Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

"Τα δελφίνια" της Φανής Παπαλουκά


Ήταν μια φορά ένα μικρό δελφίνι.
Ζούσε ανάμεσα σ’ ένα το κοπάδι δελφινιών στ’ ανοιχτά της θάλασσας ξένοιαστο κι ευτυχισμένο, κι ήταν η χαρά και το καμάρι της μάνας του. Όλη μέρα έπαιζε με τα κύματα, και πότε πηδούσε ψηλά στον αέρα, πότε βυθιζόταν βαθιά στα νερά. Το σταχτόμαυρο κορμί του γυάλιζε σαν ατσάλι στον ήλιο κι η σβελτάδα του δεν είχε ταίρι. Όλο το κοπάδι των δελφινιών το ήξερε και το αγαπούσε. Ήταν το χαϊδεμένο τους, «το μικρό μας δελφίνι», όπως το έλεγαν.
Όμως το «μικρό μας δελφίνι» είχε ένα ελάττωμα, και το ελάττωμά του αυτό έδινε κιόλας πολλές σκοτούρες στη μητέρα του και πολλές τιμωρίες στο «μικρό μας δελφίνι».
Ήταν περίεργο. Ήθελε όλα να τα μάθει, όλα να τα δει. Εκεί που έπλεε ήσυχα μ’ όλο του το κοπάδι, κι έλεγαν τ’ άλλα δελφίνια με θαυμασμό: δες, το «μικρό μας δελφίνι» έβαλε μυαλό! ξάφνου το έχαναν. Το κοπάδι σκόρπιζε τότε να το βρει, κι η μητέρα του ανησυχούσε, συγχυζότανε, την έπιανε η καρδιά της, κι ύστερα, όσο να ’ναι, ντρεπόταν και τ’ άλλα δελφίνια που μουρμούριζαν:
– Πάλι τα ίδια!
Στο τέλος βέβαια κάθε φορά το έβρισκαν το «μικρό μας δελφίνι» ή γύριζε και μόνο του.
– Τι έκανες πάλι; το ρωτούσε η μητέρα του.
Κι εκείνο έπαιρνε το πιο αθώο ύφος του κόσμου κι εξηγούσε τόσο φυσικά:
– Είδα ένα μεγάλο ξερονήσι στη θάλασσα.
– Ε, κι ύστερα;
– Σκέφτηκα νά, τι να ’ναι άραγε από πίσω…
Πάλι τα ίδια και πάλι τα ίδια…
Άδικα προσπαθούσε να του βάλει μυαλό η μητέρα του, άδικα δοκίμασαν οι γεροντότεροι του κοπαδιού να του εξηγήσουν τους κινδύνους που υπήρχαν. Πότε βρισκόταν μια βαθιά, φαγωμένη απ’ τη θάλασσα κουφάλα, πότε κάποια σπασμένη βυθισμένη βάρκα, πότε… έχει τόσα παράξενα και θαυμαστά ο κόσμος!
Κάποτε όμως το «μικρό μας δελφίνι» ....>>>>>>>>

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

To παραμύθι της Σκιάς της Αγγελικής Σχοινά

Mια φορά κι έναν καιρό η νύχτα είχε 9 κόρες.
Πιο μικρή ήταν η Σκιά. Άτακτη και ζωηρή μα λιγάκι τεμπέλα. Μια μέρα
η Νύχτα φώναξε τις κόρες της κι ανέθεσε στην καθεμία μια σοβαρή
δουλειά. Τελευταία έμεινε η Σκιά.
-Μάζεψε όλα τ’ αστέρια του ουρανού κόρη μου. Μα πρόσεχε! Να
‘χεις μαζέψει και το τελευταίο πριν βγει ο Ήλιος. Αυτά της είπε και της
έδωσε ένα μεγάλο τσουβάλι.
Όταν ο Χρόνος μοίραζε τα βασίλεια, έδωσε στον Ήλιο το φως και
το σκοτάδι στη Νύχτα. Για να μην λυπηθεί η Νύχτα όμως της χάρισε όλα
τ’ αστέρια και το φεγγάρι. Ο Ήλιος θύμωσε, κι η Νύχτα θύμωσε που τα’
θελε όλα δικά του. Κι από τότε έμεναν αιώνιοι
εχθροί. Η Σκιά πήρε το τσουβάλι και στρώθηκε στη δουλειά. Τα αστέρια όμως ήταν αμέτρητα.
-Αμάν πια! Κουράστηκα. Είπε και κάθισε να ξαποστάσει σ’ ένα σύννεφο.
Τα τριζόνια τραγουδούσαν τόσο γλυκά που αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε η ώρα είχε
ήδη περάσει. Ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζει.
Όσο πιο γρήγορα μπορούσε η Σκιά άρχισε να μαζεύει τα αστέρια που είχαν μείνει.
-Ο Ήλιος! Φώναξε! Δεν θα προλάβω!
Μόνο ένα είχε μείνει. Βουτάει η Σκιά το τελευταίο αστέρι μα πριν προλάβει το ρίξει στο
σακί ο Ήλιος βγήκε. Με κομμένη την ανάσα προσπαθεί να ρίξει το τελευταίο αστέρι μέσα στο
σακί μα δεν γίνεται. Λες και μια μαγική δύναμη το κρατούσε έξω.
-Χρόνια περίμενα να γίνει δικό μου ένα αστέρι. Άκουσε μια φωνή πίσω της.
-Δεν είναι δικό σου, απάντησε.
-Δεν είναι πια όμως ούτε της Νύχτας
αστέρι. Άρα είναι δικό μου! Δώσε το μου!
-Αν δεν είναι της Νύχτας τότε είναι δικό μου. Εγώ το κρατώ, το πρόλαβα. Είπε η Σκιά προσπαθώντας να σώσει το λάθος της.
-Ωραία λοιπόν! Θα κάνω εσένα δικιά μου, είπε ο Ήλιος.
Γύρισε τρομαγμένη προς το μέρος του. Σαν τον είδε όμως μαγεύτηκε.
Ήταν τόσο λαμπερός και τόσο όμορφος που χωρίς να το καταλάβει τον ακολούθησε. Όλη μέρα ταξίδευαν. Όλα έμοιαζαν διαφορετικά με το φως. Ό, τι κι αν της έταξε ο Ήλιος
όμως το αστέρι, η Σκιά δε του το ‘δωσε. Το κρατούσε ακόμα σφιχτά.
Ήρθε η Νύχτα έξαλλη και
βιαστική σαν έμαθε τα καμώματα της κόρης της. Τρομαγμένη η Σκιά
μήπως δεν ξαναδεί τον Ήλιο, ευχήθηκε να μπορεί να ζει στο φως.
Ο Χρόνος άκουσε την ευχή της. Σκέφτηκε και τον Ήλιο που ήταν
πάντα μόνος. Πόσο ήθελε κι εκείνος μια συντροφιά. Έτσι είπε στη Νύχτα
ν’ αφήσει το παιδί της.
-Με τον εχθρό μου; ΠΟΤΕ.
Την μάγεψε την κόρη μου.
-Αν το θέλει εκείνη, δεν μπορείς να το αρνηθείς, είπε ο Χρόνος.
-Σκιά θες να ζεις στο φως;
-Ναι, απάντησε δειλά η Σκιά.
Τότε η Νύχτα έξαλλη από θυμό κι από πόνο. Την καταράστηκε.
«Στο φως θα ζεις, μα όπως τον ήλιο ακολούθησες, ό, τι κινείται, αδιάκοπα θα ακολουθείς,
μα εκείνον δε θα μπορείς ποτέ να τον δεις.»
Αυτά ήταν τα λόγια της Νύχτας. Από τότε η Σκιά ζει πάντα στο φως, χωρίς σταματημό, ό, τι κινείται ακολουθεί. Τον Ήλιο δεν μπορεί να τον δει. Ο Χρόνος όμως τη λυπήθηκε. Κι αφού το τελευταίο αστέρι δεν ήταν ούτε της Νύχτας ούτε του Ήλιου, της το χάρισε. Το ονόμασε Πούλια
κι Αυγερινό κι είναι εκείνο που βγαίνει πρώτο κι εκείνο που φεύγει τελευταίο. Μόνο εκείνες τις στιγμές, δυο φορές την ημέρα, πριν βγουν ή μαζευτούν τα άλλα αστέρια, η Σκιά συναντά τον αγαπημένο της Ήλιο και τη μητέρα της τη νύχτα.


Η Αγγελική Σχοινά γεννήθηκε το 1988 και αποφοίτησε το 2010 από το Παιδαγωγικό τμήμα δημοτικής εκπαίδευσης Πατρών.
Ασχολείται με την παράπλευρη στήριξη μαθητών μέσα στην τάξη, καθώς και τη
θεραπεία μέσω τέχνης. Γράφει παραμύθια και ανήκει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού “Το Παραμύθι’. Το “Καλημέρα και Αντίο” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με την Αγγελική στο e-mail:
angeliki_schoina@hotmail.com

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

O γλάρος, τα ψάρια κι ο κάβουρας. Λαϊκή αφήγηση από την Kεφαλονιά

 
Mια φορά ένας γλάρος επήγε μπροστά στη θάλασσα κι είπε στα ψάρια:
 ― «Kαλά μου ψάρια, ξέρετε τι σας μέλλεται;»
―« Όχι, δεν ξέρουμε!»
― «Nά, εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και βλέπω πως σε λίγες μέρες θα ξεραθεί τούτη η θάλασσα, που βρίσκεστε μέσα, και θα ψοφήσετε. Aν θέλετε λοιπόν, να μ’ αφήσετε να σας γλιτώσω. Θα σας παίρνω λίγα λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλώ σε μια θάλασσα, που δε θα στερέψει».
Tα ψάρια το πίστεψαν, και δέχτηκαν να τα πάρει ο γλάρος. Eκείνος όμως ήθελε να τα τρώει, και παίρνοντας λίγα λίγα στο στόμα του, τα πήγαινε σ’ ένα μέρος στη στεριά και τα ’τρωγε· ώσπου τα ’φαγε όλα. Tελευταίος έμεινε ένας κάβουρας που κατάλαβε τι κάνει ο γλάρος.
- «Mη με βάνεις, του λέει, στο στόμα σου, γιατί εγώ με τις δαγκανάρες μου μπορώ να πιαστώ από το λαιμό σου».
O γλάρος εδέχτηκε και ξεκινήσανε. O κάβουρας τον παρατηρούσε· όσο πετούσαν ίσια προς την άλλη θάλασσα, δεν έκανε τίποτα, όταν όμως έβλεπε πως ο γλάρος θέλει να στρίψει προς τη στεριά, τον έσφιγγε να τον πνίξει, και του ’λεγε:
- «Ίσια να πηγαίνεις, καλέ μου γλάρε». Έτσι τον ανάγκασε να τον πάει πάλι στη θάλασσα, αλλά την τελευταία στιγμή του ’δωσε και με τις δαγκανάρες του μια και τον έπνιξε, για να του πληρώσει το κακό που έκαμε στα ψάρια.

(Aπό το βιβλίο: Δημήτριος Σ. Λουκάτος, Nεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, Eκδοτ. οίκος Iωάννου N. Zαχαροπούλου, 1957)

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΚΥΝΗΓΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ένας κυνηγός ξεκίνησε να κυνηγήσει ένα λιοντάρι που του είχε κάνει μεγάλες ζημιές, γιατί είχε μπει νύχτα στα κτήματά του και του είχε κατασπαράξει τα βόδια και τα άλογά του. Ξεκίνησε λοιπόν χαράματα οπλισμένος να εξοντώσει εκείνο το λιοντάρι που του είχε κάνει τόσες καταστροφές.

Έξω από το κτήμα του βρήκε εύκολα τα ίχνη του λιονταριού. Στην αρχή ήταν μια πλατιά ματωμένη γραμμή που έδειχνε πως το λιοντάρι έσερνε στο χώμα τα θύματά του, τα οποία τα είχε σκοτώσει.
Ο κυνηγός τις ακολούθησε ώσπου έφτασε σε μια πηγή. Εκεί το λιοντάρι θα στάθηκε για να σβήσει τη δίψα του και φλογισμένο καθώς ήταν από το πολύ φαγητό θα χώθηκε ολόκληρο στην πηγή, γιατί από κει και πέρα δεν διακρίνονταν πια καφετιά σημάδια στο χώμα.
Ωστόσο, ο κυνηγός ακολούθησε τα ίχνη του λιονταριού λίγο διάστημα κι έπειτα τα ‘χασε, γιατί ο τόπος ήταν όλο πέτρες. Είχε μπει πια μέσα στο δάσος και τώρα του ήταν πολύ δύσκολο ν’ ανακαλύπτει τα λιγοστά ίχνη που άφησε στο πέρασμά του το λιοντάρι καμιά πατημασιά σε μέρος που υπήρχε χώμα, καμιά μακριά τρίχα από τη χαίτη του που είχε κολλήσει πάνω σε πέτρα.
Προχωρώντας έτσι ο κυνηγός έφτασε σ’ ένα μέρος όπου κάποιος λοτόμος έκοβε δέντρα.
- Καλημέρα! Του είπε ο λοτόμος.
- Καλημέρα.
- Σε βλέπω οπλισμένο βαριά. Είσαι κυνηγός;
- Ναι.
- Ένα λιοντάρι μου ‘φαγε άλογα και βόδια. Παρακολουθώ τα ίχνη του από το πρωί, αλλά τα έχασα γιατί είναι πετρότοπος και δεν φαίνονται καθαρά. Μήπως είδες εσύ τίποτε ίχνη λιονταριού;
- Ίχνη δεν είδα γιατί δεν κοίταξα. Ξέρω όμως πού είναι η σπηλιά όπου μένει το λιοντάρι. Θέλεις να σου την δείξω;
- Όχι, όχι, σ’ ευχαριστώ, βιάστηκε να του πει ο κυνηγός. Εγώ τα ίχνη του λιονταριού σου ζήτησα να μου δείξεις, κι όχι τη σπηλιά του.
Κι έφυγε κατατρομαγμένος, σαν να ‘βλεπε μπροστά του το ίδιο το λιοντάρι. Γιατί ο κυνηγός ήταν θρασύδειλος κι ένας θρασύδειλος παριστάνει το παλικάρι μόνο όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς ... του Τζάνι Ροντάρι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Ήταν πανίσχυρος βασιλιάς, αλλά ήταν άρρωστος πολύ βαριά κι απελπιζόταν: «Είναι δυνατόν ένας τόσο ισχυρός βασιλιάς να πρέπει να πεθάνει; Τι κάνουν οι μάγοι μου; Γιατί δε με γλιτώνουν;»

Αλλά οι μάγοι το είχαν βάλει στα πόδια, από φόβο μήπως τους πάρει το κεφάλι. Μόνο ένας είχε απομείνει, ένας γέρος μάγος, που κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί ήταν μάλλον ιδιότροπος κι ίσως λίγο τρελούτσικος. Εδώ και πολλά χρόνια ο βασιλιάς δεν τον συμβουλευόταν , αυτή τη φορά όμως πρόσταξε να τον καλέσουν.

–Μπορείς να σωθείς, είπε ο μάγος, αλλά με μία συμφωνία: να παραχωρήσεις για μία μέρα το θρόνο σου στον άνθρωπο που θα σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι θα πεθάνει αυτός στη θέση σου.

Αμέσως βγήκε φιρμάνι σ’ όλο το βασίλειο: «Όσοι μοιάζουν στο βασιλιά να παρουσιαστούν στην Αυλή μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, αλλιώς θα θανατωθούν.»

Παρουσιάστηκαν πολλοί: κάποιοι είχαν γενειάδα ίδια με του βασιλιά, αλλά η μύτη τους ήταν λίγο πιο μακριά ή λίγο πιο κοντή και ο μάγος τούς απέρριπτε, άλλοι έμοιαζαν στο βασιλιά όπως ένα πορτοκάλι μοιάζει με το διπλανό του στο καφάσι του μανάβη, αλλά ο μάγος τούς απέρριπτε, γιατί είτε τους έλειπε ένα δόντι ή έιχαν μια κρεατοελιά στην πλάτη.

–Μα εσύ τους απορρίπτεις όλους, διαμαρτυρόταν ο βασιλιάς στο μάγο του. Άσε με να δοκιμάσω εγώ μ’ έναν απ’ όλους, να γίνει μια αρχή.
–Άδικα θα παιδευτείς, αποκρινόταν ο μάγος.

Ένα βράδυ, ο βασιλιάς κι ο μάγος του έκαναν περίπατο στις επάλξεις της πόλης και κάποια στιγμή ο μάγος φώναξε: « Να ο άνθρωπος που σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους!» Και με τα λόγια αυτά, έδειξε ένα ζητιάνο σακάτη, καμπούρη, μισότυφλο, βρόμικο και γεμάτο πληγές.

–Μα πώς είναι δυνατόν; διαμαρτυρήθηκε ο βασιλιάς. Αμέτρητες διαφορές μάς χωρίζουν.
–Ένας βασιλιάς ετοιμοθάνατος, επέμενε ο μάγος, μοιάζει μονάχα με τον πιο φτωχό, τον πιο κακότυχο της πόλης. Εμπρός, άλλαξε αμέσως ρούχα μαζί του για μία μέρα, βάλε τον στο θρόνο και θα σωθείς.

Αλλά ο βασιλιάς δε θέλησε με κανέναν τρόπο να παραδεχτεί πως έμοιαζε μ’ ένα ζητιάνο. Γύρισε στο παλάτι κατσουφιασμένος κι άκεφος και το ίδιο βράδυ πέθανε, με το στέμμα στο κεφάλι και το σκήπτρο σφιχτά στην παλάμη.

Πηγή: Από το βιβλίο "Παραμύθια από το τηλέφωνο" (για παιδιά από 6 ετών)
Συγγραφέας: Τζάνι Ροντάρι
Εικονογράφηση: Φραντσέσκο Αλτάν
Απόδοση: Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Ο παράξενος χαρταετός

Όλοι οι χαρταετοί της Καθαρής Δευτέρας κατέβηκαν, όλοι αφήσανε τα σύννεφα και το γαλάζιο φως, όλοι μπήκαν φρόνιμα στα ντουλάπια και τακτοποιήθηκαν καλά, μαζεμένες οι ουρές τους, τυλιγμένα τα κουβάρια τους, τέρμα οι τρέλες και οι ακροβασίες… Μονάχα ένας χαρταετός δεν κατέβηκε. Μονάχα ένας χαρταετός συνέχισε να πετάει όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μακριά. Γι’ αυτόν τον παράξενο χαρταετό θα σας μιλήσω τώρα.

Λοιπόν, πρωί πρωί την Καθαρή Δευτέρα, όλοι οι χαρταετοί ανέβηκαν στον ουρανό. Άλλοι κάναν τούμπες και βουτιές κι άλλοι αρμενίζαν ήσυχα και καμάρωναν. Ήταν όμορφοι χαρταετοί. Κόκκινοι με γαλάζιους κύκλους, κίτρινοι με μπλε μαργαρίτες, μεγάλοι με πολύχρωμες χάρτινες ουρές, μικροί με αστεία σκουλαρίκια…

Αλήθεια, ήταν πολύ φανταχτεροί και πολύ περήφανοι και θέλανε να φτάσουν ως τον ήλιο, αλλά τα παιδάκια τούς τραβούσαν μ’ ένα σπάγκο κατά τη γη.

- Είσαστε χαρούμενοι; Είσαστε ευτυχισμένοι; τους ρώτησε η Τρελούτσικη Ηλιαχτίδα που όλα θέλει να τα μαθαίνει.

- Με τόσα πλούτη που έχουμε, πώς να μην είμαστε ευτυχισμένοι; αποκρίθηκαν οι χαρταετοί με τις ουρές και τα σκουλαρίκια, με τις ζωγραφιές και τα χρώματα τα φανταχτερά!
- Ίσως έχετε δίκιο, ίσως έχετε άδικο είπε η Τρελούτσικη και πέταξε κοντά στο φίλο μας τον παράξενο χαρταετό.
-Κι εσύ; τον ρώτησε.
- Και βέβαια είμαι ευτυχισμένος!
- Όμως, δεν έχεις ζωγραφιές, δεν έχεις χρώματα φανταχτερά ούτε σγουρή ουρά και αστεία σκουλαρίκια.
- Είμαι ευτυχισμένος, γιατί είμαι ελεύθερος! Ταξιδεύω δίχως σπάγκο. Όλα είναι δικά μου!
- Μμμμ, έκανε η Τρελούτσικη Ηλιαχτίδα σκεφτική.
- Χα, χα, χα!…κορόιδεψαν οι άλλοι χαρταετοί. Και πού είναι τα σκουλαρίκια σου;
- Να τα, είπε ο λεύτερος χαρταετός και πήρε δυο αχνούτσικα αστεράκια από το περιβόλι της νύχτας και τα κρέμασε στ’ αυτάκια του.
Λάμψανε τ’ αστράκια, ίδιο χρυσάφι.
-Μμμμ έκανε πάλι η αχτιδούλα σκεφτική. Ίσως να έχεις δίκιο, ίσως να έχεις άδικο. Κι η ουρά σου πού είναι;
- Είμαι ένα λεύτερος χαρταετός και όποτε θέλω παίρνω για ουρά μου έν’ άσπρο σύννεφο.
Έτσι αποκρίθηκε και γάντζωσε στο ξυλαράκι του ένα άσπρο σύννεφο.

Οι άλλοι χαρταετοί δεν ξέρανε τώρα τι να πούνε. Δεν μπορούσανε πια να καμαρώνουν. Ο παράξενος χαρταετός ταξίδευε τραγουδώντας στον ουρανό όλο πιο ψηλά, όλο πιο μακριά. Στ’ αυτάκια του λάμπανε τα νυσταγμένα άστρα, η αφράτη μεταξένια ουρά του ανέμιζε με χίλια τσακίσματα και νάζια.

- Και πού είναι τα χρώματά σου; φώναξε ένας χαρταετός.

- Να τα! είπε ο φίλος μας κι έκανε μια βουτιά στη δύση και βάφτηκε με κόκκινο, χρυσό και πορτοκαλί.

- Έχεις δίκιο! είπε η Τρελούτσικη.

-΄Έχεις δίκιο! είπαν οι χαρταετοί.- Είσαι όμορφος! θαύμασε η Τρελούτσικη.- Είμαι ελεύθερος! είπε ο χαρταετός κι οι άλλοι ζήλεψαν.

Τώρα θέλανε να’ χουν κι αυτοί την ομορφιά του λεύτερου, μα ήτανε τόσο γεμάτοι με ψευτομπιχλιμπίδια, που δεν είχαν χώρο ούτε για μια κλωστίτσα ήλιου.

Ο παράξενος χαρταετός ξανοίχτηκε στον ατέλειωτο ουρανό. Πήγε τόσο ψηλά και τόσο μακριά, που κανένας χαρταετός δεν μπορούσε να φτάσει, γιατί κανένας σπάγκος δεν είναι τόσο μεγάλος. Οι άλλοι χαρταετοί κατέβηκαν και άραξαν στα ντουλάπια τους, ενώ ο φιλαράκος μας αρμένιζε στον κόσμο, στολισμένος με όλα τα λεύτερα πράγματα που ο καθένας μπορεί να χαίρεται. Το φως, το σύννεφο, τ’ αστέρια, το τραγούδι.

Λοιπόν, η Τρελούτσικη πολύ τον αγάπησε αυτόν το λεύτερο χαρταετό και του’ πε να γίνει ταχυδρόμος τ’ουρανού και εκείνος είπε » ναι» και τότε του’ δωσε αυτό ακριβώς το παραμύθι και μου το ‘ φερε.

Από το βιβλίο της Β΄Δημοτικού έκδ. 1983

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

''Ο ΧΙΖΙΡΗΣ" - ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγαζει τελάληδες και λέει στους υπηκόους του:
-Όποιος μου βρει και μου φέρει τον Χιζίρη θα του κάνω ό,τι μου ζητήσει. Αν όμως με κοροϊδεψει τον περιμένει βαρειά τιμωρία.
Ποιος μπορούσε όμως να βρει τον Χιζίρη; Γιατί ο Χιζίρης κατέβαινε στον κόσμο μόνο μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ* και δε φτάνει μόνο αυτό αλλά παρουσιαζόταν μόνο στους καλόψυχους ανθρώπους. Κι όποιος έβλεπε μπροστά του τον Χιζίρη του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε κι αυτός το εκτελούσε αμέσως.
Πώς ήταν τώρα δυνατό να βρούνε τον Χαζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς;

Ένας από τους υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα. Πολλές βραδιές πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν έκουσε την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
-Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι μπορώ να βρω τον Χιζίρη. Θα του ζητήσω 40 μέρες καιρό και πολλά λεφτά που θα φτάσουν για να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από 40 μέρες ... και να με κρεμάσει ο βασιλιάς και να με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει που θα έχεις γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα.
Η γυναίκα του φτωχού αγρότη που τον αγαπούσε πολύ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του.
Πηγαίνει λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
-Βασιλιά μου εγώ θα σου βρω τον Χιζίρη και θα τον φέρω εδώ μπροστά σου. Αλλά χρειάζομαι γι' αυτό 40 μέρες και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς έδωσε διαταγές στους ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος πήρε την προθεσμία και  τα χρήματα και έτρεξε να αγοράσει προμήθειες για 40 μέρες και όλα τα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις 40 μέρες πάνω ο βασιλιάς τον φωνάζει στο παλάτι.
-Βρήκες το Χιζίρη; του λέει.
-Όχι, του απαντάει εκείνος. Κι  αν θες την αλήθεια δεν προσπάθησα καθόλου. Σου είπα ψέματα αφέντη μου, για να γλυτώσω την οικογένειά μου από την πείνα.
Ο βασιλιάς θύμωσε πολύ και αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Αποφάσισε να ρωτήσει τους βεζύρηδές του για το ποια τιμωρία θα του έβαζε. Ρωτάει λοιπόν τον πρώτο:
-Πώς να τιμωρήσουμε τούτον εδώ που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
-Να τον κόψουμε 40  κομμάτια και και να κρεμάσουμε κάθε κομμάτι από ένα τσιγκελι του χασάπη, αποκρίθηκε εκείνος.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή βλέπουνε μπροστά τους ένα παιδί που λέει:
-Καθένας με την τέχνη του!
Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι σημαίνουν τα λόγια του παιδιού και ρωτάει το δεύτερο βαζύρη του:
-Εσύ πώς λες να τον τιμωρήσουμε τούτον εδώ που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
-Να τον γδάρουμε και να γεμίσουμε το τομάρι του με άχυρο, απάντησε εκείνος.
-Καθένας με την τέχνη του! ξαναλέει το παιδί που στεκόταν πιο πέρα.
Ο βασιλιάς ρωτάει και τον τρίτο βεζύρη του:
-Εσύ τι λες;
-Τι να σου βασιλιά μου; Αυτός ο άνθρωπος είπε ψέματα γιατί πεινούσε αυτός και η οικογένειά του. Σαν έχεις λίγη συμπόνια μπορείς να τον συγχωρήσεις.
Καθένας με την τέχνη του! ξαναλέει το παιδί. Ο βασιλιάς τότε δεν άντεξε και του λέει:
-Ποιος είσαι εσύ και από πού ξεφύτρωσες; Όλο "καθένας με την τέχνη του" μου κοπανάς! Τι θέλεις να πεις;
Τότε το παιδάκι αρχίζει και λέει:
-Θέλω να πω βασιλιά μου, πως ο πρώτος βαεζύρης, πριν τον πάρεις στην υπηρεσία σου, ήταν χασάπης. Ζήτησε λοιπόν τιμωρία κατά την τέχνη του.
Κι δεύτερος βεζύρης ήταν παπλωματάς. Κι αυτός ζήτησε τιμωρία κατά την τέχνη του.
Ο τρίτος όμως πριν γίνει βεζύρης ήταν υπηρέτης και ξέρει πολυ καλά τι θα πει φτώχεια και πείνα. Γι' αυτό και ζήτησε να τον συγχωρέσεις.
Αν θες να μάθεις για μένα είμαι ο Χαζίρης καιπαρουσιάζομαι μόνο στους καλούς ανθρώπους.
Εδώ βέβαια δεν ήρθα για σένα και τους δύο βεζύρηδές σου αλλά για τον τρίτο βεζύρη σου. Άφησε λοιπόν αυτόν τον φτωχό άνθρωπο ελεύθερο. Όπως σου είχε υποσχεθεί πράγματι με έφερε  μπροστά σου.
Και ο Χιζίρης σίγουρος ότι ο βασιλιάς δεν θα πείραζε τον ανθρωπάκο και τον τρίτο βεζύρη, έκανε μεταβολή και ξεμάκρυνε από το παλάτι κουνώντας χαρούμενα τα χέρια του!

Καταγραφή από τον Ναζίμ Χικμέτ στο έργο του "Ερωτευμένο σύννεφο"

* Χιντρελέζ: Λαϊκή γιορτή του καλοκαιριού για καλή συγκομιδή.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ: «Η φαντασία είναι ο προθάλαμος κάθε προόδου»

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, ο αγαπημένος συγγραφέας μικρών και μεγάλων μιλάει για τα παιδιά, τη φαντασία του, την κρίση, τα όνειρα που πρέπει να διατηρηθούν, και μας χαρίζει μια απολαυστική συνέντευξη...

Ποια είναι η πρώτη σκέψη που σας έρχεται στο μυαλό όταν βλέπετε ένα παιδί;
Ότι, αν θέλω να επικοινωνήσω ουσιαστικά μαζί του, πρέπει να απαλλαγώ από τις παρωπίδες της σοβαροφάνειας και να αντικρίσω τον κόσμο έστω και για λίγο μέσα από τα δικά του μάτια.

Τι σας λένε τα παιδιά όταν σας γνωρίζουν από κοντά;
Με ρωτάνε τι χρώμα έχουν οι πιτζάμες μου, μου ζητάνε να τους δείξω πού βρίσκεται κρυμμένο το όγδοο χρώμα του ουράνιου τόξου, μου αφιερώνουν ποιηματάκια, όπως αυτό που σας στέλνω [στη φωτό] και μου προσφέρουν χάρτινες βαρκούλες. Ένα κοριτσάκι μού χάρισε μια φούχτα χαρτοπόλεμο με μια συλλαβή γραμμένη σε κάθε μικροσκοπικό κομματάκι. Μου ψιθύρισε στο αφτί ότι, αν τοποθετήσω τα κομματάκια προσεκτικά στη σωστή σειρά, σύμφωνα με τα χρώματα του ουράνιου τόξου, θα μπορέσω να διαβάσω τι μου έγραφε.

Έχετε γράψει περισσότερα από 150 βιβλία. Τι είναι αυτό που πυροδοτεί τη φαντασία σας;
Τα ηλιοτρόπια της Ισπανίας, οι σαύρες του Αγίου Δομήνικου, οι μπουκαμβίλιες της Πλάκας, οι υπόνομοι του Αμβούργου, οι κόκορες της Ντελαγκράτσια, οι κάκτοι της Αριζόνας, ένα χρώμα, ένας ήχος, μια σκιά. Ακόμα και το πιο ασήμαντο αντικείμενο, όπως ένα κουκούτσι βύσσινου, ένα τούλι μπομπονιέρας, ένα καμένο σπίρτο ή ένα καλαμάκι πορτοκαλάδας, μπορεί να

O ΗΛΙΟΣ

Συνεχίζοντας το ταξίδι μας στο διάστημα θα μιλήσουμε σήμερα για τον Ήλιο!

Ο Ήλιος μας είναι ένα άστρο, όμοιο με τα άστρα που λαμπιρίζουν στον νυχτερινό ουρανό. Αλλά επειδή ο Ήλιος είναι πολύ κοντά στη Γη από οποιοδήποτε άλλο άστρο, φαίνεται πολύ μεγάλος και φωτεινός. Χωρίς το φως και την θερμότητά του δεν θα μπορούσε να υπάρξει ζωή στον πλανήτη μας. Πολλοί αρχαίοι πολιτισμοί λάτρεψαν και δόξαζαν τον Ήλιο, και δεν δίσταζαν να τον θεοποιήσουν. Ανάμεσα τους οι αρχαίοι Έλληνες και Αιγύπτιοι, οι Αζτέκοι, οι ιθαγενείς της Αμερικής και οι Κινέζοι, οι οποίοι μάλιστα πίστευαν στην ύπαρξη ακόμα και δέκα Ήλιων!
Ο Ήλιος και οι πλανήτες σχηματίστηκαν πριν από 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια.
Ο Ήλιος είναι μια τεράστια μπάλα αερίων και αποτελείται κυρίως από υδρογόνο και ήλιο, τα δύο απλούστερα και ελαφρύτερα χημικά συστατικά του σύμπαντος. Τα αέρια αυτά είναι τόσο θερμά που κάνουν τον Ήλιο να λάμπει. Ο Ήλιος δεν "καίει" με τον ίδιο τρόπο όπως η φωτιά. Η θερμότητα και η πίεση στο εσωτερικό του προκαλεί την τήξη των ατόμων υδρογόνου και ηλίου, ή την συνένωσή τους, παράγοντας πυρηνική ενέργεια. Υπάρχει αρκετό "καύσιμο" υλικό στον πυρήνα του για να είναι φωτεινός τα επόμενα 5 δισεκατομμύρια χρόνια.
Στον πυρήνα του Ήλιου η θερμοκρασία που δεσπόζει αυτή τη στιγμή φτάνει τους 16 εκατομμύρια βαθμούς, ενώ η εκπεμπόμενη ενέργεια εμποδίζει την κατάρρευση του άστρου και τον διατηρεί σε αέρινη μορφή. Η συνολική ακτινοβολούμενη ενέργεια φτάνει τα 383 πεντάκις εκατομμύρια κιλοβάτ, η οποίο αντιστοιχεί σε 100 δις τόνους εκρήξεων δυναμίτη το δευτερόλεπτο!

Ο Ήλιος είναι πολύ θερμός για να μπορέσει να προσεδαφιστεί οτιδήποτε πάνω του ή ακόμα και να τον πλησιάσει. Αν μπορούσατε να σταθείτε ή να αιωρηθείτε πάνω στα λαμπρά αέρια του, μάλλον δεν θα μπορούσατε ούτε καν να κουνηθείτε. Η βαρύτητα στον ήλιο είναι πολύ μεγαλύτερη απ' ότι στη Γη. Συγκεκριμένα είναι 28 φορές μεγαλύτερη της γήινης βαρύτητητας. Σκεφτείτε πως αν στη Γη ζυγίζετε 70 κιλά, στην επιφάνεια του Hλιου θα ζυγίζατε 2.000 κιλά!
Το ένα σας χέρι θα ζύγιζε όσο όλο σας το σώμα εδώ στην Γη! Από την επιφάνεια θα βλέπατε τεράστιες εκλάμψεις θερμών αερίων να εκτοξεύονται χιλιάδες χιλιόμετρα προς το διάστημα και ολόκληρη η ηλιακή επιφάνεια θα έμοιαζε περισσότερο με ένα καζάνι που βράζει γεμάτο από καυτή σούπα!

Το επόμενο κοντινότερο άστρο ως προς τη Γη είναι το Άλφα του Κενταύρου  σε απόσταση 286.000 φορές την απόσταση Γης-Ήλιου. Υπάρχουν πιθανότατα δισεκατομμύρια άστρα στον Γαλαξία μας (και άλλοι τόσοι γαλαξίες στο Σύμπαν), όμως ο Ήλιος είναι για μας το σημαντικότερο, διότι μας διατηρεί στη ζωή.
Αν και μόνο το μισό δισεκατομμυριοστό της συνολικής ενέργειας που εκπέμπει ο Ήλιος απορροφάται από την επιφάνεια της Γης, εν τούτοις αυτό είναι αρκετό για να κινητοποιήσει μια αλυσίδα βιολογικών και γεωλογικών φαινομένων που στη συνέχεια δημιουργούν και συντηρούν το φαινόμενο της ζωής.
Η ηλιακή ενέργεια εξατμίζει το νερό σχηματίζοντας τα σύννεφα και τη βροχή και κινητοποιεί το φαινόμενο της φωτοσύνθεσης, συνθέτοντας τη χλωροφύλλη των πράσινων φύλλων. Η δημιουργία της χλωροφύλλης με τη σειρά της παράγει τους υδρογονάνθρακες που αποτελούν τη βάση της ζωής πάνω στη Γη. Η ηλιακή ενέργεια προκαλεί -μαζί με την κλίση του άξονα περιστροφής της Γης- τις τέσσερις εποχές, επηρεάζει το κλίμα και τα θαλάσσια ρεύματα, όπως το Ρεύμα του Κόλπου, που μεταφέρουν ζεστό νερό από τις θάλασσες του ισημερινού στις ψυχρότερες βόρειες περιοχές και από εκεί κρύο νερό στις ζεστές ισημερινές περιοχές, κάνοντας ηπιότερα τα κλίματα περιοχών που αλλιώς θα ήταν ίσως ακατοίκητες.
                                                                       ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Πληροφορίες από το http://www.greekastronomy.gr και το http://spacenewsblog.blogspot.com

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

ΠΩΣ ΤΟ "ΟΚ" ΕΓΙΝΕ Η ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ...

Μπλέκεται στην ομιλία μας δεκάδες φορές την ημέρα, παρά το γεγονός ότι έχει πολύ μικρή σημασία. Ο λόγος για το «ΟΚ» που αποτελεί τη λέξη που χρησιμοποιείται συχνότερα από οποιαδήποτε άλλη και είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες λέξεις στον κόσμο.

Το ΟΚ (=εντάξει) είναι μία από τις πιο αλλόκοτες εκφράσεις που έχουν επινοηθεί. Αυτή, όμως, ακριβώς η ιδιομορφία έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στο να γίνει η πιο δημοφιλής έκφραση στον κόσμο.
Μοιάζει παράξενο, γιατί η λέξη μοιάζει και ακούγεται σαν ακρωνύμιο. Συνεπώς, και στην ομιλία, αλλά και στην γραφή είναι ξεκάθαρο, εύκολο να διαχωριστεί από άλλες λέξεις και χρησιμοποιεί τόσο απλούς φθόγγους που είναι οικείοι σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Σχεδόν όλες οι γλώσσες έχουν ένα Ο, ένα Κ και ένα Α. Ετσι το ΟΚ, είναι ένας εξαιρετικά ευδιάκριτος συνδυασμός πολύ οικείων στοιχείων. Και αυτός είναι ένας λόγος για την μεγάλη του επιτυχία.

Καμία από αυτές τις γλωσσικές επινοήσεις δεν βρήκαν μόνιμη θέση στη γλώσσα, όσο το ΟΚ.
Ήταν 23 Μαρτίου του 1839, όταν το ΟΚ ....

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ: Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΗΝ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Ο νυχτερινός ουρανός είναι ένα θαυμάσιο θέαμα ακόμα και με γυμνά μάτια. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι για χιλιάδες χρόνια πριν την εφεύρεση του τηλεσκοπίου γοήτευε τους λαούς του κόσμου που τον παρατηρούσαν μόνο "διά γυμνού οφθαλμού"!
Ακόμα και σήμερα ο ουρανός δεν είναι μόνο για αυτούς που διαθέτουν κιάλια ή τηλεσκόπια. Σ' αυτή την ενότητα της αγαπημένης σας ιστοσελίδας θα δούμε όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα που μπορεί κανείς να παρατηρήσει στον ουρανό χωρίς οπτικά βοηθήματα! Ακόμη θα διαβάσουμε ένα σωρό πληροφορίες για τα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρώπου που έχουν σχέση με το διάστημα και την ουράνια παρατήρηση, τις διαστημικές αποστολές, τους δορυφόρους και θα γνωρίσουμε κάποιες από τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για τη δημιουργία του σύμπαντος.
Μέρος 1ο: To Ηλιακό μας σύστημα.
Κατοικούμε μέσα σε ένα ασήμαντο και μικροσκοπικό τμήμα του Σύμπαντος, που δεν παύει όμως να είναι το σπίτι που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Αξίζει λοιπόν να επισκεφτούμε και να γνωρίσουμε καλύτερα την μικρή μας διαστημική γειτονιά. Διότι αν δεν μάθουμε μερικά πράγματα για το ηλιακό μας σύστημα που μας φιλοξενεί και αν δεν γνωρίσουμε τους πλανήτες που είναι αναπόσπαστα μέλη αυτής της γειτονιάς, τότε είναι σαν να κατοικούμε και να ζούμε σε ένα σπίτι χωρίς να γνωρίζουμε σε πια γειτονιά είναι χτισμένο. Γι’ αυτό, προσδεθείτε και απολαύστε το μαγευτικό ταξίδι.

                                                                                        ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗΣ

«Σε ένα κόσμο, όχι και τόσο μακρινό, στην ...Καθήνα» συνέβη μία ιστορία, όπως αυτές που συμβαίνουν γύρω μας καθημερινά. Μία ιστορία ανακύκλωσης, που θα πρέπει όλοι να την έχουμε στο μυαλό μας, καθώς ο κ. Αδιαφόρογλου και ο κ. Ευαισθητίδης δεν μας είναι και τόσο άγνωστα πρόσωπα...

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Ποιο είναι το γληγορότερο πράγμα του κόσμου; Λαϊκό παραμύθι

Μια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας απ’ τους δυο ήταν έξυπνος, ο άλλος ήταν κουτός.
Μια μέρα λέει ο έξυπνος του κουτού:
– Αδερφέ, θέλω να μοιράσομε το κτήμα.
– Να το μοιράσωμε, αδερφέ μου, λέει ο καημένος ο κουτός.
Πάει λοιπόν κάποια μέρα ο έξυπνος και μοιράζει το κτήμα και διαλέγει κιόλα. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό· το μισό ήταν πρώτης γραμμής γη και τ’ άλλο ήταν ένα παλιοχώραφο. Ο έξυπνος διάλεξε και πήρε το καλό κι αφήκε τ’ αλλουνού το άχρηστο, το παλιοχώραφο.
Ο καημένος ο κουτός ήθελε κι εκείνος το καλό κι αφού δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς, φεύγει και πάει στο βασιλιά. Κι ο βασιλιάς στέλνει ευθύς ένα στρατιώτη και καλεί τον άλλο αδερφό κι εκοίταξε να τους τα συμβιβάσει, μα αυτοί τίποτε! Ήθελαν και οι δυο το καλό. Τους λέει τότε να μοιράσουν το κτήμα αλλιώτικα, να πάρουν κι οι δυο κι από το καλό κι από τ’ αχαμνό. Μα αυτοί τίποτε! ήθελαν και οι δύο το καλό.
Αφού είδε την επιμονή τους, ο βασιλιάς εσκέφθηκε να τους πει ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, να παίρνει το καλό χωράφι. Τους λέει λοιπόν: «Για να μη μαλώνετε, θα σας πω ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, θα παίρνει το καλό χωράφι».
Είπαν κι οι δυο «ναι».
Ο έξυπνος όλος χαρά σκέφτηκε: Ο αδερφός μου είναι κουτός· εγώ θα το εξηγήσω.
Τους λέει λοιπόν ο βασιλιάς: «Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το γληγορότερο πράμα του κόσμου, και σας δίνω διορία οχτώ μέρες να σκεφθείτε».
Φεύγουν αυτοί, πάνε στα σπίτια τους. Αρχίζει ο έξυπνος να σκέπτεται. Λέει: αυτό είναι, εκείνο είναι, τ’ άλλο είναι… Ό,τι κι αν υπάρχει πια στον κόσμο πες πως είναι κείνο.
Ο καημένος ο κουτός δεν ήταν άξιος να σκεφθεί τίποτε. Στενοχωριόταν λοιπόν κι αναστέναζε όλη μέρα κι όλη νύχτα.
Αυτός είχε μια θυγατέρα που η ομορφιά της δεν είχε ταίρι στον κόσμο και τον ερώτησε:
– Τι έχεις, πατέρα, κι αναστενάζεις;
Της λέει λοιπόν την ιστορία, πως τους είπε ο βασιλιάς να του εξηγήσουν ένα λόγο κι όποιος τον εξηγήσει, θα παίρνει το καλό χωράφι.
– Και τι είν’ ο λόγος αυτός, πατέρα;
– Θέλει να του πούμε ποιο είναι το γληγορότερο πράμα του κόσμου.
– Μη στενοχωριέσαι, πατέρα μου, του λέει, και την ημέρα που θα ’ναι για να πας, θα σου πω εγώ τι να πεις και θα κερδίσεις.
Επήρε αέρα ο άνθρωπος.
Επέρασαν οι μέρες, ήρθεν η ώρα που θα πηγαίνανε στο βασιλιά. Πάει τότε κι ερωτά τη θυγατέρα του, κι εκείνη του λέει: «Θα πεις, πατέρα, πως

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΥΠΗΡΧΕ ΕΝΑΣ ΠΟΤΑΜΟΣ.... ΙΝΔΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Μια φορά κι έναν καιρό ένας ποταμός, λέει μια παλιά Ινδική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.
Επειδή ήταν ρηχός, κανένας δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι όλοι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να «σχεδιάζουν» δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.
Τα ζώα του δάσους τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, ανακατεύοντας τα σπλάχνα του με τα πόδια τους. Για να πιούν νερό πήγαιναν στη κοντινή λίμνη, γιατί τα νερά του ποταμού ήταν σκοτεινά και δύσοσμα.
Αλλά μια μέρα ο Θεός Ίντρα, που όλα τα βλέπει, λυπήθηκε τον δαίμονα του ποταμού, γιατί χωρίς να είναι χαζός, ενεργούσε σαν τέτοιος, έτσι που ήταν παγιδευμένος, ναρκωμένος από την αδράνεια και το βόλεμα. Είχε συνηθίσει να πατούν το σώμα του, που ήταν υγρό και δύσοσμο και γλοιώδες σαν νεκρό φίδι.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο ποταμός είχε βολευτεί με τους εύκολους δρόμους και απόφευγε τις απότομες διαδρομές.
Είχε γίνει άσχημος, μουγγός και οι όμορφες νεράιδες και τα ξωτικά των ακτών δεν τον πλησίαζαν ούτε καν τις νύχτες με πανσέληνο, για να φτιάξουν τους μαγικούς καθρέφτες τους.
Ένας από τους υπηρέτες του Ιντρα στέγνωσε τη γη μπροστά του και την ανύψωσε με τέτοιο τρόπο που τον ανάγκασε να εκτραπεί.
Ο ποταμός στην αρχή φοβήθηκε, άρχισε ν' αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε την ηδονή του να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγκρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα και ν' ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από αβύσσους και ορμώντας ενάντια σε τρομερούς βράχους.
Το νερό του έγινε καθαρό, αφού φιλτραριζόταν μέσα από την άμμο και τις πέτρες. Η κοίτη του έγινε πέτρινη και μερικές φορές μεταλλική και έλαμπαν οι φλέβες μέσα του. Από τα σπλάχνα του, που πρώτα ήταν σκοτεινά και κατηφή, γεννήθηκε ο άσπρος αφρός, γιατί η ασπράδα δεν εμφανίζεται, αν δεν υπάρχει μάχη, αν δεν υπάρχει εξαγνισμός.
Το ποτάμι γέμισε τότε με χρωματιστά ψάρια, απ' αυτά που ανεβαίνουν στα βουνά και οι καθαρές λιμνούλες που άφηνε στα πλάγια του, στολισμένες με τρομερούς βράχους, έγιναν η απόλαυση των Στοιχείων των νερών. Με την ιριδένια ανταύγεια των άστρων έκαναν οι Νύμφες τα μαγικά τους χτένια και έβγαλαν τους μαγικούς καθρέφτες από το βυθό των λιμνών.
Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πια να τον πατήσουν, αλλά ύψωσαν θριαμβευτικές αψίδες πάνω του, που τις ονόμασαν γέφυρες. Τα ζώα τον διέσχιζαν κολυμπώντας και ύστερα σχολίαζαν τη δύναμη του ποταμού. Στο τέλος όταν έφτασε στη θάλασσα, τον υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα τα άλλα νερά, που αγκαλιαζόντουσαν με τα δικά του, φωνάζοντας από χαρά.

Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα, που δεν σας διηγούμαι, σκέφτομαι τους πολλούς ανθρώπους που δεν χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους, τις ευκαιρίες τους και εξακολουθούν να είναι αργοί ποταμοί και λασπώδεις, χωρίς ανδρεία και χωρίς δόξα.

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΚΟΥΔΟΥΝΑΚΙ - ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ


Κάποτε σε ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα ζούσε ένας σοφός γέροντας. Του άρεσε να κάθεται στη βεράντα του και να κοιτά τη θάλασσα. Για να μη νιώθει μοναξιά είχε κρεμάσει ένα ασημένιο κουδουνάκι στη σκεπή της βεράντας. Μόλις φυσούσε λίγο ο αέρας το ασημένιο κουδουνάκι χτυπούσε χαρούμενα.
Ο γέροντας περνούσε ώρες και ώρες στη βεράντα του. Χάζευε τη θάλασσα,άκουγε το κουδουνάκι και χαμογελούσε ευτυχισμένος.
Στο ίδιο χωριό ζούσε κι ένας φαρμακοποιός. Ήταν πολύ δυστυχισμένος γιατί οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά κι ήταν τόσο λυπημένος που δεν ήξερε τι να κάνει.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει στο γέροντα και να ζητήσει τη συμβουλή του. Όταν έφτασε σπίτι του τον είδε να κάθεται ευτυχισμένος δίπλα στη θάλασσα. Μόλις άκουσε το γλυκό ήχο του κουδουνιού κατάλαβε το γιατί.
Έτσι ζήτησε από τον γέροντα να του δανείσει για λίγο το κουδουνάκι. Γιατί όχι; -είπε εκείνος- Σε παρακαλώ όμως να μου το επιστρέψεις γιατί χωρίς αυτό είμαι δυστυχισμένος.
Ο φαρμακοποιός τον ευχαρίστησε και υποσχέθηκε να του φέρει το κουδουνάκι την άλλη μέρα.
Όταν πήγε σπίτι του έβαλε το κουδουνάκι στο κήπο του κι ο ήχος του ήταν τόσο χαρούμενος που ο φαρμακοποιός χαλάρωσε, η ζωή του φάνηκε όμορφη και άρχισε μονομιάς να χορεύει....
Την επόμενη μέρα ο φαρμακοποιός δε φάνηκε από το σπίτι του γέροντα και εκείνος είχε κιόλας χάσει το κέφι του χωρίς το κουδουνάκι του.... Κάθε λίγο και λιγάκι έβγαινε στο δρόμο και κοιτούσε μήπως ερχόταν κανείς αλλά που.
Έτσι όταν πήγε πια μεσημέρι ο γέροντας φώναξε ένα μαθητή του, τον Τσιάο και του είπε:
Πήγαινε μέχρι το σπίτι του φαρμακοποιού σε παρακαλώ. Χτες του δάνεισα το ασημένιο κουδουνάκι μου μα ξέχασε να μου το επιστρέψει. Πες του πως τον περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία!
Ο Τσιάο έτρεξε στο σπίτι του φαρμακοποιού αλλά μόλις μπήκε στο κήπο άκουσε τη γλυκιά μελωδία από το κουδουνάκι. Είδε το φαρμακοποιό να χορεύει και αισθάνθηκε τόσο χαρούμενος που άρχισε κι αυτός να χορεύει!
Εν τω μεταξύ είχαν περάσει κιόλας τόσες ώρες και στο σπίτι του γέροντα δεν είχε φανεί ούτε ο φαρμακοποιός ούτε ο Τσιάο.
Ο γέρο σοφός θυμωμένος φώναξε ένα άλλο μαθητή του, τον Κοτάρο και του είπε:Τρέχα στο σπίτι του φαρμακοποιού και πες του να μου φέρει αμέσως το ασημένιο μου κουδουνάκι. Κι αν συναντήσεις στο δρόμο τον Τσιάο πες του πως πρέπει να ντρέπεται που δεν ακούει το δάσκαλο του.
Ο Κοτάρο πήγε στο σπίτι του φαρμακοποιού όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Όταν έφτασε εκεί είδε έκπληκτος τον Τσιάο και το φαρμακοποιό να χορεύουν χαρούμενοι στον κήπο. Και πριν καλά καλά το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος που άρχισε να χορεύει κι εκείνος.
Ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο γέροντας ακόμα περίμενε το ασημένιο κουδουνάκι του.
Τον έπιασε μια βαθιά μελαγχολία χωρίς τον ήχο του αγαπημένου του κουδουνιού. Τελικά δεν άντεξε άλλο και πήγε ο ίδιος να δει τι συνέβαινε.
Σαν έφτασε επιτέλους στο σπίτι άκουσε τον ήχο του ασημένιου κουδουνιού και είδε στον κήπο,ανάμεσα στα λουλούδια, τον φαρμακοποιό και τους δυό του μαθητές να χορεύουν χαρούμενα.
Ο γέροντας απόρησε και δεν ήξερε τι εξήγηση να δώσει. Δεν έμεινε όμως πολύ ώρα έτσι. Η λύπη του εξαφανίστηκε και ένιωσε την επιθυμία να χορέψει.
Πιάστηκε χέρι-χέρι με το φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο και ευτυχισμένοι συνέχισαν να χορεύουν όλοι μαζί.
Κι όποιος περνούσε απ το σπίτι του φαρμακοποιού το έριχνε κι αυτός στο χορό.
Κι αν τύχει και περάσεις ποτέ από κει, ίσως τους δεις ακόμα, όλους μαζί να χορεύουν. Μα δεν ξέρω αν θα γυρίσεις πίσω γιατί μπορεί κι εσύ να μείνεις εκεί και να χορέψεις μαζί τους
http://hamomilaki.blogspot.com

Από 28 έως 31 Ιανουαρίου η Έκθεση Παιδικού και Εφηβικού Βιβλίου

Στην HELEXPO στο Μαρούσι

Θα γίνουν πάνω από 200 εκδηλώσεις
Η διάδοση της αγάπης για την ανάγνωση, τόσο στα παιδιά όσο και στους έφηβους, μέσα από την ενημέρωση των γονέων και των εκπαιδευτικών είναι ο στόχος των οργανωτών της έκθεσης Παιδικού και Εφηβικού βιβλίου, η οποία ξεκινά την Πέμπτη 28 Ιανουαρίου, στις εγκαταστάσεις της HELEXPO στο Μαρούσι.Η Διευθύντρια του ΕΚΕΒΙ Κατρίν Βελισσάρη, σε συνέντευξη Τύπου τόνισε -μεταξύ άλλων- ότι: «το παιδικό βιβλίο είναι ένας τομέας που η κρίση αγγίζει λιγότερο. Συνεχίζει να πουλάει το παιδικό βιβλίο, απλώς τα δύο τελευταία χρόνια, το 2009 και το 2010, οι εκδότες περιόρισαν τη βιβλιοπαραγωγή τους και τώρα πλέον, γυρίζουμε σε ένα μέγεθος της τάξης των 1.500 τίτλων ανά χρόνο. Είναι ένας αριθμός φυσιολογικός για την ελληνική αγορά, ακόμη πολύ υψηλός, αφού ένα στα πέντε βιβλία που εκδίδονται στη χώρα μας εξακολουθεί να απευθύνεται στα παιδιά και τους εφήβους».
Στη διάρκεια της διοργάνωσης θα πραγματοποιηθούν 200 εκδηλώσεις -πέρυσι ήταν 130- για παιδιά και εφήβους αλλά και για γονείς και εκπαιδευτικούς , κυρίως παρουσιάσεις βιβλίων, συζητήσεις, ημερίδες, σεμινάρια, λογοτεχνικά εργαστήρια, μουσικά, εικαστικά και θεατρικά δρώμενα κ.λ.π με τη συμμετοχή συγγραφέων, εικονογράφων, πανεπιστημιακών και καλλιτεχνών.
Για πρώτη φορά φέτος, στην έκθεση θα συμμετάσχουν και Μουσεία. Ειδικότερα, θα υπάρχουν δύο εργαστήρια για τα παιδιά με θέμα τη γνωριμία με την καθημερινότητα των αρχαίων Ελλήνων αλλά και τα αρχαία ελληνικά παιχνίδια, τα οποία επιμελείται το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και δύο εργαστήρια για εφήβους -δημιουργικής γραφής και βιωματικής συζήτησης των θεμάτων που αφορούν στην εφηβεία μέσα από τους κώδικες του θεάτρου.
Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη, το ΕΚΕΒΙ έχει σχεδιάσει ένα ειδικά διαμορφωμένο περίπτερο προκειμένου να δώσει στους επισκέπτες την ευκαιρία να γνωρίσουν έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές της χώρας, μέσα από μια έκθεση επιλεγμένων βιβλίων του, αλλά και φωτογραφικό και ηχητικό υλικό από τη ζωή και το έργο του νομπελίστα Έλληνα ποιητή.
Τα παιδιά που δεν έχουν τη δυνατότητα να επισκεφθούν την Έκθεση, θα μπορούν να παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις με γενικό τίτλο «Παραμυθο-δρώμενα», σε 12 βιβλιοπωλεία της Αθήνας και του Πειραιά, τα Σάββατα 22 και 29 Ιανουαρίου.
Την έκθεση συνδιοργανώνουν το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού με τη συνεργασία των εκδοτών παιδικού και εφηβικού βιβλίου και του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.

Οι πύλες της έκθεσης θα κλείσουν στις 31 Ιανουαρίου.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥΡΟΥ!

Κάθε μέρα τους βλέπει να πατάνε επάνω στο γρασίδι που με τόσο μεγάλη υπομονή περιποιείται. Τώρα που το 'στρωσε και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για το γρασίδι, αποφάσισε να πάρει την εκδίκησή του...
Ο κηπουρός έφτιαξε διαδρόμους στο χιόνι που όμως δεν οδηγούν πουθενά. Και όλοι όσοι κάθε μέρα δεν σέβονταν τον κόπο του, τώρα την πατήσανε σαν τα ποντίκια στον λαβύρινθο…

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Διαβάστε τον "Ιβανόη" του Walter Scott

"ΙΒΑΝΟΗΣ" του Walter Scott (Παραμύθι) 
Περιγραφή:
Στα παλιά τα χρόνια, ανάμεσα στο Σέφιλντ και στο Ντοκάστερ της κεντρικής Αγγλίας, απλωνόταν ένα τεράστιο δάσος. Στο δάσος εκείνο, κατά τον εμφύλιο πόλεμο «των Δύο Ρόδων» - του κόκκινου Ρόδου και του Λευκού - είχαν είχαν γίνει φοβερές μάχες.

Τριάντα ολάκερα χρόνια, από το 1455 ως το 1485, πολεμούσαν εκεί οι βασιλιάδες του Γυορκ και οι βασιλιάδες του Λάνκαστερ, που είχανε στα οικόσημά τους, οι πρώτοι ένα λευκό και οι δεύτεροι ένα κόκκινο ρόδο. Και μέσα στο δάσος εκείνο ξετυλίγεται τούτη η ιστορία.
Αρχίζει από τα στερνά ίσια-ίσια χρόνια της βασιλείας Ριχάρδου του 1ου, από τον καιρό που ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, γυρνώντας απ΄ τη Σταυροφορία του στους Άγιους Τόπους, είχε πιαστεί από τον αυστριακό δούκα Λεοπόλδο και βρισκόταν αιχμάλωτος στην Αυστρία.
Συγγραφέας: Walter Scott  Γλώσσα: Ελληνικά
Σελίδες: 51 Μέγεθος Αρχείου: 13.7 Mb Εκδόσεις: Σιδέρης
Κατέβασέ το εδώ:

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

" Η ΑΣΤΡΑΠΗ ΚΑΙ ΤΑ 3 ΑΔΕΛΦΑΚΙΑ ΤΗΣ" Συγγραφέας: Μαργαρίτα Παπανδρέου
Περιγραφή:

Τα τέσσερα νεογέννητα γατάκια άνοιξαν τα ματάκια τους κι αντίκρισαν για πρώτη φορά τον κόσμο τους.

Το σπίτι τους ήταν ένα παλιό, εγκαταλειμένο γκαράζ. Γύρω τους, εδώ κι εκεί, διάφορα μικροπράγματα που ο μπαμπάς - γάτος είχε βρει στο δρόμο και τα έφερε για να στολίσει το σπίτι.
Η μαμά - γάτα μέσα στα άδεια κονσερβοκούτια είχε φυτέψει λουλούδια, φτέρες, το χέρι μιας σπασμένης κούκλας, μια παλιά οδοντόβουρτσα και μια φανταχτερή φουρκέτα.
Γλώσσα: Ελληνικά Σελίδες: 42 Μέγεθος Αρχείου: 6.7 Mb
Εκδόσεις: Κέδρος  ΚΑΤΕΒΑΣΕ ΤΟ ΕΔΩ:  Ή ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΔΩ: