Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕ ΖΩΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕ ΖΩΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

"Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΒΟΣΚΑΚΙ" Διασκευή παραδοσιακού παραμυθιού


          
 
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βοσκάκι, ο Γιωργής, που είχε γεννηθεί και ανατραφεί πάνω στα όρη, τ’ άγρια βουνά, στις στάνες των τσοπαναραίων. Άλλο δεν εγνώριζε από τα ζα που έκανε παρέα μέρα και νύχτα. Αυτά ήταν οι σύντροφοί του, μαζί τους γύριζε τα βοσκοτόπια, κι ανθρώπους άλλους δεν είχε γνωρίσει πέρα από τη μάνα και τον κύρη του, που κι αυτοί δούλευαν σκληρά στη στάνη όλη μέρα.
            Ο Γιωργής, εκεί στα μακρινά τ’ απάτητα βουνά που έβοσκε τα ζωντανά του, είχε γίνει κι αυτός ένα ζώο, μόνο που έστεκε ορθό. Καθαρές αλλαξιές δεν έβαζε, ούτε ήθελε ν’ ακούσει για φευγιό από τη μάντρα.  Η ζωή του, η χαρά του ήταν εκεί, στα κοπάδια του.
          Μια μέρα, εκεί που καθότανε, είδε να τον πλησιάζει μια αλεπού. Στο ένα πόδι ήταν πληγωμένη, όλο αίματα. Το ψυχοπόνεσε ο Γιωργής το ζωντανό και το πλησίασε με προφύλαξη, αλλά εκείνο δε σάλεψε, σαν να περίμενε να πάει να το βοηθήσει.
            Πάει λοιπόν το βοσκάκι κοντά στην αλεπού, την παίρνει στην αγκαλιά του και την πάει στο μαντρί. Μεγαλωμένος καθώς ήταν στις ερημιές, είχε μάθει ένα σωρό γιατροσόφια, για να τα γιατρεύει τα ζώα του όταν αρρωσταίνανε. Καθάρισε λοιπόν την πληγή της αλεπούς, έβαλε πάνω λογιών - λογιών βοτάνια και την έδεσε. Ύστερα έβαλε την αλεπού σ’ ένα πεζούλι και τη σκέπασε με την κάπα του. Αυτή σήκωσε τη μουσούδα της κι είπε με ανθρώπινη λαλιά: – «Σ’ ευχαριστώ!» Το τσοπανόπουλο ακούγοντας τη φωνή, έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα από την έκπληξη, μα από κείνη την ώρα γινήκανε φίλοι αχώριστοι.
            Η αλεπού του κουβέντιαζε συνέχεια και του ’λεγε πράματα που ο Γιωργής δε είχε ποτέ δει ή ακούσει, αφού ποτέ του δεν είχε κατεβεί στους κάμπους. Με τον καιρό το αγρίμι έγινε καλά και κάθε τόσο ο Γιωργής το έχανε από τη μάντρα, αλλά αυτό ξαναγύριζε, φέρνοντας μαζί του τού κόσμου τα καλούδια.
 –«Μη χάνεσαι, του έλεγε ο Γιωργής, γιατί μπορεί να σε σκοτώσουν τίποτα κυνηγοί κι εγώ θ’ απομείνω πάλι μονάχος μου και δε θ’ ακούω κανενός τη μιλιά. Εδώ αγροικώ μόνο τη δική σου!» Κι έτσι έμενε συνέχεια κοντά του η αλεπού. Κι όλο του μίλαγε, του έλεγε ατέλειωτες ιστορίες και του ’παιρνε τα μυαλά.
            Ένα πρωί ξύπνησε το ζουλάπι και μ’ ένα πήδο πετάχτηκε στην αγκαλιά του μικρού βοσκού.
 – «Ακολούθα με σήμερα και θα πάμε σ’ έναν άλλο τόπο, που δεν τον βάνει ο νους σου! Έλα και δε θα το μετανιώσεις!» Πράγματι αυτός έβαλε τα ζα στη μάντρα και βάλθηκε μ’ εμπιστοσύνη ν’ ακολουθεί την αλεπού. Μετά από αρκετές ώρες περπάτημα φτάσανε σε μια σπηλιά, που ’τανε λέει μαγεμένη κι έτρεχε από μέσα νερό κρυστάλλινο. Μπαίνουνε μέσα κι η αλεπού έπιασε με τις χουφτίτσες της νερό κι έπλυνε το βοσκάκι από την κεφαλή μέχρι τα νύχια. Με το μπάνιο ο Γιωργής πάστρεψε, μεταμορφώθηκε, έγινε ένα πεντάμορφο παλικάρι! Ύστερα προχωρήσανε μέσα στο σπήλαιο και βγήκανε από το πίσω μέρος, όπου υπήρχε μια κρυφή έξοδος, σ’ έναν πανέμορφο κήπο με δέντρα και σπάνια λουλούδια.
            Στο βάθος του κήπου ήταν χτισμένο ένα παλάτι. Μπαίνουν μέσα στο παλάτι και ο Γιωργής στάθηκε σαστισμένος, να θωρεί όλες τις ομορφιές του κόσμου να το στολίζουνε! Κι εκεί που δεν εχόρταινε να κοιτάζει, ξέχασε την αλεπού κι όταν τη θυμήθηκε δεν την έβλεπε μπροστά του πια… Άρχισε να τη φωνάζει και να την καλεί, μ’ απάντηση δεν έπαιρνε! Κι όπως δεν άκουγε μιλιά, τον έπιασε μεγάλος φόβος κι άρχισε να κλαίει και να θρηνεί. Έσκουζε, σφύριζε, μ’ απάντηση πουθενά.  Ολότελα απελπισμένος, γιατί έχασε το αγαπημένο του ζωντανό, έπεσε μπρούμυτα στο χώμα κι ο θρήνος του ράγιζε και τα βουνά. Ούτε μάνα που χάνει το παιδί της δεν θα ’κανε τέτοιο μοιρολόι…
            Εκείνη την ώρα της μαύρης απελπισίας ακούει μια γλυκιά φωνή.
–«Έ φτάνουν πια τα κλάματα. Εδώ είμαι, δε μ’ έχασες. Δοκιμή έκανα να ιδώ αν μ’ αγαπάς στ’ αλήθεια!». Ανασηκώθηκε το βοσκάκι και τί να δει; Μια κοπελιά πεντάμορφη να τον κοιτάζει στα μάτια και να του γελά!
–«Εγώ είμαι η αλεπού!» είπε και του εξήγησε:
– «Ήμουνα κάποτε βασιλοπούλα, μα η μάνα μου απόθανε κι ο πατέρας μου, ο βασιλιάς, ξαναπαντρεύτηκε μια μάγισσα που με ζήλευε και δεν ήθελε ούτε να με βλέπει. Μου έβαλε στο φαγί μου βοτάνι μαγικό και με μεταμόρφωσε σε αλεπού. Μ’ έδιωξε από το σπίτι, να φύγω να ζήσω στα βουνά και τα ρουμάνια. Μόνο μια δυνατή αγάπη θα μπορούσε να λύσει τα μάγια που μου ’χε καμωμένα και πάνω στα βουνά αυτό ήταν δύσκολο να γενεί. Μα η αγάπη σου η μεγάλη μου έλυσε τα μάγια και ελευθερώθηκα. Όλα όσα βλέπεις γύρω σου μου τα ’καμε ο πατέρας μου να με παντρέψει και τώρα είναι δικά σου!»
            Σίμωσε κοντά του η βασιλοπούλα, τον έπιασε από το χέρι, τον σήκωσε ορθό  και του είπε: - «Σε σένα χρωστώ τη ζωή μου, έλα κοντά μου και μην ξαναφύγεις ποτέ!». Έτσι παντρευτήκανε η βασιλοπούλα και το βοσκάκι, κάνανε κι ένα μάτσο κουτσούβελα και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

"TO ΨΑΡΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ" ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΗ ΤΑΛΛΑ. ΔΩΡΕΑΝ ΒΙΒΛΙΟ

Μέσα στα βάθη του ωκεανού, ζει ο Λίο, ένα ψαράκι αλλιώτικο, ένα ψαράκι πεισματάρικο που όλο κάνει του κεφαλιού του. Θέλει να πετάξει. Πετάνε όμως τα ψάρια; Θα τον βοηθήσει το πείσμα του να τα καταφέρει ή θα τον οδηγήσει σε μπελάδες; Ένα παραμύθι για τα παιδιά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, που μιλάει για το πείσμα και για την επιμονή. Θα ταξιδέψετε στον κόσμο της θάλασσας, θα γνωρίσετε τον Λίο και θα διασκεδάσετε με τις περιπέτειες του!

Μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν από εδώ http://www.easywriter.gr/ebooks/item/65
(απαιτείται εγγραφή με το e-mail σας) 
http://issuu.com/79436

http://issuu.com/79436

http://issuu.com/79436

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

"Τα δελφίνια" της Φανής Παπαλουκά


Ήταν μια φορά ένα μικρό δελφίνι.
Ζούσε ανάμεσα σ’ ένα το κοπάδι δελφινιών στ’ ανοιχτά της θάλασσας ξένοιαστο κι ευτυχισμένο, κι ήταν η χαρά και το καμάρι της μάνας του. Όλη μέρα έπαιζε με τα κύματα, και πότε πηδούσε ψηλά στον αέρα, πότε βυθιζόταν βαθιά στα νερά. Το σταχτόμαυρο κορμί του γυάλιζε σαν ατσάλι στον ήλιο κι η σβελτάδα του δεν είχε ταίρι. Όλο το κοπάδι των δελφινιών το ήξερε και το αγαπούσε. Ήταν το χαϊδεμένο τους, «το μικρό μας δελφίνι», όπως το έλεγαν.
Όμως το «μικρό μας δελφίνι» είχε ένα ελάττωμα, και το ελάττωμά του αυτό έδινε κιόλας πολλές σκοτούρες στη μητέρα του και πολλές τιμωρίες στο «μικρό μας δελφίνι».
Ήταν περίεργο. Ήθελε όλα να τα μάθει, όλα να τα δει. Εκεί που έπλεε ήσυχα μ’ όλο του το κοπάδι, κι έλεγαν τ’ άλλα δελφίνια με θαυμασμό: δες, το «μικρό μας δελφίνι» έβαλε μυαλό! ξάφνου το έχαναν. Το κοπάδι σκόρπιζε τότε να το βρει, κι η μητέρα του ανησυχούσε, συγχυζότανε, την έπιανε η καρδιά της, κι ύστερα, όσο να ’ναι, ντρεπόταν και τ’ άλλα δελφίνια που μουρμούριζαν:
– Πάλι τα ίδια!
Στο τέλος βέβαια κάθε φορά το έβρισκαν το «μικρό μας δελφίνι» ή γύριζε και μόνο του.
– Τι έκανες πάλι; το ρωτούσε η μητέρα του.
Κι εκείνο έπαιρνε το πιο αθώο ύφος του κόσμου κι εξηγούσε τόσο φυσικά:
– Είδα ένα μεγάλο ξερονήσι στη θάλασσα.
– Ε, κι ύστερα;
– Σκέφτηκα νά, τι να ’ναι άραγε από πίσω…
Πάλι τα ίδια και πάλι τα ίδια…
Άδικα προσπαθούσε να του βάλει μυαλό η μητέρα του, άδικα δοκίμασαν οι γεροντότεροι του κοπαδιού να του εξηγήσουν τους κινδύνους που υπήρχαν. Πότε βρισκόταν μια βαθιά, φαγωμένη απ’ τη θάλασσα κουφάλα, πότε κάποια σπασμένη βυθισμένη βάρκα, πότε… έχει τόσα παράξενα και θαυμαστά ο κόσμος!
Κάποτε όμως το «μικρό μας δελφίνι» ....>>>>>>>>

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

"Η αλεπού φωτογράφος" του Τζάνι Ροντάρι

Μια αλεπού ανακάλυψε μια ωραία μέρα ότι η αληθινή της κλίση ήταν η φωτογραφία, και μάλιστα ότι ήθελε να γίνει πλανόδιος φωτογράφος. Μα καλά, θα καθόσασταν εσείς να σας βγάλει φωτογραφία αυτή η πανούργα κουτσομπόλα; Εγώ, για να σας πω την αλήθεια, όχι. Και να σας εξηγήσω και τους λόγους μου.

Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.

–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.

–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δε φαίνεται!

Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:
–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα...
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν... Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.

Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.
–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;

Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.

Πηγή: Από το βιβλίο "Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο" (για παιδιά από 6 ετών)
Συγγραφέας:Τζάνι Ροντάρι
Εικονογράφηση: Άνα Λάουρα Καντόνε
Μετάφραση: Αναστασία Καμβύση
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

ΓΑΤΑ, ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Photo by Martin Davey


ΓΑΤΑ, ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γάτα και βγήκε να κάνει ένα γύρο μέσα στο βουνό.. Έξαφνα την αντικρίζει ένα λιοντάρι. Η γάτα άμα είδε το λιοντάρι, ζάρωσε σ’ ένα μέρος και περίμενε να δει τι θα κάνει το λιοντάρι. Το λιοντάρι πήγε κοντά της και τη μυρίστηκε κι ύστερα της λέει:
- Κι εσύ από τη δική μας τη γενιά μοιάζεις αλλά πολύ μικρή είσαι.
Και η γάτα του λέει:
- Αν ζούσες κοντά στον άνθρωπο και συ μικρός θα ήσουν.
- Και γιατί; Ρωτά το λιοντάρι, τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Τόσο μεγάλος και άγριος είναι; Πού ’ναι να τον ιδώ;
Τότε η γάτα του λέει:
-Έλα μαζί μου να σου τον δείξω.
Το λιοντάρι άκουσε της γάτας τα λόγια και άρχισαν να περπατούν. Περπατώντας συνάντησαν έναν άνθρωπο που έκοβε ξύλα. Η γάτα λέει στο λιοντάρι:
- Να τος ο άνθρωπος. Πήγαν κοντά. Το λιοντάρι καλημέρισε τον ξυλοκόπο και του λέει: -Εσύ είσαι ο άνθρωπος;
- Εγώ, λέει αυτός.
- Έμαθα πως είσαι πολύ δυνατός και ήρθα να παλέψουμε.
- Πολύ καλά να παλέψουμε… Αλλά πρώτα βόηθησέ με να σχίσω αυτό το ξύλο και ύστερα παλέουμε.
- Να σε βοηθήσω αλλά τι να κάνω;
- Βάλε τα χέρια σου εδώ, ανάμεσα στη σχισμάδα του ξύλου κι εγώ θα το κόψω με το τσεκούρι.
Το λιοντάρι έβαλε τα δυο μπροστινά του πόδια μέσα στη χαραμάδα του ξύλου. Τότε ο ξυλοκόπος αμόλησε τη μια μεριά του κορμού που κρατούσε με τα χέρια και τα πόδια του λιονταριού σφίχτηκαν εκεί μέσα. Αρπάει τότε ο άνθρωπος ένα ρόπαλο και αρχινά, δώσ’ του και δώσ’ του ξύλο! Πού σε πονεί και που σε σφάζει! Τό’κανε το λιοντάρι τ’ αλατιού! Κατόπιν άνοιξε το ξύλο και ξελύθηκαν τα χέρια του λιονταριού που ξαπλώθηκε κάτω σαν ψόφιο. Ύστερα ο άνθρωπος φορτώθηκε το ξινάρι του και τράβηξε για το σπίτι του.
Σαν έφυγε ο άνθρωπος, βγήκε η γάτα που ήταν κρυμμένη, πήγε κοντά στο λιοντάρι και το ρώτησε άμα ήρθε στα συγκαλά του:
- Πώς σου φάνηκε ο άνθρωπος;
- Εγώ, άμα ήμουν στη θέση σου, από σένα ακόμη πιο μικρός θα απόμνησκα.*

*απόμνησκα= θα απόμενα

ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΕΡΟΣ 2ο , ΟΕΔΒ1982)

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

1. Ἕνας ὄνος ἤκουσε τὸν τζίτζικαν νὰ τραγουδῇ καὶ τόσον τοῦ ἤρεσε, ὥστε ἐλησμόνησε τί φωνὴν ἔχει ὁ ἴδιος καὶ ἐνόμισε διὰ τοῦτο, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ γίνῃ θαυμάσιος τραγουδιστής. Μόλις ὅμως ἤρχισε τοὺς ὀγκανισμούς του, τὰ τζιτζίκια ἐσιὼπησαν ἀπὸ φόβον.

—Ἐσιώπησαν νικημένα! εἶπεν ὁ ὄνος.

—Ὅπως σιωποῦν καὶ τὰ ἄλλα πουλιά, ὅταν τὸ ἀηδόνι ἀρχίζῃ νὰ ψάλλῃ, τὸν εἰρωνεύθη μία ἀλεποῦ, ποὺ ἔτυχε νὰ διέρχεται ἐκεῖ κοντά.

2. Μίαν ἄλλην φορὰν ὁ ἴδιος ὁ ὄνος ἀνέβη ἐπάνω εἰς τὰ κεραμίδια ἑνὸς μικροῦ οἰκίσκου καὶ ἐχόρευε. Τὰ κεραμίδια ἔσπασαν ὅλα καὶ ὁ νοικοκύρης ἔπιασε τὸν ὄνον καὶ ἤρχισε νὰ τὸν δέρνῃ μὲ μανίαν.

—Διατί μὲ κτυπᾷς; Χθὲς ἀνέβη εἰς τὴν ἰδίαν στέγην τὸ νεογέννητον κατσίκι καὶ σᾶς εἶδα ὅλους ποὺ ἐγελούσατε εὐχαριστημένοι διὰ τὰ πηδήματά του. Ἐγὼ σήμερον ἔκαμα τὸ αὐτό, καὶ σεῖς, ἀντὶ νὰ γελάσετε, ἰδού, ὅτι μὲ δέρνετε. Διατί αὐτὴ ἡ ἀδικία;

3. Μίαν ὅμως φορὰν ὁ ὄνος ἐφάνη πολὺ ἔξυπνος. Ἦτο μόνος μακρὰν εἰς ἕνα λιβάδι. Ἐκεῖ παρουσιάσθη ἕνας λύκος καὶ ἤθελε νὰ φάγῃ τὸν ὄνον. Ὁ δυστυχὴς κατέφυγεν εἰς τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Μόλις εἶδε τὸν λύκον, ἤρχισε νὰ ὑποκρίνεται, ὅτι κουτσαίνει καὶ εἶπε πρὸς τὸν λύκον:

—Τὸ γνωρίζω, ὅτι θὰ μὲ φάγῃς. Προηγουμένως ὅμως μίαν χάριν σοῦ ζητῶ. Ἔχω πατήσει ἕνα μεγάλο ἀγκάθι μὲ τὸ δεξιὸν πισινὸν πόδι μου. Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ με καὶ βγάλε το διὰ νὰ μὴν πονῶ τώρα καὶ κατόπιν μὲ τρώγεις μὲ τὴν ἡσυχίαν σου. Μὴ μοῦ ἀρνηθῇς, σὲ παρακαλῶ, αὐτὴν τὴν χάριν, εἶσαι τόσον καλός!

Ὁ λύκος ἐπίστευσε καὶ ἐδέχθη μὲ προθυμίαν. Ὁ ὄνος ἐσήκωσε τότε καὶ ἐμάζευσεν ὀλίγον τὸ πόδι του, ὁ δὲ λύκος ἐπῆγεν ὀπίσω καὶ ἀνύποπτος ἐπλησίασε τὸ πρόσωπον. Τότε, εἰς στιγμὴν κατάλληλον, ὁ ὄνος ἔδωσε μίαν τόσον δυνατὴν κλωτσιὰν εἰς τὸν λύκον, ὥστε τὸν ἐτραυμάτισεν εἰς τὸ κεφάλι καὶ τοῦ κατέστρεψε καὶ τὰς δύο σιαγόνας.

Πονῶν καὶ κλαίων ὁ λύκος ἔφυγε πρὸς τὴν φωλεάν του. Καθ’ ὁδὸν ἔλεγεν:

—Καλὰ νὰ τὰ πάθω, διότι δὲν ἤμην εὐχαριστημένος μὲ ὅσα εἶχα, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ γίνω καὶ κτηνίατρος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παραμύθι έχουμε κρατήσει το πολυτονικό σύστημα, όπως δημοσιεύτηκε στο Αναγνωστικό Γ΄ Δημοτικού το 1978

Το μύδι και ο ποντικός

Αν ρίξετε ένα πήλινο κανάτι στη θάλασσα και το ανασύρετε έπειτα από κάμποσο καιρό, είναι πιθανόν να βρείτε μέσα ένα χταπόδι. Αν όμως αφήσετε σ’ ένα ήσυχο μέρος του βυθού ένα ξύλο ή ένα σίδερο, θα δείτε έπειτα από ένα διάστημα να σχηματίζεται εκεί πάνω μια ολόκληρη αποικία από μύδια. Τέτοιες αποικίες συναντά κανείς σε πολλά μέρη, όταν ο βυθός είναι κατάλληλος και τα νερά ήσυχα. Είναι οι αρχαιότερες αποικίες της υφηλίου, πολύ παλιότερες από τις αποικίες των Φοινίκων και των Ελλήνων.

Το μύδι, προστατευόμενο από το διπλό όστρακό του, που ανοίγει και κλείνει σαν τσιμπίδα, δεν αντιμετωπίζει πολλούς κινδύνους, ούτε έχει πολλούς εχθρούς. Δεν φοβάται σχεδόν κανένα, εκτός από τον αστερία – το σταυρό της θάλασσας – και τον τσαγανό, όπως λέγεται ένας μικρός, τετραπέρατος καβουράκος του βυθού.

Ο πρώτος, ο αστερίας, θεωρείται, και είναι, ο μεγαλύτερος χαλαστής της γενιάς των μυδιών και των στρειδιών. Ζυγώνει το θύμα του, το αγκαλιάζει, το πιέζει, το ανοίγει και το τρώει.

Ο άλλος εχθρός, ο τσαγανός, έχει άλλη τακτική. Αυτός το μύδι το τρώει σιγά-σιγά. Πώς όμως μπορεί και το ανοίγει; Χμ! Έχει τον τρόπο του.

Αλλά, πριν εκθέσουμε αυτόν τον τρόπο, θα παρουσιάσουμε έναν άλλο φαγά, έναν άλλο περίεργο κι απίθανο εχθρό του μυδιού, στεριανής προελεύσεως. Και τώρα πια πρέπει να φέρουμε την συζήτηση στον ποντικό, γιατί αυτός είναι ο από ξηράς επιδρομέας.

Ο ποντικός είναι πολυμήχανος. Καταφέρνει δουλειές που σου έρχεται ζαλάδα. Σκαρφαλώνει στον τοίχο, τρυπά τη σανίδα, κλέβει τ’ αυγά. Τέλος, ανάμεσα στ’ άλλα, είναι και δεινός κολυμβητής. Κάνει και μακροβούτια. Λαμπρά, όλα αυτά είναι γνωστά και δεν εκπλήσσουν κανένα.

Εκείνο όμως, που δεν περίμενε κανείς, είναι ότι θα επεξέτεινε τη δράση του και μέχρι βυθού! Και όμως, και αυτό γίνεται. Φτάνει και στο βυθό ακόμη και επιτίθεται στα μύδια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τριγυρίζει συχνά μυστηριωδώς στο παραθαλάσσιο. Πολλοί τον έβλεπαν κι απορούσαν. Μια μέρα όμως το μυστήριο διαλευκάνθηκε. Βρέθηκε ποντικός πιασμένος σε μια περίεργη παγίδα του βυθού: ένα μεγάλο μύδι βαστούσα στην τσιμπίδα του οστράκου του ένα ποντικό από το μουσούδι! Πειστήριο τρομαχτικό! Το πράγμα ήταν ολοφάνερο. Ο ποντικός νοστιμευόταν τα μύδια και κατέβαινε και τα έτρωγε. Όσο που πιάστηκε από ένα! Γεννιόταν όμως μια νέα απορία: Πώς μπορούσε ο ποντικός και έτρωγε τα μύδια; Πώς τα άνοιγε; Και, αν υποτεθεί ότι τα πρόφταινε ανοιχτά, πως δεν πιανόταν τόσον καιρό; Με τι τρόπο ο ποντικός αποφεύγει την τσιμπίδα και γενικά πώς καταφέρνει και τρώει το μύδι; Λοιπόν ιδού το τέχνασμα! Όταν ο ποντικός διακρίνει από ψηλά το μύδι ανοιχτό, παίρνει με το στόμα του μια πέτρα μικρή, πηγαίνει στην άκρη και του τη ρίχνει. Μπλουμ! Ενενήντα στα εκατό η πέτρα βρίσκει το στόχο, δηλαδή πέφτει ακριβώς ανάμεσα στις δυο κουτάλες του μυδιού. Εκείνο τρομαγμένο προσπαθεί να κλείσει. Μα είναι αδύνατο. Η πέτρα το εμποδίζει. Και η θύρα μένει μισάνοιχτη. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ζητήματα μιας απλής βουτιάς. Όπως βλέπετε, το τέχνασμα είναι πολύ έξυπνο και πολύ απλό.

Την ίδια λοιπόν μέθοδο μεταχειρίζεται και ο τσαγανός. Κουβαλάει και αυτός μια πέτρα και τη ρίχνει στο άνοιγμα της θύρας του στρειδιού ή του μυδιού και η θύρα δεν μπορεί να κλείσει πια. Και τότε εκείνος μπαίνει μέσα άφοβα και στρώνεται στο φαΐ. Μιμείται άραγε τον ποντικό ή ο ποντικός πήρε το σχέδιο από τον τσαγανό; Σε ποιον ανήκει η πατρότητα της εφευρέσεως; Ή πρόκειται για απλή σύμπτωση; Μάλλον αυτό θα συμβαίνει. Τα μεγάλα πνεύματα πάντοτε συναντιούνται.

Αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού, 1978 Θέμος Ποταμιάνος, «Εδώ Βυθός»

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

ΜΑΝΤΕΨΕ ΠΟΣΟ Σ' ΑΓΑΠΩ!


Διαβάστε το παραμυθάκι του Σαμ Μακμπράτνεϋ με υπέροχη εικονογράφηση από την Ανίτα Τζεράμ.
“Μάντεψε πόσο σ αγαπώ!” είπε. “Ω! δε νομίζω ότι μπορώ να το μαντέψω αυτό!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. “Τόσο πολύ!” είπε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι ανοίγοντας τα χέρια του όσο πιο πλατιά μπορούσε. Ο Μεγάλος Καστανός Λαγός είχε μεγαλύτερα χέρια. “Εγώ όμως αγαπώ ΕΣΕΝΑ τόσο πολύ!” είπε.
Χμ, αυτό είναι πολύ , σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Σ αγαπώ τόσο, όσο ψηλά μπορώ να φτάσω!” είπε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Κι εγώ σ αγαπώ τόσο, όσο ψηλά μπορώ ΕΓΩ να φτάσω!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. Αυτό είναι αρκετά ψηλά, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. Θα ήθελα κι εγώ να είχα χέρια τόσο μεγάλα.
Τότε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι είχε μια καλή ιδέα. Στηρίχτηκε στο έδαφος με τα χέρια του και έφτασε με τα πόδια του όσο πιο ψηλά μπορούσε στον κορμό του δέντρου. “Σ αγαπώ μέχρι τα πόδια μου!” είπε. “Κι εγώ σ αγαπώ μέχρι τα πόδια σου!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός σηκώνοντας το Μικρό Καστανό Λαγουδακι πάνω από το κεφάλι του.
“Σ αγαπώ τόσο όσο μπορώ να πηδηξω!” είπε γελώντας το Μικρό Καστανό Λαγουδακι πηδώντας πάνω κάτω. “Αλλά εγώ σ αγαπώ όσο ΕΓΩ μπορώ να πηδηξω!” χαμογέλασε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός- και πήδηξε τόσο ψηλά που τα αυτιά του άγγιξαν τα κλαδιά του δέντρου. Πολύ ψηλό πήδημα, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. Αχ να πηδούσα κι Εγώ τόσο ψηλά!

“Σ αγαπώ από δω μέχρι το ποτάμι!”, φώναξε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Σ αγαπώ και μετά από το ποτάμι, πάνω από τους λόφους!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός.
Είναι πράγματι πολύ μακριά, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό λαγουδακι. Είχε νυστάξει πολύ για να σκεφτεί περισσότερο. Τότε κοίταξε μέσα από τους θάμνους την μεγάλη μαύρη νύχτα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από τον ουρανό. “Σ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι!”, είπε και τα μάτια του έκλεισαν.
” Ω αυτό είναι πολύ μακριά!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. “Είναι πολύ μακριά”. Ο Μεγάλος Καστανός Λαγός έβαλε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι στο κρεβάτι του. Έσκυψε και το φίλησε στο μέτωπο. Μετά ξάπλωσε δίπλα του και ψιθύρισε με χαμόγελο:
“Σ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι- ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΞΑΝΑ!”.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Η ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΣΟΦΗ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ. ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ ...ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

«Μια φορά και ένα σκοτεινό μεσονύχτι, ήταν μια κουκουβάγια που καθότανε πάνω στο κλαδί μιας βελανιδιάς. Δύο τυφλοπόντικες προσπάθησαν να γλιστρήσουν από δίπλα, απαρατήρητοι. «Γιού-χου!» είπε η κουκουβάγια. «Μας είδατε;» τραυλίσανε εκείνοι, φοβισμένοι και κατάπληκτοι, γιατί δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ήταν δυνατό κανείς να τους διακρίνει στο σκοτάδι. «Ου!» είπε η κουκουβάγια.. Οι τυφλοπόντικες τόβαλαν στα πόδια και είπανε στα άλλα ζώα του κάμπου και του δάσους ότι η κουκουβάγια ήταν το σπουδαιότερο και σοφότερο από όλα τα ζώα, επειδή μπορούσε να βλέπει στο σκοτάδι κι επειδή μπορούσε να απαντάει σε οποιαδήποτε ερώτηση. «Αυτό θα το δούμε», είπε ένα πουλί, ένας καρδινάλιος, και κάλεσε μια νύχτα την κουκουβάγια, όταν ήταν πάλι πολύ σκοτάδι. «Τι σχήμα φτιάχνω τώρα με τα δάχτυλά μου;» είπε ο καρδινάλιος. «Χι», είπε η κουκουβάγια, και λάθος δεν έκανε. «Μπορείτε να μου αναφέρετε λέξιν συνώνυμον του γελώ ή καγχάζω;» ρώτησε ο καρδινάλιος. «Χω», είπε η κουκουβάγια. «Διατί οι άνδρες επιμένουν συνήθως σε αποτυχημένους έρωτας;» «Χούι», είπε η κουκουβάγια..

Ο καρδινάλιος πέταξε στα άλλα ζώα και ανακοίνωσε ότι η κουκουβάγια ήτανε όντως το σπουδαιότερο και σοφότερο πλάσμα στον κόσμο, επειδή μπορούσε να βλέπει μέσα στο σκοτάδι και επειδή μπορούσε να απαντάει σε οποιαδήποτε ερώτηση. «Βλέπει και με το φως της ημέρας το ίδιο καλά άραγε;» ρώτησε μια κόκκινη αλεπού. «Ναι», πετάχτηκε σαν ηχώ ένας μασκαρδίνος. Και ένα κανίς: «Μπορεί να βλέπει και με το φως της ημέρας το ίδιο καλά;» Όλα τα άλλα ζώα ξέσπασαν σε γέλια με αυτή την ηλίθια ερώτηση και τα βάλανε με την κόκκινη αλεπού και την παρέα της και τους εξόρισαν από την περιοχή. Μετά στείλανε έναν αγγελιοφόρο στην κουκουβάγια και της ζητήσανε να γίνει ο ηγέτης τους.

Όταν η κουκουβάγια εμφανίστηκε στο πλήθος των ζώων ήταν καταμεσήμερο και ο ήλιος έλαμπε δυνατά. Ο ηγέτης περπατούσε πολύ αργά, πράγα που έκανε την παρουσία του εξαιρετικά μεγαλοπρεπή, και ατένιζε γύρω του καρφώνοντας εδώ και εκεί τα μεγάλα του μάτια, πράγμα που του έδινε έναν αέρα εντυπωσιακής σοβαρότητας. «Είναι Θεός!» στρίγκλισε μια κότα και οι άλλοι ενώσανε τις φωνές τους και ξανάπανε: «Είναι Θεός!».

Πιάσανε λοιπόν και τον ακολουθούσαν όπου και να πήγαινε, και όταν η κουκουβάγια άρχισε να σκοντάφτει σε διάφορα πράγματα, αρχίσανε και αυτοί να σκοντάφτουν σε πράγματα. Τέλος, εκείνος έφτασε σε μια ασφαλτοστρωμένη ωτοστράτα και άρχισε να βαδίζει στη μέση του καταστρώματος, και όλα τα άλλα πλάσματα από κοντά του. Τότε ένα γεράκι, που λειτουργούσε σαν μοτοσυκλετιστής συνοδείας, αντιλήφθηκε ένα φορτηγό να κατευθύνεται κατά πάνω τους με καμιά εκατοστή χιλιόμετρα την ώρα, και το ανέφερε στον καρδινάλιο, και αυτός το ανέφερε με τη σειρά του στην κουκουβάγια. «Υπάρχει κίνδυνος μπροστά», είπε ο καρδινάλιος. «Γιου-χου!» είπε η κουκουβάγια. Ο καρδινάλιος της λέει: «Δεν φοβόσαστε καθόλου;» «Ουχί», είπε η κουκουβάγια ήρεμα, γιατί δεν μπορούσε να δει το φορτηγό. «Είναι Θεός!» ξαναφώναξαν όλα τα ζώα, και ακόμα φωνάζανε όταν το φορτηγό έπεσε επάνω τους και τα σκόρπισε. Μερικά ζώα τραυματίστηκαν μονάχα, τα περισσότερα όμως, συμπεριλαμβανομένης της κουκουβάγιας, σκοτωθήκανε

Επιμύθιον: Μπορείς να εξαπατάς πάρα πολύ κόσμο επί μεγάλο χρονικό διάστημα».

Από το βιβλίο: «Μύθοι για την εποχή μας» του Τζέημς Θέρμπερ, εκδόσεις Οδυσσέας, 1982,