Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ο βασιλιάς με τα γαϊδουρινά αυτιά




 



Μια φορά  κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένος
γιατί δεν είχε  παιδιά.   Σαν απελπίστηκε, πήγε σ΄ ένα μακρινό δάσος για
ν΄ ανταμώσει τρεις  νεράιδες,  που έμεναν εκεί  και να τους πει  τον πόνο του.
      Οι νεράιδες τον  λυπήθηκαν και  του  ΄ταξαν  πως  σ΄ένα χρόνο  και μια
μέρα, θα  είχε  τον  διάδοχο.  Και  σ΄ένα  χρόνο  και  μια  μέρα,  ούτε  πάνω  ούτε  κάτω,  η βασίλισσα γέννησε  παιδί.
      Την  άλλη  νύχτα  απ΄ την  γέννησή  του,  οι τρεις  νεράιδες  φάνηκαν
μπροστά  στην  κούνια  του,  για  να  του  κάνουν  τα  πεσκέσια  τους.
      Η  πρώτη  νεράιδα  είπε:
           - Θα ΄σαι  το  πιο  όμορφο  βασιλόπουλο  του κόσμου.
      Η  δεύτερη είπε:
           - Θα ΄σαι  τίμιος  και  σοφός.
      Η  τρίτη  νεράιδα, σαν  άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα,
      συλλογίστηκε λίγο  και  είπε:
           - Μα  θα  ΄χεις  και  γαϊδουρινά  αυτιά,  για  να  μην  γίνεις  ποτέ
             περήφανος.
      Οι  τρεις  νεράιδες έκαναν  τα πεσκέσια τους  και  χάθηκαν.  Κι ό,τι
του ΄ταξαν  έγινε  στην  ακρίβεια.  Το βασιλόπουλο  μεγάλωνε  σα  δέντρο
κι  ομόρφαινε  και γινόταν  τίμιο  και  μυαλωμένο,  αλλά  τον   ίδιο  καιρό
μεγάλωναν  και  τ΄αυτιά  του.
      Ο  βασιλιάς  και  η βασίλισσα  είχαν  φρίξει.  Ποιός  είχε  ακούσει  ποτέ
για βασιλόπουλο  με γαϊδουρινά  αυτιά;  Πώς  μπορούσε  να  περιμένει
σεβασμό  και  αγάπη  από τους  υπηκόους  του,  αν το  έπαιρναν χαμπάρι;
Κι  έτσι  έκρυβαν  τ΄ αυτιά  του  βασιλόπουλου,  που  φορούσε  πάντα  ένα
ειδικό  κασκέτο.
      Κατάφεραν  λοιπόν,  να  κρατήσουν  το μυστικό  για  το  φοβερό 
ελάττωμα  του  βασιλόπουλου  και  κανένας  ποτέ  δεν  έμαθε  τίποτα.
Όλοι  πίστευαν  πως  ήταν  το  πιο  όμορφο  και  πιο  μυαλωμένο  βασιλόπουλο
του  κόσμου  και  περίμεναν  πώς  και  πώς,  πότε  να  ΄ρθει  η μέρα  για  να
γίνει  βασιλιάς.
      Το  καλό  βασιλόπουλο  μεγάλωνε  κι  έγινε  ένα  ψηλό  και  όμορφο
παλικάρι.  Όσο  ήταν  μικρός,  είχε  τα  μαλλιά  του  μακριά  σαν  κορίτσι,
μα  τώρα  δεν ήταν  πια  δυνατό  και  ήθελε  μπαρμπέρη.  Σαν  ο βασιλιάς το
πήρε  είδηση,  στεναχωρήθηκε  πολύ  κι  έμεινε  ξάγρυπνος  ολόκληρη  νύχτα
και  συλλογιόταν  πως  να βρει  μπαρμπέρη  για  το  βασιλόπουλο,  δίχως  να
φανερωθεί  το  μυστικό,  που  του΄φερνε  ντροπή.

      Κι  επιτέλους,  του ΄ρθε  μια  ιδέα.  Φώναξε  τον  αρχηγό  του  συναφιού
των  μπαρμπέρηδων, τον  κάλεσε  μονάχο  στο  τραπέζι  του  και του  είπε  με
βαριά  φωνή:

      - Μαστρο - μπαρπέρη, σε  περιμένει  μια  μεγάλη  τιμή.
        Αποφάσισα  να σε  κάνω  μπαρμπέρη  του  παλατιού, για το 
        βασιλόπουλο.  Η δουλειά  σου  θα  ΄ναι  να  ξυρίζεις  το  βασιλόπουλο
        κάθε  μέρα  και να του  κόβεις  τα  μαλλιά, μια φορά  τη βδομάδα.
        Δεν  είναι  δύσκολη  δουλειά  κι  αν  φερθείς  φρόνημα  θα σε κάνω
        πλούσιο.  Μα, αν πεις  και  μια  κουβέντα  γι΄ αυτό  που  θα  δεις  στη
        δουλειά  σου,  είσαι  άνθρωπος  πεθαμένος.

      Ο  καλός  μας  μπαρμπέρης  δεν ήξερε  αν  ήταν  ξύπνιος  ή  έβλεπε  όνειρο
και  υποσχέθηκε  πως  θα ΄κλεινε  το στόμα του  σαν  τάφος.  Την  ίδια  κιόλας
μέρα, τον  έκαναν  επίσημα  μπαρμπέρη  του  βασιλόπουλου.  Έμενε  στο 
παλάτι, έτρωγε  απ΄ την  κουζίνα,  έπαιρνε  μέρος  στα  συμβούλια,  είχε  ό,τι
μπορούσε  να  πεθυμήσει  και  ήταν  πιο  χαρούμενος  και  ευτυχισμένος  από
πολλούς  άλλους.


      Μα  η χαρά  του  δεν  κράτησε  πολύ.  Δεν  είχε  περάσει  μήνας  κι ο
μπαρμπέρης  του  βασιλόπουλου  άρχισε  να  γίνεται  κίτρινος,  ν΄αδυνατίζει
και  να  λειώνει  σαν  να ΄ταν  άρρωστος.  Μα  δεν  ήταν  άρρωστος.
Τον  βάραινε  πολύ  το  μυστικό  με  τ΄ αυτιά  του  βασιλόπουλου,  που  δεν
μπορούσε  να  το  πει  σε  κανέναν  στον  κόσμο.

      Ο  κακότυχος  μπαρμπέρης,  πήγαινε  από  το  κακό  στο  χειρότερο.  Μια
μέρα,  που  με το ζόρι  μπόρεσε  να  κρατήσει  το  ψαλίδι  και  το  ξυράφι  στο
χέρι  απ΄την  ανημποριά του,  πήγε  στο  δάσος  να  ζητήσει  ορμήνια  από έναν
ερημίτη.

      Ο  ερημίτης  τον  άκουσε  και του  είπε:

      - Αν  είναι  τούτο  το μυστικό  που  σε  βασανίζει,  βρες  μια  ερημιά,
        σκάψε  μια τρύπα  στο  χώμα  και  πες  στην  τρύπα  το  μυστικό  σου.
        Θα  θάψεις  εκεί  το  βάσανό  σου  και η  γη  δεν  θα  σε  προδώσει.

      Ο  καλός  μπαρμπέρης  ευχαρίστησε  το  γέρο  και στη  στιγμή  έκανε  ό,τι
τον  είχε  ορμηνέψει.  Η  ορμήνια  του  ερημίτη  ήταν  πολύ  καλή:  σαν  ο
μπαρμπέρης  είπε  το  φοβερό  του  μυστικό  στην  τρύπα  που  ΄σκαψε  σε
μακρινό  τόπο,  ένοιωσε  στη  στιγμή  καλύτερα.  Γέμισε  πάλι  καλά - καλά
την  τρύπα  με  χώμα  και  γύρισε  σπίτι  του  τραγουδώντας.


      Σε  λίγο  καιρό,  φύτρωσαν  όμορφα  καλάμια  στον  τόπο  όπου  ο
μπαρμπέρης  είχε  σκάψει  την  τρύπα  για  να  ξεφορτωθεί  το  μυστικό  του.
Μια  μέρα,  μερικοί  τσοπάνοι  πέρασαν  από ΄κει  με τα πρόβατά  τους κι
έκοψαν  κάνα - δυο  καλάμια  για να κάνουν  σουραύλια.

      Μα  αλίμονο,  τιι  έγινε  τότε;  Αν  άρχισαν  να  παίζουν  τα  σουραύλια,
μια  παράξενη  φωνή  βγήκε  απ΄ τα  καλάμια:

             Το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά,
             το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά.

      Η  ιστορία  με  τα  μαγικά  σουραύλια  και το παράξενο  τραγούδι  τους,
σκόρπισε  σ΄όλη  τη  χώρα  σαν  αστραπή.   Δεν  χρειάστηκε  πολύ  για  να
φτάσει  και  στο  παλάτι  και  στ΄αυτιά  του  βασιλιά.


      Σαν  ο  βασιλιάς  άκουσε  το  φοβερό  μαντάτο,  φώναξε  τους  τσοπάνους
και τους  πρόσταξε  να  παίξουν.  Μα,  οι  φουκαράδες,  όσο  κι  αν  πάρχιζαν,
απ΄τα σουραύλια  τους  δεν  έβγαινε  παρά  τούτο  το  παράξενο  τραγούδι:

             Το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά,
             το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά.

       Ο βασιλιάς  δοκίμασε  να  παίξει  κι ο ίδιος  ένα  σουραύλι, μα  τίποτα δεν
άλλαξε.  Ο βασιλιάς  ήταν  πολύ  θυμωμένος.  Ποιός  άλλος  μπορούσε  να τον
έχει  προδώσει,  εκτός  απ΄τον  μπαρμπέρη  του  παλατιού;  Είπε  να τον
φέρουν  μπροστά  του  και  χωρίς  κουβέντα,  πρόσταξε  να του  πάρουν  το
κεφάλι.

       Τότε όμως, σηκώθηκε το  βασιλόπουλο, έβγαλε  το  κασκέτο  του  μπροστά
σε  όλους  και  είπε:

       - Όχι, βασιλιά  μου  και  πατέρα μου,  δεν  πρέπει  να  καταδικάσεις
          τον  μπαρμπέρη  μόνο  και  μόνο  επειδή  είπε  την  αλήθεια.
          Άσε  να  δει  όλος  ο  κόσμος  ό,τι  κρύβαμε  τόσον  καιρό.  Αν το
          θελήσει  ο  Θεός,  θα  γίνω  καλός  βασιλιάς  είτε  έχω  είτε  δεν  έχω
          αυτιά  γαϊδάρου. 

       Έτσι  γλίτωσε  ο μπαρμπέρης  χάρη  στο  βασιλόπουλο.  Μα  μπορείτε  να
φανταστείτε  τη  χαρά  όλων,  και  πιο  πολύ  του  βασιλιά  και της βασίλισσας,
όταν  ξαφνικά  είδαν  πως  το  βασιλόπουλο  δεν  είχε  πια  εκείνα  τα σταχτιά,
γαϊδουρινά  αυτιά !!!   Τι  είχε  γίνει; 


        Η  τρίτη  νεράιδα,  σαν  ένιωσε  πως  η  καρδιά  του  βασιλόπουλου  δεν
είχε  περηφάνια,  έλυσε  τα  μάγια.


        Μπορείτε  λοιπόν  να  καταλάβετε,  πως  όλοι  ήταν  ευχαριστημένοι  με
τούτο  το  χαρούμενο  τέλος.  Ο  λαός  ήταν  ευχαριστημένος,  το  παλάτι ήταν
ευχαριστημένο,  ο  βασιλιάς  ήταν  ευχαριστημένος,  το  βασιλόπουλο  ήταν
ευχαριστημένο  και  βέβαια  ήταν  ευχαριστημένος  και  ο  μπαρμπέρης.
Στο  κάτω - κάτω,  κόντεψε  να  χάσει  τη  ζωή  του  γι΄αυτή  την  ιστορία.

        Από  τότε,  τα  σουραύλια  που  τον  είχαν  προδώσει,  δεν  είπαν  πια
το  τραγούδι  για  τ΄αυτιά  του  βασιλόπουλου,  μ΄ όλο  που  τα  πιτσιρίκια,
κάθε  τόσο  και  πολύ  μυστικά,  πασχίζουν  να τα  κάνουν  να το  ξαναπούν.