Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Πασχαλιάτικα παραμύθια (και όχι μόνο) από τον "Μικρό Αναγνώστη". Διαβάστε τα online, δωρεάν και με αφήγηση!


Εξώφυλλο του βιβλίου ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ - OPEN BOOK που παρουσιάζεται στο NOESI.gr.

Το Πάσχα του Πασχάλη!

Η οικογένεια του μικρού Πασχάλη μετακομίζει. Εκείνος ...αντιπαθεί τις αλλαγές. Με το ζόρι θα αφήσει το δωμάτιό του, θα χάσει τους αγαπημένους φίλους του, θα πάει σε νέα γειτονιά. Ευτυχώς ...είναι Πάσχα!
Ένα παραμύθι της Μαρίας Ανδρικοπούλου, με αφήγηση και θαυμάσιες φωνές ηρώων που ακούτε ενώ ξεφυλλίζετε! ...και διαβάζετε online! Δείτε το εδώ!


 

Όταν η πασχαλίτσα συνάντησε ελέφαντα

 Του Χρήστου Μπουλώτη


Εικονογράφηση: Μαρία Μπαχά
Εκδόσεις: Λιβάνη
Διαβάζει η ηθοποιός: Τζίνα Θλιβέρη
 Ξεφυλλίστε το ενώ το ακούτε εδώ!


Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα

Ένα ευρηματικό ιστορικό παραμύθι που δίνει την ευκαιρία στα σημερινά παιδιά να προσεγγίσουν την αρχαιότητα, γοητεύοντας ταυτόχρονα τους μεγάλους.
Το "Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα" είναι το πρώτο από μια φιλόδοξη νέα σειρά των εκδόσεων "Αερόστατο" που επιχειρεί να καλύψει μια μεγάλη σε σπουδαιότητα και διάρκεια περίοδο της ιστορίας μας, την αρχαιότητα και να πείσει μικρούς και μεγάλους ότι η ιστορία δεν είναι μόνο μάθημα.

 Ακούστε το "Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα" με ζωντανή αφήγηση εδώ και ξεφυλλίστε το online!





Εξώφυλλο του βιβλίου Ο ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΟΝ ΧΑΪΔΕΨΟΥΝ - OPEN BOOK που παρουσιάζεται στο NOESI.gr


"Ο Σκαντζόχοιρος που ήθελε να... τον χαϊδέψουν"!

Ένα παραμύθι της Κατερίνας Αναγνώστου, σε αφήγηση για παιδιά! ...που ακούτε ενώ ξεφυλλίζετε! ...και διαβάζετε online!
Το OpenBook και θα σας βοηθήσει να βρείτε συγκεντρωμένα βιβλία, που διατίθενται δωρεάν online.

* Όλα τα βιβλία που περιέχονται στον κατάλογο της Ανοικτής Βιβλιοθήκης διανέμονται ελεύθερα και νόμιμα στο Διαδίκτυο από τους δημιουργούς ή τους εκδοτικούς οίκους. Τα έργα της ενότητας Κλασική Λογοτεχνία είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων.





Εξώφυλλο του βιβλίου Η ΠΟΥΠΟΥ ΚΑΙ Η ΚΑΡΛΟΤΑ - OPEN BOOK που παρουσιάζεται στο NOESI.gr

"Η Πουπού η αλεπού ...και η κότα η Καρλότα"!

Ένα παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά, σε απίθανη αφήγηση για παιδιά! ...που ακούτε ενώ ξεφυλλίζετε! ...και διαβάζετε online!
Τελεια ιδέα. Εχω 'ενα γιο 9 ετών που δεν τα καταφερνει στην εκθεση και δεν του αρεσει να διαβαζει βιβλια μονο να του διαβαζουν ενθουσιάζεται. Ξετρελλάθητε με το site. Ελπιζω να τον βοηθησει και στην εκφραση επισης. Συγζαρητηρια πολλά σε οποιον το σκεφθηκε και επλιζω να πλουτησει η συλλογη βιβλιων. 
Ευτυχία Παπαδοπούλου




  Τα αδέσποτα: Η Μίνα

Τα αδέσποτα πάνε μία βόλτα στους δρόμους! Και ο Αστέρης Πελτέκης δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας: Το καλύτερο σκυλολόι κυκλοφορεί αδέσποτο στην Αθήνα και μας περιγράφει την ιστορία της. Περιπλανιέται από το Πολυτεχνείο, το Μουσείο, την Ακαδημία, το Πανεπιστήμιο, τη Βουλή, το Προεδρικό Μέγαρο και το Μέγαρο Μαξίμου, στα Εξάρχεια και στον Εθνικό Κήπο. Ο κατάλογος OpenBooks στη διάσημη σελίδα μας "Παιδικά παραμύθια! Online, δωρεάν, με αφήγηση!" παίρνει το απόλυτο 10άρι στην αφήγηση παραμυθιού!Τα αδέσποτα της Σοφία Ζαραμπούκα.

Της Σοφίας Ζαραμπούκα
ISBN: 9789605010157
Σελίδες: 60 - Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Ημερομηνία έκδοσης: 01/08/2010
Αφήγηση: Αστέρης Πελτέκης (το καλύτερο "γουβ" που έχετε ακούσει σε ...παραμύθι)
 Ξεφυλλίστε το ενώ το ακούτε εδώ!

 

 

  

 

Ο αθάνατος γαϊδαράκοςΟ αθάνατος γαϊδαράκος

Της Μάρως Λοΐζου
Εκδότης: Πατάκης
Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου
Σελίδες: 43
ISBN: 9789601605418
 Ξεφυλλίστε το ενώ το ακούτε εδώ!





Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (12 λαϊκά παραμύθια από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου)



 Το 2011 η ελεύθερη ψηφιακή βιβλιοθήκη eBooks4Greeks.gr διοργάνωσε διαγωνισμό παραδοσιακού παραμυθιού. Ο διαγωνισμός ήταν ένα κάλεσμα με σκοπό να αναδειχτούν παραδοσιακά (λαϊκά) παραμύθια του τόπου μας που αποτελούν σημαντικό μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.
Τα 12 παραμύθια της έκδοσης επιλέχθηκαν μέσα από 39 παραμύθια που έλαβαν συμμετοχή στον διαγωνισμό.
 Η επιλογή αυτή έγινε από τους τρεις «παραμυθάδες»: Αγγελική Σχοινά, Γιώργο Παλιάτσιο, Χάρις Μέγα και η εικονογράφηση από τη ζωγράφο Μαρία Βιλλιώτη. Συγγραφείς: Γεωργία Καρκάνη, Άντρη Αντωνίου, Αδαμαντία Ξηρίδου, Χαρά Τσοντάκη, Σωτηρούλα Βασιλίου, Παρασκευή Αποστολοπούλου, Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου, Ευδοκία Ποιμενίδου-Χατζηδημητρίου, Σοφία Τσουρλάκη, Γεώργιος Παλιάτσιος, Αθηνά Κυριακού-Σαρακενίδου, Ειρήνη Πόλια
Εικονογράφηση: Μαρία Βιλλιώτη (website)
 Έκδοση: eBooks4Greeks, 2017 ISBN: 978-618-83142-0-7 Μέγεθος: σελ. 135 / 15 Mb Μορφή: Pdf Online Παραδοσιακά Παραμύθια του Ελληνισμού

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

"Ένα δέντρο, μια φορά" διήγημα από τον Ευγένιο Τριβιζά.


Αποτέλεσμα εικόνας για ΔΕΝΤΡΟ
Εικόνα:  Το Δέντρο της Ζωής-The-Tree-of-Life_Gustav-Klim

Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο
παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε.
Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα
φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει
γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ
στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια
πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και
άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.
Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί,
χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν
αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι
φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες
καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο
 μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν
συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν;
Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;
Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο
παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του
διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά
παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια
πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε.
Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο
έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το
 καμαρώνουν…

Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια
κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός
εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το
πρόσεχε.
Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα
μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του
είχαν γεμίσει θλίψη.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός
αληθινού σπιτιού.
Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο
παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις
γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα ‘χε
πού να μείνει.
Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ’ τα φωτισμένα παράθυρα τα
λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια
και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να
κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε.
Ζήλευε πολύ, πόσο θα ‘θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου
τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του…
Πώς το ‘φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και
συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί…

H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης
πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα.
Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα
 τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και
πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι
Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα
από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου
κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με
 έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα
σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα
οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.
Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες,
έπεσε άθελά του πάνω σ’ έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ
 που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε
από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί.
Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με
φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του ‘βαλε
οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.
Το αλητάκι σηκώθηκε, το ‘βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα
σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο
δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα,
από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά
σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.
– Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.
– Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα
δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει,
χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.
– Στόλισέ με! – ψιθύρισε το δέντρο – Στόλισέ με και εμένα έτσι!
– Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.
– Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να ‘ναι τα στερνά μου
Χριστούγεννα, να μην δω άλλα
– Γιατί το λες αυτό;
– Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα
 από τα δύο… Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.
Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το
ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα ‘χε ούτε
‘κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;
– Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε
ολόγυρά του.
– Με τι; Απόρησε.
– Ό,τι να ‘ναι… κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.
– Καλά… Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω…
Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδια

Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός, έπιασε να
χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό… Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με
πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου.
Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα
 πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν
πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία
 τη μια μετά την άλλη.
Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά
του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες,
μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε
τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.
– Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ’ τη χαρά του.
– Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.
Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω
άδειασε με φόρα απ’ το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε
 μια πλακόστρωτη αυλή.
Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε
παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν
στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που
εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις
φέρει ένα – δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.
– Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.
– Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό
γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο…
– Κοίτα! Έρχονται!
Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.
– Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.
Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά,
κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.
Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο
πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε
το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο
σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην
κορφή του δέντρου.
Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα
χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν,
 τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του
κλωνιά και το πεφταστέρι ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.
– M’ έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο – είπε το δέντρο στο παιδί – Σ’
ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ αληθινά… Πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να σου
χάριζα κι εγώ ένα δώρο…
– Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια – Άσε με, σε
παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο
κουρασμένο, πονάω… και δεν έχω πού να πάω…
– Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.
– Και να δεις… Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.
Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο
χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε
όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα
χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν.
Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν
ξαφνικά – τι παράξενο – άκουσε εκείνον τον ήχο… Τον ήχο τον χαρμόσυνο!
Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να
καλπάζουν ρυθμικά.
Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα
χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο
ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια
κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά.
Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη
και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με
 πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες
φούντες…
Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα
δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!
H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς
χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της
πριγκιποπούλας.
– Τι όμορφο δέντρο! – Χαμογέλασε – Ποιος να το στόλισε άραγε;
– Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.
– Αλήθεια;
– Ναι.
– Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του
βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.
– Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.
H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν
βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια
πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να
ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν
με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.
Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα
εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος
 μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι
μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!
Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα
 χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά… λες κι
είχανε φτερά… Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος
της χιονισμένης στέπας.
Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν
 αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί…
Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι
 φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.
Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη
ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι,
τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο,
ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.
Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα,
 κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει.

Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το
σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι
 ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες
σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα
υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και
πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.
Έτσι λένε…
Ποιος ξέρει;

Ευγένιος Τριβιζάς, «Ένα δέντρο, μια φορά». Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα
ΤΑ ΝΕΑ, 7/2007
Από: http://users.uoa.gr/

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

«Το επάνω κουμπί» της Σταυρούλας Παπαδοπούλου και της Μαρίας Χατζή από τις ψηφιακές εκδόσεις ΣΑΪΤΑ



Ο Αστέρης είναι ένα όμορφο, λαμπερό κουμπί, που θέλει όλοι να το προσέχουν και να το θαυμάζουν. Κι έτσι γίνεται, μέχρι τη μέρα που αναγκάζεται να συνυπάρξει και να συνεργαστεί με τους συγγενείς του, που είναι κάποια άλλα κουμπιά ολόιδια με αυτόν.
Απογοητευμένος και θυμωμένος, βλέπει τη ζωή του να αλλάζει προς το χειρότερο. Μέσα στην απογοήτευση και τον θυμό του, ο Αστέρης ζει μια περιπέτεια που του μαθαίνει τι σημαίνει να είσαι αληθινά αξιοθαύμαστος.

Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το ψηφιακό βιβλίο «Το επάνω κουμπί» της Σταυρούλας Παπαδοπούλου και της Μαρίας Χατζή από τη διεύθυνση www.saitapublications.gr/2014/03/ebook.87.html (σε μορφή .pdf) ή να το διαβάσετε σε μορφή εικονικού βιβλίου, χωρίς να κατεβάσετε το αρχείο, μέσω της διεύθυνσης: 
ή απλά πατήστε παρακάτω:

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Ο κύκλος του νερού σε παραμύθι: "O Σταγονούλης πετάει στα σύννεφα"


Ο κύκλος του νερού σε παραμύθι: O Σταγονούλης πετάει στα σύννεφα
View more presentations or Upload your own.
Slide 1
www.delta1kids.blogspot.com Επιμέλεια παρουσίασης : Γ. Τσουτσίδης 
Slide 2
Μια φορά ήταν ο Νούλης ο Σταγονούλης, μια μικρή σταγόνα βροχής, που ζούσε με την οικογένειά του στα νερά μιας μεγάλης θάλασσας. Περνούσε υπέροχα κάνοντας αυτό που του άρεσε περισσότερο από όλα , να επιπλέει στην επιφάνειά της! Ένα πρωινό, ξαπλωμένος, όπως ήταν ,κοίταξε ψηλά και χαμογέλασε στο φίλο του τον κύριο Ήλιο, που μόλις είχε ξυπνήσει!
Slide 3
Όσο περνούσε η ώρα και η μέρα ο κύριος Ήλιος ανέβαινε ψηλότερα και ψηλότερα στον ουρανό. Ο Νούλης ο Σταγονούλης ζεστάθηκε, ζεστάθηκε πολύ. «Είμαι ζεστός! Ουφ! Έσκασα!» είπε αναστενάζοντας.
Slide 4
Ξαφνικά, ο Σταγονούλης είδε ένα σύννεφο να ταξιδεύει στον ουρανό. « Αυτό το σύννεφο φαίνεται τόσο χαρούμενο εκεί ψηλά κι εγώ εδώ κάτω ζεσταίνομαι πολύ…  Μακάρι να μπορούσα να πετάξω κοντά του και να δροσιστώ».
Slide 5
Και πριν προλάβει καλά καλά να το σκεφτεί άρχισε να πετάει! Ψηλά ψηλά, όλο και πιο ψηλά στον ουρανό, στο σύννεφό του. 
Ο Σταγονούλης είχε πια μεταμορφωθεί σε αόρατο ατμό. Εξατμίστηκε, όπως θα έλεγαν οι μεγάλοι.
Slide 6
Σύντομα προσγειώθηκε στο σύννεφό του. Καθώς κατέβαινε, μια άλλη σταγόνα που βρισκόταν ήδη εκεί τον εντόπισε με το τηλεσκόπιό της. - Έφτασα! φώναξε χαρούμενος ο Σταγονούλης.
Slide 7
- Λοιπόν, ήρθες για το ταξίδι μας, ε; είπε η άλλη σταγόν. -Οι άνθρωποι με χρειάζονται, καπετάνιο. - Πώς σε λένε μικρέ; -Είμαι ο Νούλης ο Σταγονούλης και ήρθα για να δροσιστώ, απάντησε με λαχτάρα η μικρή μας σταγόνα.
Slide 8
- Από πού μας ήρθες μικρέ; ρώτησε ο καπετάν Αλμύρας. Ο Σταγονούλης έσκυψε στην άκρη του σύννεφου και με το χέρι τού έδειξε κάτω στη θάλασσα. - Ήμουν ξαπλωμένος στο νερό εκεί! είπε.
Slide 9
- Βλέπεις αυτά τα σύννεφα εκεί πέρα; ρώτησε ο Καπετάν Αλμύρας. Ναι ! Αλλά, γιατί δεν είναι ολόλευκα σαν το δικό μας; απόρησε ο Σταγονούλης. - Έχουν μαυρίσει, επειδή στεναχωριούνται που γέμισαν από σταγόνες που βρέθηκαν εκεί για να δροσιστούν. Να ! Τώρα τα σύννεφα ετοιμάζονται να ανοίξουν τις πόρτες τους για να τις διώξουν , είπε ο Καπετάνιος
Slide 10
- Αν τα πράγματα δυσκολέψουν να είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις το σύννεφο , είπε ο Καπετάν Αλμύρας. - Μάλιστα Καπετάνιε, απάντησε ο Νούλης ο Σταγονούλης. - Άλλωστε θα ήταν διασκεδαστικό να πήγαινα μια βόλτα στα βουνά που βρίσκονται εκεί κάτω.
Slide 11
Δεν πρόλαβε καλά καλά ο Καπετάνιος να προειδοποιήσει τον Σταγονούλη και τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν … Το σύννεφο, από ολόλευκο που ήταν, άρχιζε να μαυρίζει και να χοροπηδά στον ουρανό. Τότε, ο Σταγονούλης, χωρίς να χάνει χρόνο, γύρισε, χαιρέτησε τον Καπετάνιο κι ετοιμάστηκε να πηδήξει.
Slide 12
Πηδώντας από το σύννεφό του ο Νούλης ο Σταγονούλης μεταμορφώθηκε σε βροχούλα με προορισμό του το πιο κοντινό βουνό. - Γεια σου μικρέ! Καλό ταξίδι! φώναξε ο Καπετάν Αλμύρας βλέποντάς τον να απομακρύνεται.
Slide 13
Όμως, ο Σταγονούλης , αντί να πέσει στο ρυάκι, που υπολόγιζε …προσγειώθηκε σε ένα δέντρο, που απλωνόταν δίπλα του. Πηδώντας από κλαδί σε κλαδί έσταζε νερό σε όλη τη διαδρομή προς το έδαφος . - Οοοοοοοοοου! Πέφτω! φώναξε ο Νούλης , ο μικρός Σταγονούλη.
Slide 14
Καθώς πέφτει ο Σταγονούλης βλέπει ένα ρυάκι να ξεπροβάλλει μέσα από τα δέντρα στην πλαγιά ενός βουνού. - Αυτό θα ήταν ένα πολύ μαλακό μέρος για να προσγειωθώ! Σαν πούπουλο θα πέσω!, σκέφτηκε …
Slide 15
Γλιστρώντας πάνω σε ένα βράχο με μιας πέφτει στο ρυάκι που είχε δει από ψηλά. - Ουάου ! Αυτή πρέπει να είναι μια διασκεδαστική βόλτα, θα έχει πολλή πλάκα! είπε γελώντας ο Σταγονούλης.
Slide 16
Η βροχή σταμάτησε. - Αααααχ , είπε χαρούμενος. Τώρα πια έπλεε στην επιφάνεια του νερού κι ανέπνεε τον καθαρό αέρα και την μυρωδιά των πεύκων. - Αυτή είναι η ζωή, αναστέναξε ο Νούλης, ο Σταγονούλης .
Slide 17
Βρήκε ένα φύλλο να επιπλέει δίπλα του και σκαρφάλωσε πάνω του. Έπειτα το ρυάκι του Νούλη άρχισε να κινείται όλο και πιο γρήγορα και να απλώνεται. Τώρα πια είχε γίνει ένα μεγάλο ποτάμι « Πόσο συναρπαστικό είναι », σκέφτηκε ο Σταγονούλης και το ταξίδι μιας μικρής σταγόνας συνεχίζεται …
Slide 18
Written and illustrated by Joel M. Kimball. Διασκευή από την πρωτότυπη ιστορία : Μαρία Δραγασιά. Δημιουργός Παρουσίασης : Τσουτσίδης Γεώργιος Δάσκαλος www.delta1kids.blogspot.gr

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

"Ένα ουράνιο τόξο μαλλιά κουβάρια" της Μαρίνα Καβαλλιεράκη από τις Εκδόσεις Σαΐτα. Διαβάστε το εδώ ΔΩΡΕΑΝ!




Η Ουρανία, η νεράιδα του Ουράνιου τόξου, ένοιωθε πολύ κουρασμένη. Μια ξαφνική μπόρα κάτω στη Μάνη, μετά άλλη μία πάνω στην Ξάνθη, έτρεχε  να απλώσει τις κορδέλες του Ουράνιου τόξου από άκρη σε άκρη. Αλλά εκτός από την απόσταση που έπρεπε να καλύψει, έπρεπε ταυτόχρονα να τα βγάλει πέρα και με τις ιδιοτροπίες που είχε η κάθε κορδέλα! Είδε όμως ένα χρυσό απαλό συννεφάκι και αποφάσισε να ξεκουραστεί. Τι θα κάνουν όμως οι κορδέλες; Σε ποια περιπέτεια θα μπουν;

Ένα παραμύθι με αρκετά ενδιαφέρουσες διαθεματικές δραστηριότητες από τη Μαρίνα Καβαλλιεράκη με εικονογράφηση του Πάρη Χαραλαμπίδη.

Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το ψηφιακό βιβλίο από τη διεύθυνση http://www.saitapublications.gr/2013/09/ebook.43.html (σε μορφή .pdf) ή να το διαβάσετε σε μορφή εικονικού βιβλίου, χωρίς να κατεβάσετε το αρχείο, μέσω της διεύθυνσης: http://issuu.com/saita.publications/docs/ena_ouranio_toxo_mallia_kouvaria


Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Ο παράξενος χαρταετός

ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΒΑΛΑΣΗ
 
Όλοι οι χαρταετοί της Καθαρής Δευτέρας κατέβηκαν, όλοι αφήσανε τα σύννεφα και το γαλάζιο φως, όλοι μπήκαν φρόνιμα στα ντουλάπια και τακτοποιήθηκαν καλά, μαζεμένες οι ουρές τους, τυλιγμένα τα κουβάρια τους, τέρμα οι τρέλες και οι ακροβασίες… Μονάχα ένας χαρταετός δεν κατέβηκε. Μονάχα ένας χαρταετός συνέχισε να πετάει όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μακριά. Γι’ αυτόν τον παράξενο χαρταετό θα σας μιλήσω τώρα.

Λοιπόν, πρωί πρωί την Καθαρή Δευτέρα, όλοι οι χαρταετοί ανέβηκαν στον ουρανό. Άλλοι κάναν τούμπες και βουτιές κι άλλοι αρμενίζαν ήσυχα και καμάρωναν. Ήταν όμορφοι χαρταετοί. Κόκκινοι με γαλάζιους κύκλους, κίτρινοι με μπλε μαργαρίτες, μεγάλοι με πολύχρωμες χάρτινες ουρές, μικροί με αστεία σκουλαρίκια…

Αλήθεια, ήταν πολύ φανταχτεροί και πολύ περήφανοι και θέλανε να φτάσουν ως τον ήλιο, αλλά τα παιδάκια τούς τραβούσαν μ’ ένα σπάγκο κατά τη γη.

- Είσαστε χαρούμενοι; Είσαστε ευτυχισμένοι; τους ρώτησε η Τρελούτσικη Ηλιαχτίδα που όλα θέλει να τα μαθαίνει.

- Με τόσα πλούτη που έχουμε, πώς να μην είμαστε ευτυχισμένοι; αποκρίθηκαν οι χαρταετοί με τις ουρές και τα σκουλαρίκια, με τις ζωγραφιές και τα χρώματα τα φανταχτερά!
- Ίσως έχετε δίκιο, ίσως έχετε άδικο είπε η Τρελούτσικη και πέταξε κοντά στο φίλο μας τον παράξενο χαρταετό.
-Κι εσύ; τον ρώτησε.
- Και βέβαια είμαι ευτυχισμένος!
- Όμως, δεν έχεις ζωγραφιές, δεν έχεις χρώματα φανταχτερά ούτε σγουρή ουρά και αστεία σκουλαρίκια.
- Είμαι ευτυχισμένος, γιατί είμαι ελεύθερος! Ταξιδεύω δίχως σπάγκο. Όλα είναι δικά μου!
- Μμμμ, έκανε η Τρελούτσικη Ηλιαχτίδα σκεφτική.
- Χα, χα, χα!…κορόιδεψαν οι άλλοι χαρταετοί. Και πού είναι τα σκουλαρίκια σου;
- Να τα, είπε ο λεύτερος χαρταετός και πήρε δυο αχνούτσικα αστεράκια από το περιβόλι της νύχτας και τα κρέμασε στ’ αυτάκια του.
Λάμψανε τ’ αστράκια, ίδιο χρυσάφι.
-Μμμμ έκανε πάλι η αχτιδούλα σκεφτική. Ίσως να έχεις δίκιο, ίσως να έχεις άδικο. Κι η ουρά σου πού είναι;
- Είμαι ένα λεύτερος χαρταετός και όποτε θέλω παίρνω για ουρά μου έν’ άσπρο σύννεφο.
Έτσι αποκρίθηκε και γάντζωσε στο ξυλαράκι του ένα άσπρο σύννεφο.

Οι άλλοι χαρταετοί δεν ξέρανε τώρα τι να πούνε. Δεν μπορούσανε πια να καμαρώνουν. Ο παράξενος χαρταετός ταξίδευε τραγουδώντας στον ουρανό όλο πιο ψηλά, όλο πιο μακριά. Στ’ αυτάκια του λάμπανε τα νυσταγμένα άστρα, η αφράτη μεταξένια ουρά του ανέμιζε με χίλια τσακίσματα και νάζια.

- Και πού είναι τα χρώματά σου; φώναξε ένας χαρταετός.

- Να τα! είπε ο φίλος μας κι έκανε μια βουτιά στη δύση και βάφτηκε με κόκκινο, χρυσό και πορτοκαλί.

- Έχεις δίκιο! είπε η Τρελούτσικη.

-΄Έχεις δίκιο! είπαν οι χαρταετοί.- Είσαι όμορφος! θαύμασε η Τρελούτσικη.- Είμαι ελεύθερος! είπε ο χαρταετός κι οι άλλοι ζήλεψαν.

Τώρα θέλανε να’ χουν κι αυτοί την ομορφιά του λεύτερου, μα ήτανε τόσο γεμάτοι με ψευτομπιχλιμπίδια, που δεν είχαν χώρο ούτε για μια κλωστίτσα ήλιου.

Ο παράξενος χαρταετός ξανοίχτηκε στον ατέλειωτο ουρανό. Πήγε τόσο ψηλά και τόσο μακριά, που κανένας χαρταετός δεν μπορούσε να φτάσει, γιατί κανένας σπάγκος δεν είναι τόσο μεγάλος. Οι άλλοι χαρταετοί κατέβηκαν και άραξαν στα ντουλάπια τους, ενώ ο φιλαράκος μας αρμένιζε στον κόσμο, στολισμένος με όλα τα λεύτερα πράγματα που ο καθένας μπορεί να χαίρεται. Το φως, το σύννεφο, τ’ αστέρια, το τραγούδι.

Λοιπόν, η Τρελούτσικη πολύ τον αγάπησε αυτόν το λεύτερο χαρταετό και του’ πε να γίνει ταχυδρόμος τ’ουρανού και εκείνος είπε » ναι» και τότε του’ δωσε αυτό ακριβώς το παραμύθι και μου το ‘ φερε.
Της Ζωής Βαλάση
Από το βιβλίο της Β΄Δημοτικού έκδ. 1983

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Tο πρώτο μου Πάσχα Γρηγόριος Ξενόπουλος

Aγαπητοί μου,

Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.
          Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…
          Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.
          Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!… Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.
          Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον … Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός!
          Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.
          Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα; Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!

Σας ασπάζομαι
ΦAIΔΩN

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος τρίτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Ο βασιλιάς με τα γαϊδουρινά αυτιά




 



Μια φορά  κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένος
γιατί δεν είχε  παιδιά.   Σαν απελπίστηκε, πήγε σ΄ ένα μακρινό δάσος για
ν΄ ανταμώσει τρεις  νεράιδες,  που έμεναν εκεί  και να τους πει  τον πόνο του.
      Οι νεράιδες τον  λυπήθηκαν και  του  ΄ταξαν  πως  σ΄ένα χρόνο  και μια
μέρα, θα  είχε  τον  διάδοχο.  Και  σ΄ένα  χρόνο  και  μια  μέρα,  ούτε  πάνω  ούτε  κάτω,  η βασίλισσα γέννησε  παιδί.
      Την  άλλη  νύχτα  απ΄ την  γέννησή  του,  οι τρεις  νεράιδες  φάνηκαν
μπροστά  στην  κούνια  του,  για  να  του  κάνουν  τα  πεσκέσια  τους.
      Η  πρώτη  νεράιδα  είπε:
           - Θα ΄σαι  το  πιο  όμορφο  βασιλόπουλο  του κόσμου.
      Η  δεύτερη είπε:
           - Θα ΄σαι  τίμιος  και  σοφός.
      Η  τρίτη  νεράιδα, σαν  άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα,
      συλλογίστηκε λίγο  και  είπε:
           - Μα  θα  ΄χεις  και  γαϊδουρινά  αυτιά,  για  να  μην  γίνεις  ποτέ
             περήφανος.
      Οι  τρεις  νεράιδες έκαναν  τα πεσκέσια τους  και  χάθηκαν.  Κι ό,τι
του ΄ταξαν  έγινε  στην  ακρίβεια.  Το βασιλόπουλο  μεγάλωνε  σα  δέντρο
κι  ομόρφαινε  και γινόταν  τίμιο  και  μυαλωμένο,  αλλά  τον   ίδιο  καιρό
μεγάλωναν  και  τ΄αυτιά  του.
      Ο  βασιλιάς  και  η βασίλισσα  είχαν  φρίξει.  Ποιός  είχε  ακούσει  ποτέ
για βασιλόπουλο  με γαϊδουρινά  αυτιά;  Πώς  μπορούσε  να  περιμένει
σεβασμό  και  αγάπη  από τους  υπηκόους  του,  αν το  έπαιρναν χαμπάρι;
Κι  έτσι  έκρυβαν  τ΄ αυτιά  του  βασιλόπουλου,  που  φορούσε  πάντα  ένα
ειδικό  κασκέτο.
      Κατάφεραν  λοιπόν,  να  κρατήσουν  το μυστικό  για  το  φοβερό 
ελάττωμα  του  βασιλόπουλου  και  κανένας  ποτέ  δεν  έμαθε  τίποτα.
Όλοι  πίστευαν  πως  ήταν  το  πιο  όμορφο  και  πιο  μυαλωμένο  βασιλόπουλο
του  κόσμου  και  περίμεναν  πώς  και  πώς,  πότε  να  ΄ρθει  η μέρα  για  να
γίνει  βασιλιάς.
      Το  καλό  βασιλόπουλο  μεγάλωνε  κι  έγινε  ένα  ψηλό  και  όμορφο
παλικάρι.  Όσο  ήταν  μικρός,  είχε  τα  μαλλιά  του  μακριά  σαν  κορίτσι,
μα  τώρα  δεν ήταν  πια  δυνατό  και  ήθελε  μπαρμπέρη.  Σαν  ο βασιλιάς το
πήρε  είδηση,  στεναχωρήθηκε  πολύ  κι  έμεινε  ξάγρυπνος  ολόκληρη  νύχτα
και  συλλογιόταν  πως  να βρει  μπαρμπέρη  για  το  βασιλόπουλο,  δίχως  να
φανερωθεί  το  μυστικό,  που  του΄φερνε  ντροπή.

      Κι  επιτέλους,  του ΄ρθε  μια  ιδέα.  Φώναξε  τον  αρχηγό  του  συναφιού
των  μπαρμπέρηδων, τον  κάλεσε  μονάχο  στο  τραπέζι  του  και του  είπε  με
βαριά  φωνή:

      - Μαστρο - μπαρπέρη, σε  περιμένει  μια  μεγάλη  τιμή.
        Αποφάσισα  να σε  κάνω  μπαρμπέρη  του  παλατιού, για το 
        βασιλόπουλο.  Η δουλειά  σου  θα  ΄ναι  να  ξυρίζεις  το  βασιλόπουλο
        κάθε  μέρα  και να του  κόβεις  τα  μαλλιά, μια φορά  τη βδομάδα.
        Δεν  είναι  δύσκολη  δουλειά  κι  αν  φερθείς  φρόνημα  θα σε κάνω
        πλούσιο.  Μα, αν πεις  και  μια  κουβέντα  γι΄ αυτό  που  θα  δεις  στη
        δουλειά  σου,  είσαι  άνθρωπος  πεθαμένος.

      Ο  καλός  μας  μπαρμπέρης  δεν ήξερε  αν  ήταν  ξύπνιος  ή  έβλεπε  όνειρο
και  υποσχέθηκε  πως  θα ΄κλεινε  το στόμα του  σαν  τάφος.  Την  ίδια  κιόλας
μέρα, τον  έκαναν  επίσημα  μπαρμπέρη  του  βασιλόπουλου.  Έμενε  στο 
παλάτι, έτρωγε  απ΄ την  κουζίνα,  έπαιρνε  μέρος  στα  συμβούλια,  είχε  ό,τι
μπορούσε  να  πεθυμήσει  και  ήταν  πιο  χαρούμενος  και  ευτυχισμένος  από
πολλούς  άλλους.


      Μα  η χαρά  του  δεν  κράτησε  πολύ.  Δεν  είχε  περάσει  μήνας  κι ο
μπαρμπέρης  του  βασιλόπουλου  άρχισε  να  γίνεται  κίτρινος,  ν΄αδυνατίζει
και  να  λειώνει  σαν  να ΄ταν  άρρωστος.  Μα  δεν  ήταν  άρρωστος.
Τον  βάραινε  πολύ  το  μυστικό  με  τ΄ αυτιά  του  βασιλόπουλου,  που  δεν
μπορούσε  να  το  πει  σε  κανέναν  στον  κόσμο.

      Ο  κακότυχος  μπαρμπέρης,  πήγαινε  από  το  κακό  στο  χειρότερο.  Μια
μέρα,  που  με το ζόρι  μπόρεσε  να  κρατήσει  το  ψαλίδι  και  το  ξυράφι  στο
χέρι  απ΄την  ανημποριά του,  πήγε  στο  δάσος  να  ζητήσει  ορμήνια  από έναν
ερημίτη.

      Ο  ερημίτης  τον  άκουσε  και του  είπε:

      - Αν  είναι  τούτο  το μυστικό  που  σε  βασανίζει,  βρες  μια  ερημιά,
        σκάψε  μια τρύπα  στο  χώμα  και  πες  στην  τρύπα  το  μυστικό  σου.
        Θα  θάψεις  εκεί  το  βάσανό  σου  και η  γη  δεν  θα  σε  προδώσει.

      Ο  καλός  μπαρμπέρης  ευχαρίστησε  το  γέρο  και στη  στιγμή  έκανε  ό,τι
τον  είχε  ορμηνέψει.  Η  ορμήνια  του  ερημίτη  ήταν  πολύ  καλή:  σαν  ο
μπαρμπέρης  είπε  το  φοβερό  του  μυστικό  στην  τρύπα  που  ΄σκαψε  σε
μακρινό  τόπο,  ένοιωσε  στη  στιγμή  καλύτερα.  Γέμισε  πάλι  καλά - καλά
την  τρύπα  με  χώμα  και  γύρισε  σπίτι  του  τραγουδώντας.


      Σε  λίγο  καιρό,  φύτρωσαν  όμορφα  καλάμια  στον  τόπο  όπου  ο
μπαρμπέρης  είχε  σκάψει  την  τρύπα  για  να  ξεφορτωθεί  το  μυστικό  του.
Μια  μέρα,  μερικοί  τσοπάνοι  πέρασαν  από ΄κει  με τα πρόβατά  τους κι
έκοψαν  κάνα - δυο  καλάμια  για να κάνουν  σουραύλια.

      Μα  αλίμονο,  τιι  έγινε  τότε;  Αν  άρχισαν  να  παίζουν  τα  σουραύλια,
μια  παράξενη  φωνή  βγήκε  απ΄ τα  καλάμια:

             Το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά,
             το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά.

      Η  ιστορία  με  τα  μαγικά  σουραύλια  και το παράξενο  τραγούδι  τους,
σκόρπισε  σ΄όλη  τη  χώρα  σαν  αστραπή.   Δεν  χρειάστηκε  πολύ  για  να
φτάσει  και  στο  παλάτι  και  στ΄αυτιά  του  βασιλιά.


      Σαν  ο  βασιλιάς  άκουσε  το  φοβερό  μαντάτο,  φώναξε  τους  τσοπάνους
και τους  πρόσταξε  να  παίξουν.  Μα,  οι  φουκαράδες,  όσο  κι  αν  πάρχιζαν,
απ΄τα σουραύλια  τους  δεν  έβγαινε  παρά  τούτο  το  παράξενο  τραγούδι:

             Το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά,
             το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά.

       Ο βασιλιάς  δοκίμασε  να  παίξει  κι ο ίδιος  ένα  σουραύλι, μα  τίποτα δεν
άλλαξε.  Ο βασιλιάς  ήταν  πολύ  θυμωμένος.  Ποιός  άλλος  μπορούσε  να τον
έχει  προδώσει,  εκτός  απ΄τον  μπαρμπέρη  του  παλατιού;  Είπε  να τον
φέρουν  μπροστά  του  και  χωρίς  κουβέντα,  πρόσταξε  να του  πάρουν  το
κεφάλι.

       Τότε όμως, σηκώθηκε το  βασιλόπουλο, έβγαλε  το  κασκέτο  του  μπροστά
σε  όλους  και  είπε:

       - Όχι, βασιλιά  μου  και  πατέρα μου,  δεν  πρέπει  να  καταδικάσεις
          τον  μπαρμπέρη  μόνο  και  μόνο  επειδή  είπε  την  αλήθεια.
          Άσε  να  δει  όλος  ο  κόσμος  ό,τι  κρύβαμε  τόσον  καιρό.  Αν το
          θελήσει  ο  Θεός,  θα  γίνω  καλός  βασιλιάς  είτε  έχω  είτε  δεν  έχω
          αυτιά  γαϊδάρου. 

       Έτσι  γλίτωσε  ο μπαρμπέρης  χάρη  στο  βασιλόπουλο.  Μα  μπορείτε  να
φανταστείτε  τη  χαρά  όλων,  και  πιο  πολύ  του  βασιλιά  και της βασίλισσας,
όταν  ξαφνικά  είδαν  πως  το  βασιλόπουλο  δεν  είχε  πια  εκείνα  τα σταχτιά,
γαϊδουρινά  αυτιά !!!   Τι  είχε  γίνει; 


        Η  τρίτη  νεράιδα,  σαν  ένιωσε  πως  η  καρδιά  του  βασιλόπουλου  δεν
είχε  περηφάνια,  έλυσε  τα  μάγια.


        Μπορείτε  λοιπόν  να  καταλάβετε,  πως  όλοι  ήταν  ευχαριστημένοι  με
τούτο  το  χαρούμενο  τέλος.  Ο  λαός  ήταν  ευχαριστημένος,  το  παλάτι ήταν
ευχαριστημένο,  ο  βασιλιάς  ήταν  ευχαριστημένος,  το  βασιλόπουλο  ήταν
ευχαριστημένο  και  βέβαια  ήταν  ευχαριστημένος  και  ο  μπαρμπέρης.
Στο  κάτω - κάτω,  κόντεψε  να  χάσει  τη  ζωή  του  γι΄αυτή  την  ιστορία.

        Από  τότε,  τα  σουραύλια  που  τον  είχαν  προδώσει,  δεν  είπαν  πια
το  τραγούδι  για  τ΄αυτιά  του  βασιλόπουλου,  μ΄ όλο  που  τα  πιτσιρίκια,
κάθε  τόσο  και  πολύ  μυστικά,  πασχίζουν  να τα  κάνουν  να το  ξαναπούν.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Ένα αστέρι τρεμοσβήνει...

Μια φορά κι έναν καιρό, στον ξάστερο ουρανό κάποιου μακρινού πλανήτη και στην πιο μεγάλη γειτονιά, ζούσε η αστεροοικογένεια του κ. Μεγαστέρη. Εκεί περνούσαν τον καιρό τους οι γονείς και οι γονείς των γονιών μαζί με τα πολλά – πολλά αστερόπαιδά τους.
Σε κείνη τη γειτονιά την ημέρα ο καθένας έκανε τη δουλειά του και όλοι μαζί έβγαιναν σα νύχτωνε, έκοβαν βόλτες και έλαμπαν μέσα στα ασημένια τους ρούχα.
Στην οικογένεια οι μεγάλοι συζητούσαν μεταξύ τους για το πόσο ευχαριστημένοι ήταν από τη συμπεριφορά των αστερόπαιδων, πόσο καλά και άξια ήταν, πόσο υπάκουα και πόσο σπουδαία θα γίνονταν σα μεγάλωναν.
Άκουγαν οι διπλανοί και ζήλευαν την τύχη του κ. Μεγαστέρη που τόσο καλά κατάφερνε να κουμαντάρει την οικογένεια και πρόβλημα δεν υπήρχε να σκιάζει την ευτυχία του.

Μόνο η κ. Αστροσοφή που συμβούλευε όλη τη γειτονιά κουνούσε το κεφάλι της κάθε που έκανε επίσκεψη στο ευτυχισμένο σπίτι. Εκείνη ήξερε πως δεν ήταν όλα, όσο τέλεια φαινόταν.



Η οικογένεια είχε και ένα μικρό αστερόπαιδο που δεν το γνώριζε κανείς, ποτέ δεν το είχαν πάρει μαζί τους στη βόλτα, αφού αυτό το τελευταίο δεν έμοιαζε στα μεγαλύτερα παιδιά τους.
Αυτό ήταν καχεκτικό, όχι τόσο όμορφο και λαμπερό και σα να μην έφταναν όλα, ήταν ζωηρό και ανυπάκουο και το χειρότερο, αυτό το λιανό παιδί επαναστάτησε κατά της οικογένειας και ήθελε, άκου κύριε, να το αφήσουν να ταξιδέψει μέχρι τον πλανήτη που έβλεπε από μακριά.

Oι γονείς ένιωθαν μεγάλη απογοήτευση που στο τέλειο σπίτι τους ήρθε τέτοια ντροπή, μάλωναν και υποτιμούσαν τον αστερομικρό τους, έλεγαν πως αφού δεν έμοιαζε στ’ αδέλφια του, θέση για κείνο δεν υπήρχε στον κόσμο τους.
Για ν’ αποφύγουν τα χειρότερα που τρέχα-γύρευε τι θα έλεγαν οι γείτονες, το κλείδωσαν στο πιο σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού και του απαγόρευσαν να βγαίνει βόλτα τις νύχτες. και στο τέλος το ξέχασαν και συγχώρησαν τον εαυτό τους, αφού εκείνοι είχαν κάνει το χρέος τους.

Το αστεροαπόπαιδο στεναχωριόταν πολύ με την συμπεριφορά της οικογένειας, δεν καταλάβαινε γιατί δεν το αγαπούσαν και μέρα με τη μέρα έχανε και το λίγο χρώμα που είχε όταν γεννήθηκε.
Μια νύχτα άνοιξε το παράθυρο του σπιτιού, αγνάντεψε τον αγαπημένο του πλανήτη που φαινόταν κάτω μακριά και πήρε την απόφασή του.
Θα έδινε έναν πήδο και θα βρίσκονταν κοντά του.
Εκεί η ζωή του θα ήταν διαφορετική, κανείς δεν θα του ζητούσε να λάμπει όλο και περισσότερα, σίγουρα εκεί κάποιος θα το αγαπούσε για το δικό του φως και δεν θα του ζητούσαν να γίνει όπως τα άλλα του αδέλφια.
Tο είπε και το έκανε. Άφησε τα χέρια του από το περβάζι και άρχισε να ταξιδεύει και να ταξιδεύει και να ταξιδεύει…
Γύρω του άκουγε ψιθύρους.
Ένα αστέρι πέφτει, πέφτει… έλεγε κάποιος
Τι απογοήτευση, τι του ήρθε ν’ αφήσει τη σιγουριά του σπιτιού του… έλεγε κάποιος άλλος
Μη δίνεις σημασία, κανένας απροσάρμοστος θα είναι… έλεγε ένας τρίτος…
Και το αστέρι συνέχιζε πετώντας το μακρινό του ταξίδι και καθώς πετούσε το φως του τρεμόσβηνε και τρεμόσβηνε, μέχρι που σταμάτησε να φαίνεται από την παλιά του γειτονιά.

Το αστεράκι είχε πολύ δρόμο ακόμα να κάνει και ούτε το ίδιο ήξερε αν θα έφτανε ποτέ στον πλανήτη που ονειρευόταν, μα δεν το ένοιαζε καθόλου.
Ήταν τώρα ελεύθερο και δεν μπορεί, κάποιον θα συναντούσε στην στράτα του να το αγαπήσει, έστω και με κείνο το αχνό φως που του χάρισε η ζωή.
www.alataki3.blogspot.com

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

To παραμύθι της Σκιάς της Αγγελικής Σχοινά

Mια φορά κι έναν καιρό η νύχτα είχε 9 κόρες.
Πιο μικρή ήταν η Σκιά. Άτακτη και ζωηρή μα λιγάκι τεμπέλα. Μια μέρα
η Νύχτα φώναξε τις κόρες της κι ανέθεσε στην καθεμία μια σοβαρή
δουλειά. Τελευταία έμεινε η Σκιά.
-Μάζεψε όλα τ’ αστέρια του ουρανού κόρη μου. Μα πρόσεχε! Να
‘χεις μαζέψει και το τελευταίο πριν βγει ο Ήλιος. Αυτά της είπε και της
έδωσε ένα μεγάλο τσουβάλι.
Όταν ο Χρόνος μοίραζε τα βασίλεια, έδωσε στον Ήλιο το φως και
το σκοτάδι στη Νύχτα. Για να μην λυπηθεί η Νύχτα όμως της χάρισε όλα
τ’ αστέρια και το φεγγάρι. Ο Ήλιος θύμωσε, κι η Νύχτα θύμωσε που τα’
θελε όλα δικά του. Κι από τότε έμεναν αιώνιοι
εχθροί. Η Σκιά πήρε το τσουβάλι και στρώθηκε στη δουλειά. Τα αστέρια όμως ήταν αμέτρητα.
-Αμάν πια! Κουράστηκα. Είπε και κάθισε να ξαποστάσει σ’ ένα σύννεφο.
Τα τριζόνια τραγουδούσαν τόσο γλυκά που αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε η ώρα είχε
ήδη περάσει. Ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζει.
Όσο πιο γρήγορα μπορούσε η Σκιά άρχισε να μαζεύει τα αστέρια που είχαν μείνει.
-Ο Ήλιος! Φώναξε! Δεν θα προλάβω!
Μόνο ένα είχε μείνει. Βουτάει η Σκιά το τελευταίο αστέρι μα πριν προλάβει το ρίξει στο
σακί ο Ήλιος βγήκε. Με κομμένη την ανάσα προσπαθεί να ρίξει το τελευταίο αστέρι μέσα στο
σακί μα δεν γίνεται. Λες και μια μαγική δύναμη το κρατούσε έξω.
-Χρόνια περίμενα να γίνει δικό μου ένα αστέρι. Άκουσε μια φωνή πίσω της.
-Δεν είναι δικό σου, απάντησε.
-Δεν είναι πια όμως ούτε της Νύχτας
αστέρι. Άρα είναι δικό μου! Δώσε το μου!
-Αν δεν είναι της Νύχτας τότε είναι δικό μου. Εγώ το κρατώ, το πρόλαβα. Είπε η Σκιά προσπαθώντας να σώσει το λάθος της.
-Ωραία λοιπόν! Θα κάνω εσένα δικιά μου, είπε ο Ήλιος.
Γύρισε τρομαγμένη προς το μέρος του. Σαν τον είδε όμως μαγεύτηκε.
Ήταν τόσο λαμπερός και τόσο όμορφος που χωρίς να το καταλάβει τον ακολούθησε. Όλη μέρα ταξίδευαν. Όλα έμοιαζαν διαφορετικά με το φως. Ό, τι κι αν της έταξε ο Ήλιος
όμως το αστέρι, η Σκιά δε του το ‘δωσε. Το κρατούσε ακόμα σφιχτά.
Ήρθε η Νύχτα έξαλλη και
βιαστική σαν έμαθε τα καμώματα της κόρης της. Τρομαγμένη η Σκιά
μήπως δεν ξαναδεί τον Ήλιο, ευχήθηκε να μπορεί να ζει στο φως.
Ο Χρόνος άκουσε την ευχή της. Σκέφτηκε και τον Ήλιο που ήταν
πάντα μόνος. Πόσο ήθελε κι εκείνος μια συντροφιά. Έτσι είπε στη Νύχτα
ν’ αφήσει το παιδί της.
-Με τον εχθρό μου; ΠΟΤΕ.
Την μάγεψε την κόρη μου.
-Αν το θέλει εκείνη, δεν μπορείς να το αρνηθείς, είπε ο Χρόνος.
-Σκιά θες να ζεις στο φως;
-Ναι, απάντησε δειλά η Σκιά.
Τότε η Νύχτα έξαλλη από θυμό κι από πόνο. Την καταράστηκε.
«Στο φως θα ζεις, μα όπως τον ήλιο ακολούθησες, ό, τι κινείται, αδιάκοπα θα ακολουθείς,
μα εκείνον δε θα μπορείς ποτέ να τον δεις.»
Αυτά ήταν τα λόγια της Νύχτας. Από τότε η Σκιά ζει πάντα στο φως, χωρίς σταματημό, ό, τι κινείται ακολουθεί. Τον Ήλιο δεν μπορεί να τον δει. Ο Χρόνος όμως τη λυπήθηκε. Κι αφού το τελευταίο αστέρι δεν ήταν ούτε της Νύχτας ούτε του Ήλιου, της το χάρισε. Το ονόμασε Πούλια
κι Αυγερινό κι είναι εκείνο που βγαίνει πρώτο κι εκείνο που φεύγει τελευταίο. Μόνο εκείνες τις στιγμές, δυο φορές την ημέρα, πριν βγουν ή μαζευτούν τα άλλα αστέρια, η Σκιά συναντά τον αγαπημένο της Ήλιο και τη μητέρα της τη νύχτα.


Η Αγγελική Σχοινά γεννήθηκε το 1988 και αποφοίτησε το 2010 από το Παιδαγωγικό τμήμα δημοτικής εκπαίδευσης Πατρών.
Ασχολείται με την παράπλευρη στήριξη μαθητών μέσα στην τάξη, καθώς και τη
θεραπεία μέσω τέχνης. Γράφει παραμύθια και ανήκει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού “Το Παραμύθι’. Το “Καλημέρα και Αντίο” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με την Αγγελική στο e-mail:
angeliki_schoina@hotmail.com