Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

"Ο άρκοντας και το ψέμαν" Κυπριακό παραμύθι


Picture

  Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος πολύ πλούσιος. Είχε κι ένα γιο αχαΐρευτο. Ούτε από συμβουλές έπαιρνε ούτε από τίποτα. Ο πατέρας του απελπίστηκε. Κατάλαβε πως ο γιός του, τέτοια στράτα που πήρε, ούτε λεφτά θ’ αφήσει ούτε κτήματα. Άμα εκείνος πεθάνει και ο γιος του κληρονομήσει, θα τα κάμει άνεμο και καπνό και θα πεινάσει. Σκεφτόταν λοιπόν μέρα νύχτα τι να κάνει.

Σαν γέρασε πια, τον φώναξε μια μέρα και τον πήγε στο χειρότερο από τα σπίτια του. Του λέει:

-  Εγώ παιδί μου γέρασα. Σε λίγο πεθαίνω. Από το θάνατό μου κι ύστερα, εσύ θα πεινάσει με το νου που έχεις. Αν βρεθείς σε  δύσκολη θέση, να ‘ρθεις σ’ αυτό το σπίτι, να περάσεις ένα σχοινί από το κρικέλι της καμάρας και να κρεμαστείς, να γλιτώσεις από τα βάσανα.

Ο γέρος σε λίγο καιρό πέθανε. Ο γιος τα πήρε όλα δικά του, και χρήματα και κτήματα κι άρχισε να τα ροκανίζει. Έκανε καμπόσουν φίλους, μη ρωτάς πόσους, και κάθε νύχτα κουβαλιόνταν σπίτι του και τρώγανε και πίνανε. Τον καλόπιαναν με τις ψευτιές και τις κολακείες και τους έδινε ακόμα και μετρητά. Άμα έλειψαν τα μετρητά, άρχισε το ξεπούλημα των χωραφιών, των περιβολιών, των σπιτιών. Πούλα και πούλα τα έφαγε όλα και του ‘μεινε μονάχα εκείνο το σπίτι που του παράγγειλε ο γέρος ο πατέρας του να κρεμαστεί. Κρατούσε στο πουγγί του όλο κι όλο τρία γρόσια. Οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. ΄

Την πρώτη νύχτα που κουβαλήθηκε στο παλιόσπιτο, θυμήθηκε τα λόγια που του είπε ο πατέρας του, να κρεμαστεί να μην τυρρανιέται. Αποφάσισε να το κάμει. Με τα τρία γρόσια που κρατούσε πήγε κι αγόρασε μισή οκά ψωμί και μισό τυρί χαλούμι να φάει την άλλη μέρα. Όταν πια δεν είχε δεκάρα, να κρεμαστεί να τελειώνει.

Τη νύχτα που κοιμόταν, του έφαγαν το ψωμί και το χαλούμι τα ποντίκια. δεν του άφησαν μπουκιά. Τι να κάνει; Σκέφτηκε αντί να κρεμαστεί, να πάει να βρει τους φίλους του να του δώσουν ένα κομμάτι ψωμί, αυτοί που τόσο καιρό τρώγανε από το σπίτι του. Πήγε λοιπόν και τους βρήκε στο καφενείο. Τους λέει:

-Βρε παιδιά, θα λιποθυμήσω από την πείνα. Είχα όλα κι όλα τρία γρόσια και τ’ αγόρασα ψωμί και χαλούμι και μου τα φάγανε και κείνα ψες οι ποντικοί.

Μόλις τ’ ακούσανε αυτό οι φίλοι του, σκάσανε στα γέλια. Του είπαν πως λέει ψέματα και πως οι ποντικοί δεν τρώνε ψωμί και χαλούμι. Δεν τον κέρασαν ούτε ένα καφέ.

Απελπίστηκε πια και πήγε σ’ εκείνο το παλιόσπιτο να κρεμαστεί.

Πέρασε το σχοινί από το κρικέλι. Το τράβηξε λίγο να δει αν τον σηκώνει. Μόλις έδωσε λίγο βάρος στο σχοινί, έπεσε από την καμάρα μια στάμνα γεμάτη χρυσάφι. Η στάμνα έσπασε και το σπίτι κοκκίνισε από τις λίρες. Όρμησε μάνι μάνι, τις μάζεψε και τις έκρυψε. Κάθισε στην καρέκλα και συλλογιζόταν: «Είναι δουλειά του πατέρα μου τούτη. Ο Θεός μακαρίσει τον και να μοσχομυρίσει ο τάφος του. Ήξερε τι θα πάθω και μου το έκανε αυτό μήπως και βάλω νου και καταλάβω το λάθος μου»

Από κείνη την ώρα μάζεψε το νου του απ’ όπου τον είχε. Σε λίγο καιρό, αγόρασε πιο πολλά κτήματα από κείνα που είχε. Έκτισε και καινούρια σπίτια. Οι φίλοι του θαύμαζαν από πού τα βρήκε. Τον πλησιάσανε. Ήταν μαθημένοι στο φαΐ και άρχισαν πάλι τις κολακίες και τα καλοπιάσματα. Αυτός έκανε πως δεν καταλάβαινε. Μια μέρα που πήγαν να τον χαιρετίσουν, έκανε το μαραζωμένο. Οι φίλοι του τον ρώτησαν τι έχει. Τους λέει:

-Τι να σας πω! Αγόρασα κλειδαριές, κρικέλια, καρφιά για τις πόρτες του σπιτιού μου και τη νύχτα μου τα φάγανε όλα οι ποντικοί!

Οι φίλοι του παραξενεύτηκαν. Γρήγορα όμως έκαναν πως συμφωνούν. Τον βεβαίωναν πως πράγματι οι ποντικοί τρώνε τα σιδερικά...

Τον έπνιξε το δίκιο τον πλούσιο:

-Τις προάλλες, σας είπα πως οι ποντικοί μου φάγανε το ψωμί και το χαλούμι και με κοροϊδεύατε: ήμουν φτωχός κι απένταρος. Τώρα σας λέω πως μου έφαγαν τις κλειδαριές, τα κρικέλια και τα καρφιά και για να με κολακέψετε γιατί πλούτισα πάλι, μου λέτε πως τρώνε οι πονιτκοί σίδερα! Να τσακιστείτε από δω! Τέτοιους φίλους δεν τους θέλω που:

«Τον άρκονταν πιστεύκουν τον

Και ψέματ’ αν λαλεί.

Τζαι περιπαίζουν τον φτωχόν

αλήθκειαν άμα πει».




Κωστής Κυριακίδης, Παραμύθια της Κύπρου, Νέοι Ακρίτες,
Το διαβάσαμε εδώ: Κυπριακά παραμύθκια

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

"Η αράχνη και η σοφία του κόσμου" Αφρικάνικο παραμύθι

Αποτέλεσμα εικόνας για ο μαγος της αφρικής και η στάμνα

Εδώ και αρκετά χρόνια ο Κβάκου Ανάνσε, ο μάγος μιας αφρικάνικης φυλής,
πήρε την απόφαση να μαζέψει εκείνος όλη τη σοφία
του κόσμου και να την κρατήσει μόνο για τον ίδιο και τους απογόνους του. 
Φεύγοντας από το σπίτι του πήρε μαζί μια
πήλινη στάμνα που 'χε σκοπό να τη γεμίσει με σοφία.
Για χρόνια γύριζε τη χώρα ολόκληρη κι έθετε σε ζώα και σε
ανθρώπους τα δυσκολότερα ερωτήματα. Μόλις άκουγε μια έξυπνη
απάντηση, σήκωνε γρήγορα το καπάκι της πήλινης στάμνας και την
ψιθύριζε μέσα, μπροστά στους κατάπληκτους συνομιλητές του.
Έφτασε κάποτε η μέρα που ο Κβάκου Ανένσε πίστεψε ότι είχε μαζέψει
όλη τη σοφία του κόσμου στη στάμνα του και γι' αυτό πήρε το δρόμο
της επιστροφής.
«Ο Κβάκου Ανάνσε είναι τώρα σοφότερος κι από τους θεούς»,
τραγούδαγε στο μακρύ ταξίδι της επιστροφής, ώσπου κάποια μέρα
αντίκρισε μακριά τις στρογγυλές καλύβες του χωριού του. Τον
σταμάτησε η σκέψη ότι στο χωριό θα μπορούσανε να του κλέψουνε το
πολύτιμο φορτίο του και γι’ αυτό αποφάσισε να κρύψει τη στάμνα
κάπου στο Δάσος. Και μετά τις πρώτες χαρές του ξαναανταμώματος
στο χωριό, θα οδηγούσε την οικογένειά του εδώ για να τους μυήσει στη
σοφία του κόσμου.
«Πού να κρύψω τη στάμνα», μονολόγησε ενώ έψαχνε γύρω να βρει το
ιδανικό μέρος για κρυψώνα. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει
και τελικά αποφάσισε ν' ανέβει στην κορυφή του δέντρου Καζαούρα
και να κρεμάσει από το τελευταίο κλαδί όλη τη σοφία του κόσμου.
Με χορτάρια έφτιαξε σχοινιά, έδεσε τη στάμνα και την κρέμασε
μπροστά στην κοιλιά του και μετά προσπάθησε ν' αναρριχηθεί στο χοντρό
 κορμό του δέντρου. Όμως η στάμνα που κρεμόταν στην κοιλιά του τον
εμπόδιζε ν' αγκαλιάσει το δέντρο.
Έτσι λοιπόν ο Κβάκου Ανάνσε πάλευε τρεις ολόκληρες μέρες εκεί
πέρα προσπαθώντας ν’ αναρριχηθεί στην πανύψηλη κορυφή του
γέρικου δέντρου Καζαούρα για να κρεμάσει απ' το τελευταίο κλαρί
όλη τη σοφία του κόσμου. Κάθε φορά όμως γλίστραγε κι έσκαγε κάτω
και η πλάτη του είχε γεμίσει γδαρσίματα και πληγές.
Παρόλους όμως τους πόνους και την πείνα του, γιατί είχε μέρες να
βάλει κάτι στο στόμα του, συνέχιζε με μανία τις προσπάθειές του
ξεχνώντας τελείως ότι γύρω στο Δάσος υπήρχαν άπειρες κρυψώνες
για να παραχώσει την πήλινη στάμνα του.
Κι ενώ για χιλιοστή φορά έσκαγε κάτω με τον πισινό και αβοήθητος
κούναγε τα ποδάρια του στον αέρα, πέρασε από κει ο Λαγός και
στάθηκε κι έκανε χάζι τις απελπισμένες προσπάθειες του Κβάκου
Ανάνσε. Κάποια στιγμή κατάφερε να σταθεί πάλι στα πόδια του και
προσπάθησε για μια ακόμη φορά να πετύχει το στόχο του.
Ο Λαγός ήταν καλόκαρδος και αποφάσισε να βοηθήσει τον ταλαίπωρο
φίλο του.
«Kαλή σου εσπέρα Κβάκου Ανάνσε», τον χαιρέτησε. Μόλις ο Κβάκου
άκουσε απρόσμενα τη φωνή του Λαγού, ταράχτηκε τόσο που έπεσε γι'
άλλη μια φορά με τον πισινό στο χώμα και σφίγγοντας πάνω του την
πήλινη στάμνα απόμεινε να κοιτάζει τον νυχτωμένο ουρανό. Ο Λαγός
πήδησε σβέλτα κοντά του και βoήθησε το φουκαρά Κβάκου να βγει
απ' την άσκημη θέση του.
«Μα τι έχεις μέσα στη στάμνα;» τον ρώτησε.
«Δεν μπορώ να σου πω», αποκρίθηκε ο Κβάκου Ανάνσε.
«Γιατί, αν σου πω, θα πεθάνουμε κι oι δυο μας επιτόπου».
«Να μου λείπει, δεν θέλω να το μάθω τέτοιο μυστικό. Σε
παρακολουθώ εδώ και ώρα τώρα πώς ταλαιπωρείσαι χωρίς λόγο,
θέλεις ν' ανεβάσεις στο δέντρο τη στάμνα ενώ την έχεις δεμένη στην
κοιλιά σου. Δεν θα ήταν πιο απλό να τη δέσεις στην πλάτη σου;»
«Τι είπες;», ξεφώνισε ό Κβάκου Ανένσε. «Κι εγώ πίστευα ότι είχα
μαζέψει όλη τη σοφία του κόσμου στην πήλινη στάμνα μου και τώρα
μόλις διαπιστώνω ότι υπάρχουνε εξυπνότεροι από μένα».
Και με τα λόγια αυτά έλυσε το βαρύ φορτίο από την κοιλιά του και το
πέταξε με τέτοια δύναμη πάνω στο γέρικο κορμό Καζαούρα που η
πήλινη στάμνα διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια.
«Ας μου λείπει η σοφία του κόσμου και το καλό της»,
είπε αγανακτησμένος ο Κβάκου Ανάνσε και πήρε το δρόμο για το σπίτι του
ποδοπατώντας άγαρμπα το ψηλό χορτάρι.
Από τότε η σοφία ξανασκορπίστηκε στη γη και τυχερός όποιος τη βρίσκει και την έχει.

Γκάνα, Ακάν


Από το βιβλίο: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ
ΕΠΙΛΟΓΗ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ 
Τέος Ρόμβος. Το παραμύθι αυτό το βρήκαμε εδώ:

Το "λουλούδι" της ειλικρίνειας. Κινέζικο παραμύθι

Σχετική εικόνα

Γύρω στο έτος 250 π.Χ., ένας πρίγκιπας από τις βόρειες περιοχές της Κίνας, επρόκειτο να στεφθεί αυτοκράτορας της χώρας. Όμως για να γίνει η στέψη έπρεπε, σύμφωνα με το νόμο, να είναι παντρεμένος.

Έτσι, αποφάσισε να διοργανώσει ένα διαγωνισμό ανάμεσα στις δεσποινίδες της αυλής, για να επιλέξει εκείνη που ήταν άξια να γίνει σύζυγός του. Την επόμενη μέρα, ο πρίγκιπας ανακοίνωσε ότι θα δεχόταν όλες τις υποψήφιες, σε ειδική τελετή, να τις ενημερώσει σχετικά με το διαγωνισμό.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα, εργαζόμενη στο παλάτι σαν καμαριέρα για πολλά χρόνια, τα άκουσε όλα αυτά και αισθάνθηκε μια μικρή θλίψη, γιατί ήξερε πως η νεαρή κόρη της έτρεφε ένα αίσθημα βαθιάς αγάπης για τον πρίγκιπα.


 Όταν έφτασε στο σπίτι της, είπε τα νέα στην κόρη της και ξαφνίαστηκε όταν την άκουσε να λέει πως σκόπευε να παρευρεθεί στην τελετή. Τότε της είπε:
- "Κόρη μου, τι πας να κάνεις εκεί; Υπάρχουν άλλες με πλούτη και ομορφιά στην αυλή. Βγάλε από το μυαλό σου αυτή τη σκέψη, είναι καθαρή τρέλα.Δεν κατάφερε όμως να την  μεταπείσει. 

Το βράδυ της τελετής ήταν στο παλάτι τα πιο ωραία και πλούσια κορίτσια της αυλής, φορώντας τα μεταξωτά τους φορέματα και τα πιο ακριβά τους κοσμήματα. 

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο πρίγκιπας και ανακοίνωσε: 
- "Θα δώσω, σε κάθε μια από σάς, ένα σπόρο. Όποια από σάς, μέσα σε έξι μήνες, μου φέρει το πιο όμορφο λουλούδι, θα επιλεγεί για σύζυγός μου και μελλοντική αυτοκράτειρα της Κίνας". 

Η πρόταση του πρίγκιπα ήταν σε απόλυτη συμφωνία με τις βαθιές παραδόσεις του λαού του, που έδινε μεγάλη αξία στη γνώση της καλλιέργειας της γής. 

Ο καιρός περνούσε. Η φτωχή νέα ήξερε από καλλιέργεια και κηπουρική και έβαζε όλη της την προσοχή, την υπομονή και την τρυφερότητα στο σπόρο της. Ήξερε, πως αν η ομορφιά του λουλουδιού της έφτανε στο ίδιο ύψος με την αγάπη της για τον πρίγκιπα, δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί για το αποτέλεσμα του διαγωνισμού. 

Όμως, πέρασαν τρεις μήνες και ο σπόρος δεν έχει ακόμη βλαστήσει, παρόλο που η κοπέλα προσπάθησε τα πάντα, χρησιμοποιώντας όλες τις μεθόδους που ήξερε. Μέρα με τη μέρα έβλεπε το όνειρό της να απομακρύνεται, αλλά ένοιωθε την αγάπη της πιο βαθιά. Οι μήνες όμως περνούσαν και τίποτα δεν φύτρωνε. 


Την καθορισμένη μέρα η φτωχή νέα πήγε στο παλάτι με τη γλάστρα της άδεια. Όλες οι κοπέλες ήταν εκεί με γλάστρες, που είχαν υπέροχα λουλούδια σε διάφορα χρώματα και σχήματα, το ένα πιο όμορφο από το άλλο. 


Η πολυαναμενόμενη στιγμή φτάνει. Ο πρίγκιπας παρατηρεί με πολύ προσοχή κάθε ένα από τα κορίτσια, που κρατούσαν περήφανες η κάθε μια τη γλάστρα της με το όμορφο λουλούδι της.
Αφού πέρασε μπροστά από κάθε κοπέλα, ο πρίγκιπας ανακοινώνει το αποτέλεσμα:

Νικήτρια του διαγωνισμού ήταν η κόρη της φτωχής, με την άδεια γλάστρα. Αυτή θα γινόταν σύζυγός του.

Όλοι οι παρόντες ήταν όχι μόνον έκπληκτοι, αλλά ένοιωθαν και προσβεβλημένοι με την επίλογή του πρίγκιπα. Κανείς δεν είχε καταλάβει γιατί αυτή η κοπέλα που δεν κατάφερε να καλλιεργήσει το σπόρο της ήταν η νικήτρια.

Τότε, ο πρίγκιπας ήρεμα τους εξηγεί:
- "Η νέα αυτή είναι η μόνη άξια να γίνει σύζυγός μου και αυτοκράτειρα, γιατί ήταν η μόνη που καλλιέργησε και έφερε εδώ το λουλούδι της ειλικρίνειας. 
Οι σπόροι που σας μοίρασα ήταν όλοι κούφιοι και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βγει λουλούδι από αυτούς".

πηγή: http://www.afirimeno.com 

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

"Το γάντι" - ένα καταπληκτικό παραμύθι με κινούμενα σχέδια για τον χειμώνα (βίντεο)

Απόδοση του ουκρανικού παραδοσιακού παραμυθιού "το γάντι" με τη μουσική υπόκρουση και τον ήχο των ζώων. Ένα παραμύθι που προσφέρεται για διαθεματική προσέγγιση στο νηπιαγωγείο (μαθηματικά, μελέτη περιβάλλοντος, προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη)

Το βρήκαμε στο ιστολόγιο: Έτσι απλά..δες το διαφορετικά!

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

"Τα παιχνίδια του Φλεβάρη" ιστορία από τη Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου

Ο Κουτσοφλέβαρος στην παλιά Τριπολιτσά
Εικόνα: "Ο Φλεβάρης" Χαρακατικό του  Σ. Βασιλείου

 

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.
-Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.
Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.
-Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…
-Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!
Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.
-Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄  αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα.  Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!
-Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης.
-Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:
-Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;
-Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.
-Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.
-Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;
-Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.
-Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.
Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά.
Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:
-Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!
Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι.
Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.
-Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.
-Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.
Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.
-Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!
-Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.
Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.
-Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;
-Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.
Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι,  μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...
-Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...
-Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοί της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.
Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!
-Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…
Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:
-Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.
-Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.
-Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.
Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.
-Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;
-Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.
-Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.
-Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.
«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:
-Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.
Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!
-Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;, παραξενεύτηκε ο παππούς.
Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:
-Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…
Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.
-Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.
Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.
Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.
Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.
-Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.
-Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.
-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.
Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος.
Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:
«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»

ΛΟΤΗ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ-ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

"Ο Κουτσοφλέβαρος" του Ανδρέα Καρκαβίτσα


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια τεράστια σπηλιά ζούσαν οι δώδεκα μήνες τρώγοντας, πίνοντας και περιμένοντας ώσπου να έρθει η σειρά του καθενός. Μέσα στη σπηλιά είχαν βάλει ένα βαρέλι γεμάτο με κρασί κι όταν ήρθε η ώρα να το πιουν άνοιξε ο καθένας από μια τρύπα κι έβαλε τη βρύση του. Ο Μάρτης έβαλε τη βρύση του όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Οι άλλοι μήνες τον κορόιδευαν πως έτσι θα πιει τα κατακάθια, αλλά αυτός χαμογελούσε πονηρά. Είχε το σκοπό του.
Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες και οι μήνες διασκέδαζαν πίνοντας από λίγο κρασί τη φορά προσεχτικά για να μην τους τελειώσει γρήγορα. Μια μέρα όμως που έλειπαν οι άλλοι μήνες, ο Μάρτης άνοιξε τη βρύση του και ρούφηξε όλο το κρασί. Όταν επέστρεψαν οι υπόλοιποι μήνες έτρεξαν διψασμένοι προς το βαρέλι.
-Μάρτη, φέρε μας κρασί φώναξε ο Θεριστής που φορούσε ψάθινο καπέλο και στο χέρι του κρατούσε ένα δρεπάνι.
-Ναι, ναι κρασί, φώναξαν και οι άλλοι μήνες.
-Μα δεν τα μάθατε; φώναξε γελώντας ο Νοέμβρης.
-Τι να μάθουμε; ρώτησε ο Αλωνάρης που το κεφάλι του ήταν ξερό και άγονο σαν το αλώνι.
-Ο Μάρτης ξαναπαντρεύτηκε και τώρα έχει δυο γυναίκες, μια όμορφη και φτωχιά και μια άσχημη και πλούσια. Όταν είναι με την όμορφη ο καιρός είναι καλός ,ενώ όταν είναι με την άσχημη βρέχει και χιονίζει…
Ο Απρίλης που ήταν ο πιο όμορφος από όλους τους μήνες γελούσε. Γελούσε γιατί σε λίγες μέρες θα τελείωναν οι μέρες του Μάρτη και θα ερχόταν η σειρά του.
-Κρασί, κρασί ακούστηκε τότε η φωνή του Φλεβάρη. Τι μας νοιάζει εμάς τι κάνει ο Μάρτης με τις γυναίκες του; Κι έτρεξαν όλοι στο βαρέλι. 
Εκεί όμως βρήκαν το Μάρτη ξαπλωμένο, με τη μακριά του φουστανέλα μούσκεμα από το κρασί! Οι άλλοι μήνες άρχισαν να γελάνε μόλις όμως άνοιξαν τη βρύση τους να πιουν τίποτα! το στόμα τους γέμισε αέρα. Τότε κατάλαβαν πως ο Μάρτης τους ήπιε όλο το κρασί από το βαρέλι και θυμωμένοι άρχισαν να τον βαράνε με κλοτσιές και μπουνιές. Τον έκαναν μαύρο από το ξύλο. Όμως ο Μάρτης είναι ο πιο δυνατός από όλους τους μήνες και τον φοβούνται ακόμα και οι άνθρωποι, και πιο πολύ η γριά Γαλανή.
-Φύλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψεις τα παλούκια έλεγε.
Η γριά Γαλανή είχε δέκα κατσίκες και έλπιζε να κάνουν κατσικάκια, να τα πουλήσει ώστε να μπορέσει να ζήσει. Έτσι κι έγινε. Οι κατσίκες γέννησαν και τα κατσικάκια χοροπηδούσαν χαρούμενα. Κι ενώ ο Μάρτης έφτανε στο τέλος του, βροντές ηχούσαν στον αέρα κι ένα παγωμένο χαλάζι χτύπησε την καημένη γριούλα στο πρόσωπο την ώρα που έτρεξε να περιμαζέψει τα κατσικάκια στο μαντρί.
       -Στα κομμάτια να πας, παλιό- Μάρτη, είπε. Δε σε έχω πια ανάγκη, σε λίγο έρχεται ο καλός και ζεστός Απρίλης, φώναξε η γριά Γαλανή.
Όμως ο Μάρτης την άκουσε, θύμωσε πολύ κι αποφάσισε να την τιμωρήσει. Έτσι όταν τον επισκέφτηκε ο ήρεμος και καλός Φλεβάρης για να του ζητήσει συγνώμη για το ξύλο που του έριξε μαζί με τους άλλους μήνες, ο Μάρτης έκανε πως το είχε ξεχάσει. Είχε το σχέδιό του. Κέρασε με κρασί τον Φλεβάρη κι όταν τον ζάλισε καλά καλά του είπε:
-Ξέρεις Φλεβάρη, σήμερα τελειώνει η σειρά μου και αύριο έρχεται η σειρά του Απρίλη. 
Ο Φλεβάρης θύμωσε γιατί δεν συμπαθούσε καθόλου τον Απρίλη που ήταν όμορφος με ξανθά μαλλιά και όλα τα  κορίτσια ήταν ερωτευμένα μαζί του.
-Λέω να τον κάνουμε να σκάσει από το κακό του, είπε ο Μάρτης. Να μου δανείσεις δυο μέρες σου, τις χειρότερες με βροχή και χαλάζι. 
-Στις δίνω είπε ο Φλεβάρης μουδιασμένος μιας και οι μήνες δε δίνουν εύκολα τις μέρες τους.
Κι έτσι η γριά Γαλανή εκεί που περίμενε να έρθει ο Απρίλης, έπεσε τέτοιο χαλάζι που δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Δεν είχε που να κρυφτεί…
Ο Μάρτης, όταν η καταστροφή τελείωσε, γύρισε στη σπηλιά. Τον είδε ο Φλεβάρης και του ζήτησε πίσω τις δύο του μέρες.
-Ποιες μέρες, είπε αυτός. Αυτές είναι οι μέρες της γριάς. 
Κι έτσι έμεινε ο Φλεβάρης με εικοσιοχτώ μέρες μόνο, γι’αυτό και τον λένε Κουτσοφλέβαρο.
Το διήγημα αυτό του Ανδρέα Καρκαβίτσα "Ο Κουτσοφλέβαρος", είναι η διασκευή από το βιβλίο "Τα Ελληνικά", εκδόσεις Παπαδόπουλος 
Επίσης μπορείτε να διαβάσετε την ιστορία "Τα παιχνίδια του Φλεβάτη" της Λότης Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου πατώντας εδώ:

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

"Ένα δέντρο, μια φορά" διήγημα από τον Ευγένιο Τριβιζά.


Αποτέλεσμα εικόνας για ΔΕΝΤΡΟ
Εικόνα:  Το Δέντρο της Ζωής-The-Tree-of-Life_Gustav-Klim

Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο
παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε.
Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα
φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει
γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ
στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια
πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και
άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.
Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί,
χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν
αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι
φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες
καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο
 μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν
συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν;
Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;
Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο
παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του
διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά
παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια
πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε.
Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο
έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το
 καμαρώνουν…

Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια
κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός
εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το
πρόσεχε.
Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα
μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του
είχαν γεμίσει θλίψη.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός
αληθινού σπιτιού.
Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο
παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις
γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα ‘χε
πού να μείνει.
Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ’ τα φωτισμένα παράθυρα τα
λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια
και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να
κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε.
Ζήλευε πολύ, πόσο θα ‘θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου
τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του…
Πώς το ‘φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και
συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί…

H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης
πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα.
Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα
 τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και
πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι
Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα
από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου
κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με
 έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα
σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα
οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.
Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες,
έπεσε άθελά του πάνω σ’ έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ
 που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε
από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί.
Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με
φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του ‘βαλε
οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.
Το αλητάκι σηκώθηκε, το ‘βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα
σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο
δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα,
από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά
σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.
– Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.
– Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα
δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει,
χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.
– Στόλισέ με! – ψιθύρισε το δέντρο – Στόλισέ με και εμένα έτσι!
– Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.
– Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να ‘ναι τα στερνά μου
Χριστούγεννα, να μην δω άλλα
– Γιατί το λες αυτό;
– Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα
 από τα δύο… Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.
Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το
ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα ‘χε ούτε
‘κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;
– Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε
ολόγυρά του.
– Με τι; Απόρησε.
– Ό,τι να ‘ναι… κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.
– Καλά… Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω…
Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδια

Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός, έπιασε να
χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό… Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με
πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου.
Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα
 πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν
πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία
 τη μια μετά την άλλη.
Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά
του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες,
μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε
τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.
– Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ’ τη χαρά του.
– Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.
Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω
άδειασε με φόρα απ’ το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε
 μια πλακόστρωτη αυλή.
Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε
παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν
στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που
εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις
φέρει ένα – δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.
– Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.
– Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό
γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο…
– Κοίτα! Έρχονται!
Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.
– Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.
Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά,
κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.
Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο
πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε
το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο
σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην
κορφή του δέντρου.
Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα
χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν,
 τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του
κλωνιά και το πεφταστέρι ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.
– M’ έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο – είπε το δέντρο στο παιδί – Σ’
ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ αληθινά… Πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να σου
χάριζα κι εγώ ένα δώρο…
– Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια – Άσε με, σε
παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο
κουρασμένο, πονάω… και δεν έχω πού να πάω…
– Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.
– Και να δεις… Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.
Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο
χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε
όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα
χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν.
Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν
ξαφνικά – τι παράξενο – άκουσε εκείνον τον ήχο… Τον ήχο τον χαρμόσυνο!
Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να
καλπάζουν ρυθμικά.
Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα
χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο
ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια
κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά.
Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη
και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με
 πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες
φούντες…
Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα
δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!
H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς
χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της
πριγκιποπούλας.
– Τι όμορφο δέντρο! – Χαμογέλασε – Ποιος να το στόλισε άραγε;
– Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.
– Αλήθεια;
– Ναι.
– Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του
βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.
– Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.
H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν
βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια
πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να
ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν
με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.
Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα
εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος
 μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι
μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!
Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα
 χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά… λες κι
είχανε φτερά… Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος
της χιονισμένης στέπας.
Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν
 αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί…
Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι
 φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.
Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη
ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι,
τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο,
ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.
Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα,
 κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει.

Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το
σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι
 ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες
σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα
υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και
πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.
Έτσι λένε…
Ποιος ξέρει;

Ευγένιος Τριβιζάς, «Ένα δέντρο, μια φορά». Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα
ΤΑ ΝΕΑ, 7/2007
Από: http://users.uoa.gr/

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Το παραμύθι που δεν είχε τέλος (του Κώστα Βάρναλη)

Ζούσε κάποτε πέρα στην Ανατολή ένας τεμπέλης βασιλιάς. Δεν έκανε καμιά δουλειά. Ολημερίς ξαπλωμένος σε ντιβάνι με πολλά μαλακά μαξιλάρια, έβαζε να του λένε παραμύθια κι αυτός άκουε μαχμουρλίδικα.
  Αμολούσε σ’ όλο του το βασίλειο πλήθος αυλικούς να μαζεύουνε και να στέλνουνε στο παλάτι όσους ξέρανε παραμύθια, άντρες ή γυναίκες, γέρους ή νέους, ντόπιους ή ξένους. Γιατί δε χόρταινε ν’ ακούει. Όταν τέλειωνε το παραμύθι, έπεφτε σε βαθιά πλήξη και δυστυχία. Γι’ αυτό ήθελε πάντα το ένα παραμύθι ν’ ακολουθάει το άλλο. Ακόμα κι όταν έτρωγε κι έπινε ή έπαιρνε το μπάνιο του στη χαβούζα* του παλατιού, ήθελε ν’ ακούει παραμύθια. Μονάχα αργά πολύ, μετά τα μεσάνυχτα, όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, τότε σιωπούσανε κι οι παραμυθάδες και, πατώντας στα νύχια τους απάνω στα παχιά κιλίμια, φεύγανε σιγά σιγά να πάνε να ξεκουραστούνε κι αυτοί, οι βασανισμένοι!
  Όσο πιο μεγάλο και μπερδεμένο ήταν το παραμύθι, τόσο περισσότερο του άρεσε. Ήταν παραμύθια που βαστούσανε μέρες και βδομάδες ολάκερες. Μα όσο μεγάλα και να ήτανε, ερχότανε επιτέλους η ώρα τους να τελειώσουν. Ε, τότε ο βασιλιάς γινότανε τρομερά δυστυχής. Αρρωστούσε, που έλεγες πως θα πεθάνει.
  Είδε κι απόειδε αυτός, η δωδεκάδα του (το συμβούλιό του) κι ο γιατρός του, αποφασίσανε όλοι μαζί να στείλουνε τελάληδες* σ’ όλες τις επαρχίες και σε όλα τα χωριά του βασιλείου, να διαλαλήσουνε:
  – Όποιος ξέρει ένα παραμύθι που να μην τελειώνει ποτέ, ας παρουσιαστεί να το πει του πολυχρονεμένου βασιλιά, κι αυτός θα του δώσει ένα σακί φλουριά και την κόρη του για γυναίκα.
  Όσοι ακούγανε αυτά τα λόγια, αστράφτανε τα μάτια τους από τον πόθο να γίνουνε πολύ πλούσιοι και να παντρευτούν τη βασιλοπούλα. Κι όλοι νομίζανε πως θα τα καταφέρνανε να διηγηθούνε παραμύθι χωρίς τέλος. Το κάτω της γραφής, αν αποτυχαίνανε, δε θα είχανε να χάσουνε τίποτα.
  Μα οι τελάληδες προσθέτανε στο τέλος:
  – Όποιος όμως δε τα καταφέρει να διηγηθεί το ατέλειωτο παραμύθι, τότε ο βασιλιάς θα του κόψει το κεφάλι!
  Όταν ακούγανε αυτήν την ποινή, τους έπιανε τρόμος και φόβος. Τότε νιώθανε πως ο βασιλιάς δε ζητούσε εύκολο πράμα. Και λέγανε συναμεταξύ τους:
  – Αδύνατα πράγματα ζητάει.
  Ωστόσο παρουσιαστήκανε στο βασιλιά δυο τρεις αποφασισμένοι ή να κερδίσουνε το στοίχημα ή να χάσουνε το κεφάλι τους. Ο πρώτος, που δοκίμασε να πει το ατέλειωτο παραμύθι, μπόρεσε να το βαστάξει τρεις μήνες. Μα ύστερα η φαντασία του είχε στερέψει. Μασούσε τα λόγια του, δεν έβρισκε τίποτα να πει και έτσι έχασε το κεφάλι του.
  Τότε οι άλλοι δυο φοβηθήκανε κι ούτε καν τολμήσανε ν’ αρχίσουνε. Φύγανε, κι ευχαριστούσανε μάλιστα το Θεό που γλυτώσανε απ’ του Χάρου τα δόντια.
  Πέρασε πολύς, πάρα πολύς καιρός, και κανένας δεν ερχόταν στο παλάτι γι’ αυτή τη δουλειά.
  Όπου νά σου μια μέρα και παρουσιάζεται ένας ξένος –από πού ήταν, κανένας δεν ήξερε. Μα η εξυπνάδα του και το θάρρος του ήταν μεγάλα.
  – Μεγάλε βασιλιά, είπε, αφού έκανε τον απαραίτητο τεμενά.* Άκουσα πως δίνεις μεγάλη αμοιβή σε κείνον που θα σου διηγηθεί ένα παραμύθι χωρις τέλος. Του δίνεις ένα σακί φλουριά και τη βασιλοπούλα. Είναι αλήθεια;
  – Αλήθεια, απάντησε ο βασιλιάς. Αν όμως δεν πετύχει, τότε του παίρνω το κεφάλι.
  – Το ξέρω κι αυτό, είπε ο ξένος. Κι είμαι αποφασισμένος να σου διηγηθώ εγώ μια ιστορία που δεν τελειώνει.
  – Περιμένω ν’ αρχίσεις, είπε ο βασιλιάς και ξαπλώθηκε στον καναπέ απάνω στα πολλά μαξιλάρια.
  Τότε ο ξένος στρογγυλοκάθισε στο πάτωμα απάνω στο κιλίμι μπροστά στο βασιλιά κι άρχισε:
  «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς, που μάζεψε όλο το σιτάρι της απέναντι χώρας του και το κλείδωσε σε μιαν αποθήκη τόσο μεγάλη, που για να πας από την μιαν άκρη της έως την άλλη θα έπρεπε να περπατάς από το πρωί ίσαμε το βράδυ.
  »Μια μέρα έπεσε στην πρωτεύουσα ένα μαύρο σύννεφο ακρίδες τόσο μεγάλο, που σκοτείνιασε ο ήλιος κι όλοι νομίσανε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Γιατί γεμίσανε οι δρόμοι, τα σπίτια, ο αέρας, από ακρίδες τόσο πυκνές, που δεν μπορούσες ν ’ανασάνεις.
  »Αυτές οι αμέτρητες ακρίδες, αφού φάγανε όλα τα αμπέλια και τα δάση και δε χορτάσανε, μυριστήκανε τελευταία και την αποθήκη του σιταριού. Μα η αποθήκη ήταν πολύ καλά κλεισμένη από παντού, κι όχι μονάχα δεν είχε παράθυρα ή καμινάδες, μα ούτε και καμιά σκισμάδα για να μπορέσουνε να τρυπώσουνε μέσα και να φάνε το σιτάρι.
  »Κάμποσες μέρες φέρνανε βόλτα γύρω στην αποθήκη και κοιτάζανε με προσοχή όλες τις μεριές, μπας και βρεθεί πουθενά καμιά τρυπίτσα ή καμιά χαραμάδα. Μα επιτέλους μια τυχερή ακρίδα ανακάλυψε στην ανατολική πλευρά της αποθήκης μια μικρούλα σκισμάδα, που μόλις χωρούσε μοναχή της. Μπήκε το λοιπόν μέσα, πήρε ένα σπειρί σιτάρι και βγήκε.
  »Άμα βγήκε αυτή, μπήκε μια δεύτερη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα δεύτερο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια τρίτη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα τρίτο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Ύστερα μπήκε μια τέταρτη ακρίδα και πήρε ένα τέταρτο σπειρί σιτάρι, κι άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια πέμπτη ακρίδα κτλ…»
  Περάσανε μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, κι ο ξένος αξακολουθούσε να λέει από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο πράμα:
  «Ύστερα μπήκε μια άλλη ακρίδα και πήρε άλλο σπειρί σιτάρι. Άμα βγήκε αυτή, μπήκε άλλη ακρίδα και πήρε ένα άλλο σπειρί σιτάρι…»
  Περάσανε έτσι δυο χρόνια κι ο ξένος έλεγε και ξανάλεγε από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο χαβά.* Ο βασιλιάς στενοχωριότανε πολύ, ώσπου μια μέρα τονε ρώτησε θυμωμένος:
  – Δε μου λες, πόσον καιρό αυτές οι ακρίδες θα μπαίνουνε και θα βγαίνουνε;
  – Μα, βασιλιά μου πολυχρονεμένε, ώς τώρα οι ακρίδες αδειάσανε μια πιθαμή σιτάρι από την αποθήκη. Και μένουνε ακόμα τριακόσιες πιθαμές και μιλιούνια ακρίδες. Ίσως μετά εξακόσια χρόνια θα κατορθώσουν να μπούνε στην αποθήκη όλες οι ακρίδες μια μια και ν’ αδειάσουνε το σιτάρι. Και πάλι βλέπουμε…
  Τότε πια ο βασιλιάς δε βάσταξε. Γούρλωσε τα μάτια του, τινάχτηκε από το ντιβάνι και ξεφώνισε με όλη του τη δύναμη:
  – Καταραμένε άνθρωπε. Θα με τρελάνεις! Άι στο καλό! Έχασα το στοίχημα! Πάρε το σακί τις λίρες και την κόρη μου κι άφησέ με ήσυχο.
  Έτσι ο έξυπνος αυτός ξενοτοπίτης πήρε τα χρήματα, πήρε τη βασιλοπούλα κι έγινε και διάδοχος του θρόνου.
  Ο βασιλιάς είχε γεράσει πολύ κι ευχαριστιότανε τώρα ν’ ακούει παραμύθια κι ιστορίες που είχανε τέλος. Κάθε τόσο συνήθιζε να λέει:
  – Είμαι ευχαριστημένος, που έμαθα πως μονάχα οι ιστορίες που τελειώνουν είναι όμορφες κι έχουνε ενδιαφέρον.
  Άμα πέθανε, έγινε βασιλιάς ο έξυπνος γαμπρός του. Και το κράτος ευτύχησε. Μα οι ιστορικοί δε συμφωνήσανε ακόμα από ποιον τόπο ήταν αυτός ο ξένος.



* χαβούζα: δεξαμενή.
* τελάλης: κήρυκας.
* ο τεμενάς: η υπόκλιση.
* χαβάς: τραγούδι, τα ίδια λόγια.


(Aπό το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Γιατί ο Φεβρουάριος έχει 29 ημέρες κάθε 4 χρόνια;




Κάθε τέσσερα χρόνια, ο Φεβρουάριος έχει 29 μέρες αντί για τις συνήθεις 28 και έτσι το έτος θεωρείται δίσεκτο. Γιατί όμως αυτό συμβαίνει;

Η ανάγκη να προστεθεί μια μέρα ανά τετραετία προκύπτει από την απόκλιση του ισχύοντος γρηγοριανού ημερολογίου από το φυσικό ηλιακό/αστρονομικό ημερολόγιο. Ενώ το πρώτο χρησιμοποιεί 365 μέρες, στην πραγματικότητα μια πλήρης περιστροφή της Γης γύρω από τον Ήλιο, δηλαδή ένα αστρονομικό έτος, διαρκεί 365,2422 μέρες.

Εξαιτίας αυτής της διαφοράς, έχει αποφασισθεί να προσμετράται άλλη μια μέρα τον Φεβρουάριο ανά τετραετία, έτσι ώστε να συγχρονίζεται καλύτερα τ ο ιστορικό ημερολόγιο με το αστρονομικό, με άλλα λόγια προκειμένου ο χρόνος να βρίσκεται σε συγχρονισμό με την περιστροφή του πλανήτη μας.

Το ρωμαϊκό ημερολόγιο είχε 355 μέρες και πρόσθετε έναν μήνα 22 ημερών ανά διετία, ώσπου ο Ιούλιος Καίσαρας, όταν έγινε αυτοκράτορας, έδωσε εντολή στον αστρονόμο Σωσιγένη να βελτιώσει το όλο σύστημα. Ο Σωσιγένης τότε αποφάσισε σε ένα έτος διάρκειας 365 ημερών να προσθέτει μια μέρα ανά τέσσερα χρόνια και έτσι «γεννήθηκε» η 29η Φεβρουαρίου.

Το κακό για όσους γεννιούνται εκείνη τη μέρα εδώ και χιλιετίες, είναι ότι... χάνουν τα γενέθλιά τους για τρία χρόνια, ώσπου να τα ξαναβρούν το τέταρτο -και δίσεκτο- έτος. Μερικοί επιλέγουν να γιορτάζουν την 28η Φεβρουαρίου ή την 1η Μαρτίου (για να μην χάνουν και τα δώρα!). Από στατιστική άποψη, η πιθανότητα γέννησης την 29η Φεβρουαρίου είναι μία στις 1.461.

Ανάμεσα στις παραδόσεις που συνοδεύουν τη δίσεκτη 29η Φεβρουαρίου, είναι ότι τα ζευγάρια αποφεύγουν να παντρεύονται αυτή τη μέρα, θεωρώντας την γρουσούζικη.

Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η 29η Φεβρουαρίου, ως σπάνια μέρα η ίδια, έχει καθιερωθεί ως η Παγκόσμια Ημέρα Σπάνιων Ασθενειών.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

"Το δώρο" Μια γλυκιά ταινία μικρού μήκους που αξίζει να δείτε

Ένα αγόρι παίζει απορροφημένο κάποιο βίντεο-παιχνίδι, μέχρι η που η μαμά του μπαίνει στο σπίτι και αφήνει μπροστά του μια χάρτινη κούτα.
Αυτό που κρύβεται μέσα στην κούτα θα είναι το έναυσμα για να επιστρέψει ο πιτσιρικάς της ιστορίας στην πραγματική ζωή.
Η τετράλεπτη ταινία είναι μια απ’ τις πιο γλυκές και έξυπνες ταινίες που έχουμε δει, αφού δεν φοβάται να κάνει τον ήρωά της αντιπαθή και με τον πιο ευρηματικό τρόπο να τον αποκαταστήσει στα μάτια μας λίγο πριν το τέλος.
Το ταινιάκι βασίστηκε σε κόμικ του Βραζιλιάνου σκιτσογράφου Fabio Coala και έχει αποσπάσει περισσότερες από 50 διακρίσεις και βραβεία. Δείτε την ταινία με το αναπάντεχο τέλος παρέα με τα παιδιά –δεν θα το μετανιώσετε:

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ

Ας δούμε πως ξεκίνησε η ιστορία με το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που στολίζουν σήμερα στα περισσότερα ελληνικά σπίτια …


κάνε κλικ για να διαβάσεις την ιστορία ...
Πατήστε πάνω στην εικόνα για να μάθετε πώς.

«Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» από το Αναγνωστικό Β’ Δημοτικού του 1948

voskos_xristos

Εἶναι παραμονὴ Χριστουγέννων. Βράδυ καὶ τὸ κρύο ἔξω εἶναι τσουχτερό. Τὸ χιόνι σὰν ἄσπρο σεντόνι σκεπάζει τοὺς δρόμους τοῦ χωριοῦ καὶ τὰ γύρω βουνά. Ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα πῆγαν στὴν ἐκκλησία. Τὰ παιδιὰ εἶναι λυπημένα, γιατὶ δὲν πῆγαν κι ἐκεῖνα. Τότε ἡ γιαγιά, γιὰ νὰ διώξη τὴ στενοχώρια τῶν παιδιῶν, ἄρχισε νὰ τοὺς λέη τὴ χριστουγεννιάτικη ἱστορία.
– Μιὰ φορά, ξεκίνησε ἕνας φτωχὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν καλύβα του νὰ βρῆ φωτιά. Γύριζε ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, χτυποῦσε νὰ τοῦ ἀνοίξουν κι ἔλεγε:
– Βοηθῆστε με, καλοί μου ἄνθρωποι! Ἡ γυναίκα μου γέννησε ἕνα παιδάκι… Πρέπει ν’ ἀνάψω φωτιά, γιὰ νὰ ζεστάνω κι αὐτὴ καὶ τὸ μωρό. Μὰ ἦταν νύχτα. Ὅλοι κοιμόνταν κλεισμένοι στὰ σπίτια τους καὶ κανένας δὲν ἔδινε ἀπάντηση στὰ παρακάλια του. Ὁ ἄνθρωπος ὅλο καὶ προχωροῦσε καὶ ξεμάκραινε ἀπὸ τὴ φτωχή του καλύβα.
Κάποτε εἶδε μακριὰ ἕνα μικρό φῶς. Ὅλος χαρά, πὼς θάβρισκε πιὰ φωτιά, κίνησε κατὰ κεῖ. Ὅταν πλησίασε, εἶδε πὼς ἦταν μιὰ μεγάλη φωτιὰ κι ὁλόγυρά της ἦταν ξαπλωμένα ἕνα κοπάδι ἄσπρα πρόβατα.
Τὸ κοπάδι τὸ φύλαγε ἕνας γεροβοσκός.
Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ χρειαζόταν τὴ φωτιά, πλησίασε τὰ πρόβατα καὶ εἶδε, πὼς στὰ πόδια τοῦ βοσκοῦ ἦταν ξαπλωμένα τρία μεγάλα σκυλιά.
Ὅταν πλησίασε ὁ ἄνθρωπος τὰ σκυλιά, ἐκεῖνα ξύπνησαν κι ἄνοιξαν τὰ μεγάλα τους στόματα, γιὰ νὰ γαβγίσουν. Μὰ ἡ φωνή τους παράλυσε στὸ στόμα τους καὶ κανένα γάβγισμα δὲν τάραξε τὴ νυχτερινὴ ἡσυχία.
Τότε ὁ ἄνθρωπος εἶδε, πὼς ἀνασηκώθηκε ἡ τρίχα τους, πὼς γυάλισαν τὰ δόντια τους καὶ πὼς ρίχτηκαν ἐπάνω του. Ἔνιωσε πὼς ἕνα σκυλὶ τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ γόνατα, τ’ ἄλλο ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ τρίτο κρεμάστηκε ἀπὸ τό λαιμό του. Μὰ τὰ δόντια τους ἔμειναν παράλυτα καὶ τὰ σκυλιά,  χωρὶς νὰ τοῦ κάνουν κανένα κακό, τραβήχτηκαν.
Τότε ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε νὰ πλησιάση στὴ φωτιά, μὰ τὰ πρόβατα στριμώχτηκαν τὸ ἕνα κοντὰ στό ἄλλο, τόσο πολύ, ποὺ δὲν εἶχε ποῦ νὰ πατήση. Τότε κι αὐτὸς ἄρχισε νὰ πατάη στὶς πλάτες τους, μὰ κανένα ἀπὸ τὰ πρόβατα οὔτε κουνήθηκε,οὔτε ξύπνησε.
Τότε ὁ Γιαννάκης ρώτησε:
– Γιατί, γιαγιά, τὰ πρόβατα ἐξακολούθησαν ἥσυχα τὸν ὕπνο τους, ἀφοῦ ξέρομε πόσο δειλὰ εἶναι;
– Ἔχε λίγη ὑπομονὴ καὶ θὰ τὸ μάθης, εἶπε ἡ γιαγιὰ κι ἐξακολούθησε τὴ διήγησή της:
– Ὅταν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πλησίασε σχεδὸν τὴ φωτιά, ὁ βοσκὸς σήκωσε τὸ κεφάλι του.
Ἦταν ἕνας κατσουφιασμένος γέρος, παράξενος καὶ σκληρὸς καὶ μιλοῦσε ἀπότομα σὲ ὅλους. Ὅταν εἶδε τὸν ἄγνωστο, ποὺ πλησίαζε, ἔριξε ἐπάνω του τὴ μακριά του γκλίτσα, ποὺ ἦταν στὴν ἄκρη μυτερή. Μὰ ἡ γκλίτσα λοξοδρόμησε κι ἔπεσε μὲ πολὺ κρότο στὴ γῆ, χωρὶς νὰ βλάψη τὸν ἄγνωστο.
Ἡ γιαγιὰ ἤθελε νὰ ἐξακολουθήση, μὰ ὁ Κωστάκης τώρα μὲ τὴν ἀράδα του τὴ ρώτησε: – Μὰ γιατί, γιαγιά, δὲν τὸν πέτυχε ἡ γκλίτσα; Μὰ ἡ γιαγιά, χωρὶς νὰ προσέξη τὴν ἐρώτηση τοῦ Κωστάκη, ἐξακολούθησε:
– Τότε ὁ ἄγνωστος πλησίασε τὸ βοσκὸ καὶ τοῦ εἶπε:
– Καλέ μου ἄνθρωπε, βοήθησέ με καὶ δῶσε μου λίγη φωτιά. ῾Η γυναίκα μου γέννησε καὶ πρέπει ν’ ἀνάψω φωτιὰ νὰ ζεσταθῆ κι αὐτὴ καὶ τὸ μωρό.
Ὁ βοσκὸς θέλησε νὰ τοῦ ἀρνηθῆ. Θυμήθηκε ὅμως, πὼς τὰ σκυλιὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν δαγκάσουν, τὰ πράβατα δὲν τὸν φοβήθηκαν καὶ δὲν σκορπίστηκαν καὶ πὼς ἡ μαγκούρα του δὲν τὸν πέτυχε καὶ δείλιασε. Δὲν τόλμησε λοιπὸν νὰ ἀρνηθῆ στὸν ἄγνωστο.
– Πάρε ὅση φωτιὰ θέλεις! εἶπε ὁ βοσκός.
Μὰ ἡ φωτιὰ εἶχε χωνέψει πιὰ καὶ δὲν εἶχε κανένα μακρὺ ξύλο ἢ κλαδί. Ἦταν μονάχα ἕνας μεγάλος σωρὸς ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα. Καὶ ὁ ἄγνωστος δὲν εἶχε οὔτε φτυάρι, οὔτε κανέναν τενεκέ, οὔτε τίποτ’ ἄλλο, γιὰ νὰ τὰ βάλη καὶ νὰ τὸν πάη σπίτι του.
Ὁ βοσκός, ποὺ τόνιωσε αὐτό, τοῦ ξαναεῖπε:
– Πάρε ὅση φωτιὰ θέλεις καὶ ἀπὸ μέσα του χαιρόταν, πὼς δὲ θὰ μπορέση νὰ πάρη φωτιά.
Μὰ ὁ ἄγνωστος ἔσκυψε, παραμέρισε μὲ τὸ χέρι του τὴ στάχτη ἀπὸ τὰ κάρβουνα, ὕστερα ἀνασήκωσε τὴν ἄκρη ἀπὸ τὸ φόρεμά του καὶ τὰ ἔβαλε ἐκεῖ. Τί περίεργο ὅμως! Τὰ κάρβουνα, οὔτε τὰ χέρια του ἔκαιγαν, ὅταν τάπιανε, οὔτε τώρα τὸ φόρεμά του. Τὰ πήγαινε σπίτι του, σὰ νὰ μὴν ἦταν ἀναμμένα κάρβουνα, ἀλλὰ μῆλα ἢ καρύδια.
Ἐδῶ γιὰ τρίτη φορὰ τὰ παιδιὰ ρώτησαν τὴ γιαγιά:
– Μὰ γιατί, γιαγιά, δὲν τὸν ἔκαψαν τὰ κάρβουνα;
– Τώρα θὰ ἰδῆτε γιατί, περιμένετε! Εἶπε ἡ γιαγιὰ κι ἐξακολούθησε.
Ὅταν εἶδε αὐτὰ ὁ κακὸς βοσκός, ἀπόρησε.
– Μὰ τί νύχτα εἶναι αὐτή, συλλογίστηκε, ποὺ τ’ ἀγριόσκυλα δὲ δαγκάνουν, τὰ πρόβατα δὲν τρομάζουν, ἡ γκλίτσα δὲν πληγώνει καὶ τὰ κάρβουνα δὲν καῖνε;
Σταμάτησε τὸν ἄγνωστο καὶ τὸν ρώτησε:
– Τί νύχτα εἶναι ἡ σημερινὴ καὶ γιατί ὅλα ἔχουν τόση καλοσύνη γιὰ σένα;
– Ἄν δὲν τὸ βλέπεις μόνος σου, δὲν μπορῶ ἐγὼ νὰ σοῦ ἐξηγήσω, ἀποκρίθηκε ὁ ἄγνωστος, καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του, γιὰ νὰ προφτάση νὰ ζεστάνη τὴ γυναίκα του καὶ τὸ βρέφος.
Ὁ βοσκὸς ἀποφάσισε ν᾽ ἀκολουθήση τὸν ἄγνωστο καὶ νὰ μάθη τί σημαίνουν ὅλα αὐτά. Πήγαινε λοιπὸν ἀπὸ πίσω του, ὥσπου ὁ ἄγνωστος ἔφτασε στὴν καλύβα του.
Εἶδε τότε ὁ βοσκός, πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν εἶχε οὔτε καλύβα καὶ πὼς ἡ γυναίκα του καὶ τὸ μωρὸ ἦταν ξαπλωμένοι μέσα σὲ μιὰ γυμνὴ σπηλιά, ποὺ δὲν εἶχε τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τοὺς τέσσερεις γυμνοὺς τοίχους. Ὁ βοσκὸς σκέφτηκε τότε, πὼς τὸ μικρὸ καὶ ἀθῶο βρέφος θὰ πάγωνε μέσα στὴ σπηλιὰ κι ἂν καὶ ἡ καρδιά του ἦταν σκληρή, τὸ λυπήθηκε. Ξεκρέμασε τότε τὸ σακούλι, ποὺ εἶχε κρεμασμένο στὸν ὦμο του, ἔβγαλε μιὰ κάτασπρη μαλακὴ προβιὰ καὶ τὴν ἔδωσε στὸν ἄγνωστο νὰ τὴ στρώση κάτω ἀπὸ τὸ παιδάκι.
Ἐκείνη τὴ στιγμή, ποὺ αὐτὸς ὁ σκληρὸς ἄνθρωπος ἔνιωσε συμπόνια γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους κι ἔκαμε μιὰν ἐλεημοσύνη, ἄνοιξαν τὰ μάτια του. Εἶδε αὐτά, ποὺ πρὶν δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ κι ἄκουσε ἐκεῖνο, ποὺ πρὶν δὲν μποροῦσε ν’ ἀκούση.
Εἶδε, πὼς ὁλόγυρα ἦταν ἄγγελοι μ᾽ ἀσημένιες φτεροῦγες καὶ πὼς στὰ χέρια τους κρατοῦσαν κιθάρες. Κι ἄκουσε ποὺ ἔψαλλαν, πὼς τὴ νύχτα ἐκείνη γεννήθηκε ὁ Σωτὴρας τοῦ κόσμου.
Τὸτε κατάλαβε ὁ βοσκός, γιατί τὴ νύχτα ἐκείνη δὲν μποροῦσε κανένας νὰ κάμη κακὸ στὸν ἄγνωστο.
Ἔπειτα εἶδε ὁ βοσκός, πὼς ἄγγελοι ἦταν παντοῦ. Κάθονταν στὴ σπηλιά, κατέβαιναν ἀπ᾽ τὸ βουνό, πετοῦσαν στὸν οὐρανό, περπατοῦσαν πολλοὶ μαζὶ στοὺς δρόμους, σταματοῦσαν στὴν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς καὶ κοίταζαν τὸ βρέφος. Παντοῦ ἦταν σκορπισμένη ἡ χαρά, τὸ τραγούδι καὶ μιὰ λεπτὴ ψαλμωδία. Κι ὅταν ὁ βοσκὸς στὴ σκοτεινὴ ἐκείνη νύχτα εἶδε κι ἄκουσε, ὅσα πρὶν οὔτε ἔβλεπε οὔτε ἄκουε, ἔνιωσε μεγάλη χαρά, ποὺ ἄνοιξαν τὰ μάτια του καὶ γονάτισε κι εὐχαρίστησε τὸ Θεό.
Τότε κι ὁ Γιαννάκης, ποὺ ἡ γιαγιὰ πιὰ σταμάτησε τὴ διήγησή της, εἶπε:
– Τώρα, γιαγιά, κατάλαβα κι ἐγώ, γιατί ἐκείνη τὴ νύχτα τὰ σκυλιὰ δὲ δάγκωναν, τὰ πρόβατα δὲν ξυπνοῦσαν ἀπὸ τὸ φόβο τους, ἡ γκλίτσα δὲν πλήγωνε καὶ τὰ κάρβουνα δὲν ἔκαιαν. Εἶχαν ὅλα τὴν καλοσύνη τοῦ Χριστούλη μας, γιατὶ τὸ μωρό, ποὺ γεννήθηκε ἐκείνη τὴ νύχτα, ἦταν ὁ Χριστός!
῎Ε, γιαγιάκα;
– Ναί, παιδάκια μου, εἶπε ἡ γιαγιὰ καὶ φίλησε τὰ ἐγγονάκια της. ᾽Ελᾶτε τώρα καὶ σεῖς στὰ κρεβατάκια σας νὰ κοιμηθῆτε.

Πηγή : Αναγνωστικό Β’ Δημοτικού 1948

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

«Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Αντουάν ντε Σεν Εξιπερί. Διαβάστε το εδώ δωρεάν σε μετάφραση Ηρακλή Λαμπαδαρίου

«Ο Μικρός Πρίγκιπας», με στοιχεία παραμυθιού, μας ταξιδεύει σ’ έναν φανταστικό κόσμο όπου συναντούμε διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, σύμβολα και ιδιοφυείς αλληγορίες. Οι στόχοι, οι αξίες, τα συναισθήματα και ο ρόλος του κάθε ανθρώπου στη ζωή βρίσκονται στη σκέψη του συγγραφέα που οδηγεί τις λέξεις και τα σκίτσα του. Ένα αριστούργημα που γεννήθηκε τη δύσκολη εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επιχειρώντας να δώσει ένα μάθημα ζωής και ανθρωπιάς.
Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το βιβλίο «Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Antoine de Saint-Exupéry σε μετάφραση του Ηρακλή Λαμπαδαρίου, από τη διεύθυνση: http://www.saitapublications.gr/2015/04/ebook.157.html 
ή να το διαβάσετε πατώντας παρακάτω:

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

"Όταν η πασχαλίτσα συνάντησε ελέφαντα" του Χρήστου Μπουλώτη. Πασχαλιάτικο παραμύθι


http://www.mikrosanagnostis.gr/library/pageflip38/Default.html 
Κάνετε κλικ πάνω στην εικόνα για να διαβάσετε και να ακούσετε το παραμύθι

"Όταν η πασχαλίτσα συνάντησε ελέφαντα"
Συγγραφέας  : Μπουλώτης Χρήστος
Εικονογράφος  : Μπαχά Μάρια
Εκδότης  : Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη

Όταν η πασχαλίτσα ψάχνει να βρει μια μαύρη βούλα που ξεκόλλησε από το κόκκινο παλτό της, όλα μπορεί να συμβούν στην πόλη. Ακόμη και να παντρευτεί ελέφαντα απ' την Ινδία.
πηγή:  http://www.mikrosanagnostis.gr/

"Το Πάσχα του Πασχάλη" Πασχαλιάτικο παραμύθι της Μαρίας Ανδρικοπούλου

Κάνε κλικ πάνω στην εικόνα για να το ακούσεις και να ξεφυλλίσεις το βιβλίο


   "Το Πάσχα του Πασχάλη"

Συγγραφέας: Μαρία Ανδρικοπούλου 
Εικονογράφηση: Δήμητρα Αδαμοπούλου 
Εκδόσεις: Τετράγωνο

Φέτος την άνοιξη ο μικρός τρισχαριτωμένος λαγουδάκος, ο Πασχάλης, έχει χάσει τελείως το κέφι του. Αιτία της κακοκεφιάς του η μετακόμιση που αναγκάζονται να κάνουν -λόγω της δουλειάς του πατέρα του- από το αγρόκτημα όπου γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη κάμποσα χιλιόμετρα μακριά.
Ο Πασχάλης δυσκολεύεται πολύ να συνηθίσει την καινούργια του γειτονιά, ώσπου ανήμερα το Πάσχα, αναπάντεχα, όλα αλλάζουν σαν από θαύμα.

πηγή: http://www.mikrosanagnostis.gr