς, πήρε το σακί στην πλάτη και παρά την κούρασή του, το κουβάλησε στην κορφή του βουνού. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα ντρεπόταν να το πει. Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι.
– Έλα τώρα να ζυμώσουμε, του λέει ο γέρος κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει.
Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, και κατά το βραδάκι βάλανε να ψήσουνε στο φούρνο 3-4 καρβέλια. Ο βασιλιάς τώρα πεινούσε κι ανυπομονούσε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει!
-Πεινάω πολύ», λέει του γέρου.
-Περίμενε και θα φας! του απάντησε κείνος.
Σε λίγο βγήκανε από το φούρνο τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να το τρώει με μανία . Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, φώναξε γεμάτος χαρά:
-Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!
Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε:
-Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη στο ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσαι ελεύθερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις απο δώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει.
Ο βασιλιάς ακολούθησε την συμβουλή του γέροντα κι όταν γύρισε στο παλάτι δούλευε κάθε μέρα για το λαό του. Από τότε η όρεξη του ξανάρθε κι έτρωγε όλου του κόσμου τα καλά!