Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΚΥΝΗΓΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ένας κυνηγός ξεκίνησε να κυνηγήσει ένα λιοντάρι που του είχε κάνει μεγάλες ζημιές, γιατί είχε μπει νύχτα στα κτήματά του και του είχε κατασπαράξει τα βόδια και τα άλογά του. Ξεκίνησε λοιπόν χαράματα οπλισμένος να εξοντώσει εκείνο το λιοντάρι που του είχε κάνει τόσες καταστροφές.

Έξω από το κτήμα του βρήκε εύκολα τα ίχνη του λιονταριού. Στην αρχή ήταν μια πλατιά ματωμένη γραμμή που έδειχνε πως το λιοντάρι έσερνε στο χώμα τα θύματά του, τα οποία τα είχε σκοτώσει.
Ο κυνηγός τις ακολούθησε ώσπου έφτασε σε μια πηγή. Εκεί το λιοντάρι θα στάθηκε για να σβήσει τη δίψα του και φλογισμένο καθώς ήταν από το πολύ φαγητό θα χώθηκε ολόκληρο στην πηγή, γιατί από κει και πέρα δεν διακρίνονταν πια καφετιά σημάδια στο χώμα.
Ωστόσο, ο κυνηγός ακολούθησε τα ίχνη του λιονταριού λίγο διάστημα κι έπειτα τα ‘χασε, γιατί ο τόπος ήταν όλο πέτρες. Είχε μπει πια μέσα στο δάσος και τώρα του ήταν πολύ δύσκολο ν’ ανακαλύπτει τα λιγοστά ίχνη που άφησε στο πέρασμά του το λιοντάρι καμιά πατημασιά σε μέρος που υπήρχε χώμα, καμιά μακριά τρίχα από τη χαίτη του που είχε κολλήσει πάνω σε πέτρα.
Προχωρώντας έτσι ο κυνηγός έφτασε σ’ ένα μέρος όπου κάποιος λοτόμος έκοβε δέντρα.
- Καλημέρα! Του είπε ο λοτόμος.
- Καλημέρα.
- Σε βλέπω οπλισμένο βαριά. Είσαι κυνηγός;
- Ναι.
- Ένα λιοντάρι μου ‘φαγε άλογα και βόδια. Παρακολουθώ τα ίχνη του από το πρωί, αλλά τα έχασα γιατί είναι πετρότοπος και δεν φαίνονται καθαρά. Μήπως είδες εσύ τίποτε ίχνη λιονταριού;
- Ίχνη δεν είδα γιατί δεν κοίταξα. Ξέρω όμως πού είναι η σπηλιά όπου μένει το λιοντάρι. Θέλεις να σου την δείξω;
- Όχι, όχι, σ’ ευχαριστώ, βιάστηκε να του πει ο κυνηγός. Εγώ τα ίχνη του λιονταριού σου ζήτησα να μου δείξεις, κι όχι τη σπηλιά του.
Κι έφυγε κατατρομαγμένος, σαν να ‘βλεπε μπροστά του το ίδιο το λιοντάρι. Γιατί ο κυνηγός ήταν θρασύδειλος κι ένας θρασύδειλος παριστάνει το παλικάρι μόνο όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.