Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

"Η αράχνη και η σοφία του κόσμου" Αφρικάνικο παραμύθι

Αποτέλεσμα εικόνας για ο μαγος της αφρικής και η στάμνα

Εδώ και αρκετά χρόνια ο Κβάκου Ανάνσε, ο μάγος μιας αφρικάνικης φυλής,
πήρε την απόφαση να μαζέψει εκείνος όλη τη σοφία
του κόσμου και να την κρατήσει μόνο για τον ίδιο και τους απογόνους του. 
Φεύγοντας από το σπίτι του πήρε μαζί μια
πήλινη στάμνα που 'χε σκοπό να τη γεμίσει με σοφία.
Για χρόνια γύριζε τη χώρα ολόκληρη κι έθετε σε ζώα και σε
ανθρώπους τα δυσκολότερα ερωτήματα. Μόλις άκουγε μια έξυπνη
απάντηση, σήκωνε γρήγορα το καπάκι της πήλινης στάμνας και την
ψιθύριζε μέσα, μπροστά στους κατάπληκτους συνομιλητές του.
Έφτασε κάποτε η μέρα που ο Κβάκου Ανένσε πίστεψε ότι είχε μαζέψει
όλη τη σοφία του κόσμου στη στάμνα του και γι' αυτό πήρε το δρόμο
της επιστροφής.
«Ο Κβάκου Ανάνσε είναι τώρα σοφότερος κι από τους θεούς»,
τραγούδαγε στο μακρύ ταξίδι της επιστροφής, ώσπου κάποια μέρα
αντίκρισε μακριά τις στρογγυλές καλύβες του χωριού του. Τον
σταμάτησε η σκέψη ότι στο χωριό θα μπορούσανε να του κλέψουνε το
πολύτιμο φορτίο του και γι’ αυτό αποφάσισε να κρύψει τη στάμνα
κάπου στο Δάσος. Και μετά τις πρώτες χαρές του ξαναανταμώματος
στο χωριό, θα οδηγούσε την οικογένειά του εδώ για να τους μυήσει στη
σοφία του κόσμου.
«Πού να κρύψω τη στάμνα», μονολόγησε ενώ έψαχνε γύρω να βρει το
ιδανικό μέρος για κρυψώνα. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει
και τελικά αποφάσισε ν' ανέβει στην κορυφή του δέντρου Καζαούρα
και να κρεμάσει από το τελευταίο κλαδί όλη τη σοφία του κόσμου.
Με χορτάρια έφτιαξε σχοινιά, έδεσε τη στάμνα και την κρέμασε
μπροστά στην κοιλιά του και μετά προσπάθησε ν' αναρριχηθεί στο χοντρό
 κορμό του δέντρου. Όμως η στάμνα που κρεμόταν στην κοιλιά του τον
εμπόδιζε ν' αγκαλιάσει το δέντρο.
Έτσι λοιπόν ο Κβάκου Ανάνσε πάλευε τρεις ολόκληρες μέρες εκεί
πέρα προσπαθώντας ν’ αναρριχηθεί στην πανύψηλη κορυφή του
γέρικου δέντρου Καζαούρα για να κρεμάσει απ' το τελευταίο κλαρί
όλη τη σοφία του κόσμου. Κάθε φορά όμως γλίστραγε κι έσκαγε κάτω
και η πλάτη του είχε γεμίσει γδαρσίματα και πληγές.
Παρόλους όμως τους πόνους και την πείνα του, γιατί είχε μέρες να
βάλει κάτι στο στόμα του, συνέχιζε με μανία τις προσπάθειές του
ξεχνώντας τελείως ότι γύρω στο Δάσος υπήρχαν άπειρες κρυψώνες
για να παραχώσει την πήλινη στάμνα του.
Κι ενώ για χιλιοστή φορά έσκαγε κάτω με τον πισινό και αβοήθητος
κούναγε τα ποδάρια του στον αέρα, πέρασε από κει ο Λαγός και
στάθηκε κι έκανε χάζι τις απελπισμένες προσπάθειες του Κβάκου
Ανάνσε. Κάποια στιγμή κατάφερε να σταθεί πάλι στα πόδια του και
προσπάθησε για μια ακόμη φορά να πετύχει το στόχο του.
Ο Λαγός ήταν καλόκαρδος και αποφάσισε να βοηθήσει τον ταλαίπωρο
φίλο του.
«Kαλή σου εσπέρα Κβάκου Ανάνσε», τον χαιρέτησε. Μόλις ο Κβάκου
άκουσε απρόσμενα τη φωνή του Λαγού, ταράχτηκε τόσο που έπεσε γι'
άλλη μια φορά με τον πισινό στο χώμα και σφίγγοντας πάνω του την
πήλινη στάμνα απόμεινε να κοιτάζει τον νυχτωμένο ουρανό. Ο Λαγός
πήδησε σβέλτα κοντά του και βoήθησε το φουκαρά Κβάκου να βγει
απ' την άσκημη θέση του.
«Μα τι έχεις μέσα στη στάμνα;» τον ρώτησε.
«Δεν μπορώ να σου πω», αποκρίθηκε ο Κβάκου Ανάνσε.
«Γιατί, αν σου πω, θα πεθάνουμε κι oι δυο μας επιτόπου».
«Να μου λείπει, δεν θέλω να το μάθω τέτοιο μυστικό. Σε
παρακολουθώ εδώ και ώρα τώρα πώς ταλαιπωρείσαι χωρίς λόγο,
θέλεις ν' ανεβάσεις στο δέντρο τη στάμνα ενώ την έχεις δεμένη στην
κοιλιά σου. Δεν θα ήταν πιο απλό να τη δέσεις στην πλάτη σου;»
«Τι είπες;», ξεφώνισε ό Κβάκου Ανένσε. «Κι εγώ πίστευα ότι είχα
μαζέψει όλη τη σοφία του κόσμου στην πήλινη στάμνα μου και τώρα
μόλις διαπιστώνω ότι υπάρχουνε εξυπνότεροι από μένα».
Και με τα λόγια αυτά έλυσε το βαρύ φορτίο από την κοιλιά του και το
πέταξε με τέτοια δύναμη πάνω στο γέρικο κορμό Καζαούρα που η
πήλινη στάμνα διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια.
«Ας μου λείπει η σοφία του κόσμου και το καλό της»,
είπε αγανακτησμένος ο Κβάκου Ανάνσε και πήρε το δρόμο για το σπίτι του
ποδοπατώντας άγαρμπα το ψηλό χορτάρι.
Από τότε η σοφία ξανασκορπίστηκε στη γη και τυχερός όποιος τη βρίσκει και την έχει.

Γκάνα, Ακάν


Από το βιβλίο: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ
ΕΠΙΛΟΓΗ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ 
Τέος Ρόμβος. Το παραμύθι αυτό το βρήκαμε εδώ:

Το "λουλούδι" της ειλικρίνειας. Κινέζικο παραμύθι

Σχετική εικόνα

Γύρω στο έτος 250 π.Χ., ένας πρίγκιπας από τις βόρειες περιοχές της Κίνας, επρόκειτο να στεφθεί αυτοκράτορας της χώρας. Όμως για να γίνει η στέψη έπρεπε, σύμφωνα με το νόμο, να είναι παντρεμένος.

Έτσι, αποφάσισε να διοργανώσει ένα διαγωνισμό ανάμεσα στις δεσποινίδες της αυλής, για να επιλέξει εκείνη που ήταν άξια να γίνει σύζυγός του. Την επόμενη μέρα, ο πρίγκιπας ανακοίνωσε ότι θα δεχόταν όλες τις υποψήφιες, σε ειδική τελετή, να τις ενημερώσει σχετικά με το διαγωνισμό.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα, εργαζόμενη στο παλάτι σαν καμαριέρα για πολλά χρόνια, τα άκουσε όλα αυτά και αισθάνθηκε μια μικρή θλίψη, γιατί ήξερε πως η νεαρή κόρη της έτρεφε ένα αίσθημα βαθιάς αγάπης για τον πρίγκιπα.


 Όταν έφτασε στο σπίτι της, είπε τα νέα στην κόρη της και ξαφνίαστηκε όταν την άκουσε να λέει πως σκόπευε να παρευρεθεί στην τελετή. Τότε της είπε:
- "Κόρη μου, τι πας να κάνεις εκεί; Υπάρχουν άλλες με πλούτη και ομορφιά στην αυλή. Βγάλε από το μυαλό σου αυτή τη σκέψη, είναι καθαρή τρέλα.Δεν κατάφερε όμως να την  μεταπείσει. 

Το βράδυ της τελετής ήταν στο παλάτι τα πιο ωραία και πλούσια κορίτσια της αυλής, φορώντας τα μεταξωτά τους φορέματα και τα πιο ακριβά τους κοσμήματα. 

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο πρίγκιπας και ανακοίνωσε: 
- "Θα δώσω, σε κάθε μια από σάς, ένα σπόρο. Όποια από σάς, μέσα σε έξι μήνες, μου φέρει το πιο όμορφο λουλούδι, θα επιλεγεί για σύζυγός μου και μελλοντική αυτοκράτειρα της Κίνας". 

Η πρόταση του πρίγκιπα ήταν σε απόλυτη συμφωνία με τις βαθιές παραδόσεις του λαού του, που έδινε μεγάλη αξία στη γνώση της καλλιέργειας της γής. 

Ο καιρός περνούσε. Η φτωχή νέα ήξερε από καλλιέργεια και κηπουρική και έβαζε όλη της την προσοχή, την υπομονή και την τρυφερότητα στο σπόρο της. Ήξερε, πως αν η ομορφιά του λουλουδιού της έφτανε στο ίδιο ύψος με την αγάπη της για τον πρίγκιπα, δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί για το αποτέλεσμα του διαγωνισμού. 

Όμως, πέρασαν τρεις μήνες και ο σπόρος δεν έχει ακόμη βλαστήσει, παρόλο που η κοπέλα προσπάθησε τα πάντα, χρησιμοποιώντας όλες τις μεθόδους που ήξερε. Μέρα με τη μέρα έβλεπε το όνειρό της να απομακρύνεται, αλλά ένοιωθε την αγάπη της πιο βαθιά. Οι μήνες όμως περνούσαν και τίποτα δεν φύτρωνε. 


Την καθορισμένη μέρα η φτωχή νέα πήγε στο παλάτι με τη γλάστρα της άδεια. Όλες οι κοπέλες ήταν εκεί με γλάστρες, που είχαν υπέροχα λουλούδια σε διάφορα χρώματα και σχήματα, το ένα πιο όμορφο από το άλλο. 


Η πολυαναμενόμενη στιγμή φτάνει. Ο πρίγκιπας παρατηρεί με πολύ προσοχή κάθε ένα από τα κορίτσια, που κρατούσαν περήφανες η κάθε μια τη γλάστρα της με το όμορφο λουλούδι της.
Αφού πέρασε μπροστά από κάθε κοπέλα, ο πρίγκιπας ανακοινώνει το αποτέλεσμα:

Νικήτρια του διαγωνισμού ήταν η κόρη της φτωχής, με την άδεια γλάστρα. Αυτή θα γινόταν σύζυγός του.

Όλοι οι παρόντες ήταν όχι μόνον έκπληκτοι, αλλά ένοιωθαν και προσβεβλημένοι με την επίλογή του πρίγκιπα. Κανείς δεν είχε καταλάβει γιατί αυτή η κοπέλα που δεν κατάφερε να καλλιεργήσει το σπόρο της ήταν η νικήτρια.

Τότε, ο πρίγκιπας ήρεμα τους εξηγεί:
- "Η νέα αυτή είναι η μόνη άξια να γίνει σύζυγός μου και αυτοκράτειρα, γιατί ήταν η μόνη που καλλιέργησε και έφερε εδώ το λουλούδι της ειλικρίνειας. 
Οι σπόροι που σας μοίρασα ήταν όλοι κούφιοι και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βγει λουλούδι από αυτούς".

πηγή: http://www.afirimeno.com 

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

«Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Αντουάν ντε Σεν Εξιπερί. Διαβάστε το εδώ δωρεάν σε μετάφραση Ηρακλή Λαμπαδαρίου

«Ο Μικρός Πρίγκιπας», με στοιχεία παραμυθιού, μας ταξιδεύει σ’ έναν φανταστικό κόσμο όπου συναντούμε διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, σύμβολα και ιδιοφυείς αλληγορίες. Οι στόχοι, οι αξίες, τα συναισθήματα και ο ρόλος του κάθε ανθρώπου στη ζωή βρίσκονται στη σκέψη του συγγραφέα που οδηγεί τις λέξεις και τα σκίτσα του. Ένα αριστούργημα που γεννήθηκε τη δύσκολη εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επιχειρώντας να δώσει ένα μάθημα ζωής και ανθρωπιάς.
Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το βιβλίο «Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Antoine de Saint-Exupéry σε μετάφραση του Ηρακλή Λαμπαδαρίου, από τη διεύθυνση: http://www.saitapublications.gr/2015/04/ebook.157.html 
ή να το διαβάσετε πατώντας παρακάτω:

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

"Το Σπαρματσέτο" - Το άγνωστο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν στα Ελληνικά!


Τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν τον γνωρίζετε; Ποιος δεν τον γνωρίζει! Πολύς κόσμος με τα παραμύθια του μεγάλωσε! Σας έχουμε μία έκπληξη! Ένα άγνωστο μέχρι πρότινος παραμύθι βγήκε στην επιφάνεια! Το Σπαρματσέτο! Ναι, και διατίθεται δωρεάν. Το καλό είναι ότι η Ελληνική Ανοικτή Βιβλιοθήκη openbook, επιμελήθηκε της διαδικτυακής έκδοσης και δημοσίευσή της αλλά και χάρις την Ελληνική μετάφραση από την Χριστίνα Μαρκουλάκη και την εικονογράφηση της Στεφανίας Βελδεμίρη μπορείτε να το κατεβάσετε σε PDF και να το απολαύσετε εντελώς δωρεάν!!

Έίδος: PDF
Μέγεθος: 934 KB
Σελίδες: 23
Συγγραφέας: Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Πηγή: openbook.gr
Συντάκτης του άρθρου: kiriakosGR  


Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

H πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν το αλάτι. Ινδικό παραμύθι


Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε σε κάποια επαρχία της Ινδίας ένας μαχαραγιάς που είχε εφτά κόρες. Κάποια μέρα τις κάλεσε στην αυλή του και τις ρώτησε:

"Πέστε μου, κορίτσια μου, το κάθε ένα από εσάς, πόσο πολύ με αγαπάτε;"

Τα έξι μεγαλύτερα κορίτσια, το ένα μετά το άλλο, απάντησαν: "Πατέρα, σε αγαπάμε όπως την πιο γλυκιά ζάχαρη."

Το έβδομο παρέμεινε σιωπηλό για λίγο, και όταν πιέστηκε να απαντήσει, είπε: "Πατέρα, σε αγαπώ όπως το αλάτι."

Ο μαχαραγιάς, που άκουσε με μεγάλη ευχαρίστηση τις απαντήσεις των μεγαλύτερων κοριτσιών, ένιωσε πολύ θυμωμένος με την απάντηση της έβδομής του κόρης. Έτσι, με οργή, διέταξε να την απομακρύνουν αμέσως από μπροστά του, και να την εξορίσουν.

Οι υπηρέτες μετέφεραν την πριγκίπισσα μακριά, εγκαταλείποντάς την μέσα στη ζούγκλα. Η καημένη η πριγκίπισσα έκλαψε, έκλαψε πολύ, αναλογιζόμενη τη μοίρα της όταν έφυγαν και την άφησαν εκεί, μέχρι που ήρθε το βράδυ και αποκοιμήθηκε.

Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί, ανακάλυψε με μεγάλη της έκπληξη ένα πιάτο γεμάτο φαΐ και ένα ποτήρι νερό να είναι τοποθετημένα στο προσκεφάλι της. Αναρωτήθηκε ποιος θα μπορούσε να είναι εκείνος που της προσέφερε βοήθεια σε μια τόσο απομονωμένη τοποθεσία. Βάλθηκε αμέσως να τρώει, μια και πεινούσε πολύ, προσευχόμενη στο Θεό να της αποκαλύψει ποιος ήταν αυτός που της έσωσε τη ζωή.

Περίμενε και περίμενε μήπως εμφανιστεί κάποιος, αλλά μάταια. Μη αντέχοντας άλλο την αναμονή σηκώθηκε και κίνησε να βρει εκείνον που της προσέφερε φαγητό. Αφού περπάτησε για πολύ μέχρι που αντίκρισε εκεί στην καρδιά της ζούγκλας, κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, ένα παλάτι από μάρμαρο να γυαλίζει μεγαλοπρεπές κάτω από το φως του ήλιου. Με μεγάλη δυσκολία διέσχισε την πυκνή βλάστηση του δάσους και πήγε και κτύπησε στην πύλη του παλατιού.

Αν και κανείς δεν απάντησε στο κτύπημά της, οι πόρτες άνοιξαν αποκαλύπτοντάς της ένα κτίριο λευκό σα γάλα, το οποίο περιέβαλαν υπέροχοι κήποι, που φιλοξενούσαν και μια μικρή λίμνη με καθάρια κρυστάλλινα νερά. Μπήκε στην αυλή του παλατιού, αλλά



Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

''Ο ΧΙΖΙΡΗΣ" - ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγαζει τελάληδες και λέει στους υπηκόους του:
-Όποιος μου βρει και μου φέρει τον Χιζίρη θα του κάνω ό,τι μου ζητήσει. Αν όμως με κοροϊδεψει τον περιμένει βαρειά τιμωρία.
Ποιος μπορούσε όμως να βρει τον Χιζίρη; Γιατί ο Χιζίρης κατέβαινε στον κόσμο μόνο μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ* και δε φτάνει μόνο αυτό αλλά παρουσιαζόταν μόνο στους καλόψυχους ανθρώπους. Κι όποιος έβλεπε μπροστά του τον Χιζίρη του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε κι αυτός το εκτελούσε αμέσως.
Πώς ήταν τώρα δυνατό να βρούνε τον Χαζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς;

Ένας από τους υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα. Πολλές βραδιές πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν έκουσε την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
-Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι μπορώ να βρω τον Χιζίρη. Θα του ζητήσω 40 μέρες καιρό και πολλά λεφτά που θα φτάσουν για να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από 40 μέρες ... και να με κρεμάσει ο βασιλιάς και να με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει που θα έχεις γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα.
Η γυναίκα του φτωχού αγρότη που τον αγαπούσε πολύ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του.
Πηγαίνει λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
-Βασιλιά μου εγώ θα σου βρω τον Χιζίρη και θα τον φέρω εδώ μπροστά σου. Αλλά χρειάζομαι γι' αυτό 40 μέρες και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς έδωσε διαταγές στους ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος πήρε την προθεσμία και  τα χρήματα και έτρεξε να αγοράσει προμήθειες για 40 μέρες και όλα τα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις 40 μέρες πάνω ο βασιλιάς τον φωνάζει στο παλάτι.
-Βρήκες το Χιζίρη; του λέει.
-Όχι, του απαντάει εκείνος. Κι  αν θες την αλήθεια δεν προσπάθησα καθόλου. Σου είπα ψέματα αφέντη μου, για να γλυτώσω την οικογένειά μου από την πείνα.
Ο βασιλιάς θύμωσε πολύ και αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Αποφάσισε να ρωτήσει τους βεζύρηδές του για το ποια τιμωρία θα του έβαζε. Ρωτάει λοιπόν τον πρώτο:
-Πώς να τιμωρήσουμε τούτον εδώ που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
-Να τον κόψουμε 40  κομμάτια και και να κρεμάσουμε κάθε κομμάτι από ένα τσιγκελι του χασάπη, αποκρίθηκε εκείνος.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή βλέπουνε μπροστά τους ένα παιδί που λέει:
-Καθένας με την τέχνη του!
Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι σημαίνουν τα λόγια του παιδιού και ρωτάει το δεύτερο βαζύρη του:
-Εσύ πώς λες να τον τιμωρήσουμε τούτον εδώ που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
-Να τον γδάρουμε και να γεμίσουμε το τομάρι του με άχυρο, απάντησε εκείνος.
-Καθένας με την τέχνη του! ξαναλέει το παιδί που στεκόταν πιο πέρα.
Ο βασιλιάς ρωτάει και τον τρίτο βεζύρη του:
-Εσύ τι λες;
-Τι να σου βασιλιά μου; Αυτός ο άνθρωπος είπε ψέματα γιατί πεινούσε αυτός και η οικογένειά του. Σαν έχεις λίγη συμπόνια μπορείς να τον συγχωρήσεις.
Καθένας με την τέχνη του! ξαναλέει το παιδί. Ο βασιλιάς τότε δεν άντεξε και του λέει:
-Ποιος είσαι εσύ και από πού ξεφύτρωσες; Όλο "καθένας με την τέχνη του" μου κοπανάς! Τι θέλεις να πεις;
Τότε το παιδάκι αρχίζει και λέει:
-Θέλω να πω βασιλιά μου, πως ο πρώτος βαεζύρης, πριν τον πάρεις στην υπηρεσία σου, ήταν χασάπης. Ζήτησε λοιπόν τιμωρία κατά την τέχνη του.
Κι δεύτερος βεζύρης ήταν παπλωματάς. Κι αυτός ζήτησε τιμωρία κατά την τέχνη του.
Ο τρίτος όμως πριν γίνει βεζύρης ήταν υπηρέτης και ξέρει πολυ καλά τι θα πει φτώχεια και πείνα. Γι' αυτό και ζήτησε να τον συγχωρέσεις.
Αν θες να μάθεις για μένα είμαι ο Χαζίρης καιπαρουσιάζομαι μόνο στους καλούς ανθρώπους.
Εδώ βέβαια δεν ήρθα για σένα και τους δύο βεζύρηδές σου αλλά για τον τρίτο βεζύρη σου. Άφησε λοιπόν αυτόν τον φτωχό άνθρωπο ελεύθερο. Όπως σου είχε υποσχεθεί πράγματι με έφερε  μπροστά σου.
Και ο Χιζίρης σίγουρος ότι ο βασιλιάς δεν θα πείραζε τον ανθρωπάκο και τον τρίτο βεζύρη, έκανε μεταβολή και ξεμάκρυνε από το παλάτι κουνώντας χαρούμενα τα χέρια του!

Καταγραφή από τον Ναζίμ Χικμέτ στο έργο του "Ερωτευμένο σύννεφο"

* Χιντρελέζ: Λαϊκή γιορτή του καλοκαιριού για καλή συγκομιδή.

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΥΠΗΡΧΕ ΕΝΑΣ ΠΟΤΑΜΟΣ.... ΙΝΔΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Μια φορά κι έναν καιρό ένας ποταμός, λέει μια παλιά Ινδική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.
Επειδή ήταν ρηχός, κανένας δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι όλοι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να «σχεδιάζουν» δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.
Τα ζώα του δάσους τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, ανακατεύοντας τα σπλάχνα του με τα πόδια τους. Για να πιούν νερό πήγαιναν στη κοντινή λίμνη, γιατί τα νερά του ποταμού ήταν σκοτεινά και δύσοσμα.
Αλλά μια μέρα ο Θεός Ίντρα, που όλα τα βλέπει, λυπήθηκε τον δαίμονα του ποταμού, γιατί χωρίς να είναι χαζός, ενεργούσε σαν τέτοιος, έτσι που ήταν παγιδευμένος, ναρκωμένος από την αδράνεια και το βόλεμα. Είχε συνηθίσει να πατούν το σώμα του, που ήταν υγρό και δύσοσμο και γλοιώδες σαν νεκρό φίδι.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο ποταμός είχε βολευτεί με τους εύκολους δρόμους και απόφευγε τις απότομες διαδρομές.
Είχε γίνει άσχημος, μουγγός και οι όμορφες νεράιδες και τα ξωτικά των ακτών δεν τον πλησίαζαν ούτε καν τις νύχτες με πανσέληνο, για να φτιάξουν τους μαγικούς καθρέφτες τους.
Ένας από τους υπηρέτες του Ιντρα στέγνωσε τη γη μπροστά του και την ανύψωσε με τέτοιο τρόπο που τον ανάγκασε να εκτραπεί.
Ο ποταμός στην αρχή φοβήθηκε, άρχισε ν' αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε την ηδονή του να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγκρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα και ν' ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από αβύσσους και ορμώντας ενάντια σε τρομερούς βράχους.
Το νερό του έγινε καθαρό, αφού φιλτραριζόταν μέσα από την άμμο και τις πέτρες. Η κοίτη του έγινε πέτρινη και μερικές φορές μεταλλική και έλαμπαν οι φλέβες μέσα του. Από τα σπλάχνα του, που πρώτα ήταν σκοτεινά και κατηφή, γεννήθηκε ο άσπρος αφρός, γιατί η ασπράδα δεν εμφανίζεται, αν δεν υπάρχει μάχη, αν δεν υπάρχει εξαγνισμός.
Το ποτάμι γέμισε τότε με χρωματιστά ψάρια, απ' αυτά που ανεβαίνουν στα βουνά και οι καθαρές λιμνούλες που άφηνε στα πλάγια του, στολισμένες με τρομερούς βράχους, έγιναν η απόλαυση των Στοιχείων των νερών. Με την ιριδένια ανταύγεια των άστρων έκαναν οι Νύμφες τα μαγικά τους χτένια και έβγαλαν τους μαγικούς καθρέφτες από το βυθό των λιμνών.
Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πια να τον πατήσουν, αλλά ύψωσαν θριαμβευτικές αψίδες πάνω του, που τις ονόμασαν γέφυρες. Τα ζώα τον διέσχιζαν κολυμπώντας και ύστερα σχολίαζαν τη δύναμη του ποταμού. Στο τέλος όταν έφτασε στη θάλασσα, τον υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα τα άλλα νερά, που αγκαλιαζόντουσαν με τα δικά του, φωνάζοντας από χαρά.

Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα, που δεν σας διηγούμαι, σκέφτομαι τους πολλούς ανθρώπους που δεν χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους, τις ευκαιρίες τους και εξακολουθούν να είναι αργοί ποταμοί και λασπώδεις, χωρίς ανδρεία και χωρίς δόξα.

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΚΟΥΔΟΥΝΑΚΙ - ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ


Κάποτε σε ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα ζούσε ένας σοφός γέροντας. Του άρεσε να κάθεται στη βεράντα του και να κοιτά τη θάλασσα. Για να μη νιώθει μοναξιά είχε κρεμάσει ένα ασημένιο κουδουνάκι στη σκεπή της βεράντας. Μόλις φυσούσε λίγο ο αέρας το ασημένιο κουδουνάκι χτυπούσε χαρούμενα.
Ο γέροντας περνούσε ώρες και ώρες στη βεράντα του. Χάζευε τη θάλασσα,άκουγε το κουδουνάκι και χαμογελούσε ευτυχισμένος.
Στο ίδιο χωριό ζούσε κι ένας φαρμακοποιός. Ήταν πολύ δυστυχισμένος γιατί οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά κι ήταν τόσο λυπημένος που δεν ήξερε τι να κάνει.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει στο γέροντα και να ζητήσει τη συμβουλή του. Όταν έφτασε σπίτι του τον είδε να κάθεται ευτυχισμένος δίπλα στη θάλασσα. Μόλις άκουσε το γλυκό ήχο του κουδουνιού κατάλαβε το γιατί.
Έτσι ζήτησε από τον γέροντα να του δανείσει για λίγο το κουδουνάκι. Γιατί όχι; -είπε εκείνος- Σε παρακαλώ όμως να μου το επιστρέψεις γιατί χωρίς αυτό είμαι δυστυχισμένος.
Ο φαρμακοποιός τον ευχαρίστησε και υποσχέθηκε να του φέρει το κουδουνάκι την άλλη μέρα.
Όταν πήγε σπίτι του έβαλε το κουδουνάκι στο κήπο του κι ο ήχος του ήταν τόσο χαρούμενος που ο φαρμακοποιός χαλάρωσε, η ζωή του φάνηκε όμορφη και άρχισε μονομιάς να χορεύει....
Την επόμενη μέρα ο φαρμακοποιός δε φάνηκε από το σπίτι του γέροντα και εκείνος είχε κιόλας χάσει το κέφι του χωρίς το κουδουνάκι του.... Κάθε λίγο και λιγάκι έβγαινε στο δρόμο και κοιτούσε μήπως ερχόταν κανείς αλλά που.
Έτσι όταν πήγε πια μεσημέρι ο γέροντας φώναξε ένα μαθητή του, τον Τσιάο και του είπε:
Πήγαινε μέχρι το σπίτι του φαρμακοποιού σε παρακαλώ. Χτες του δάνεισα το ασημένιο κουδουνάκι μου μα ξέχασε να μου το επιστρέψει. Πες του πως τον περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία!
Ο Τσιάο έτρεξε στο σπίτι του φαρμακοποιού αλλά μόλις μπήκε στο κήπο άκουσε τη γλυκιά μελωδία από το κουδουνάκι. Είδε το φαρμακοποιό να χορεύει και αισθάνθηκε τόσο χαρούμενος που άρχισε κι αυτός να χορεύει!
Εν τω μεταξύ είχαν περάσει κιόλας τόσες ώρες και στο σπίτι του γέροντα δεν είχε φανεί ούτε ο φαρμακοποιός ούτε ο Τσιάο.
Ο γέρο σοφός θυμωμένος φώναξε ένα άλλο μαθητή του, τον Κοτάρο και του είπε:Τρέχα στο σπίτι του φαρμακοποιού και πες του να μου φέρει αμέσως το ασημένιο μου κουδουνάκι. Κι αν συναντήσεις στο δρόμο τον Τσιάο πες του πως πρέπει να ντρέπεται που δεν ακούει το δάσκαλο του.
Ο Κοτάρο πήγε στο σπίτι του φαρμακοποιού όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Όταν έφτασε εκεί είδε έκπληκτος τον Τσιάο και το φαρμακοποιό να χορεύουν χαρούμενοι στον κήπο. Και πριν καλά καλά το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος που άρχισε να χορεύει κι εκείνος.
Ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο γέροντας ακόμα περίμενε το ασημένιο κουδουνάκι του.
Τον έπιασε μια βαθιά μελαγχολία χωρίς τον ήχο του αγαπημένου του κουδουνιού. Τελικά δεν άντεξε άλλο και πήγε ο ίδιος να δει τι συνέβαινε.
Σαν έφτασε επιτέλους στο σπίτι άκουσε τον ήχο του ασημένιου κουδουνιού και είδε στον κήπο,ανάμεσα στα λουλούδια, τον φαρμακοποιό και τους δυό του μαθητές να χορεύουν χαρούμενα.
Ο γέροντας απόρησε και δεν ήξερε τι εξήγηση να δώσει. Δεν έμεινε όμως πολύ ώρα έτσι. Η λύπη του εξαφανίστηκε και ένιωσε την επιθυμία να χορέψει.
Πιάστηκε χέρι-χέρι με το φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο και ευτυχισμένοι συνέχισαν να χορεύουν όλοι μαζί.
Κι όποιος περνούσε απ το σπίτι του φαρμακοποιού το έριχνε κι αυτός στο χορό.
Κι αν τύχει και περάσεις ποτέ από κει, ίσως τους δεις ακόμα, όλους μαζί να χορεύουν. Μα δεν ξέρω αν θα γυρίσεις πίσω γιατί μπορεί κι εσύ να μείνεις εκεί και να χορέψεις μαζί τους
http://hamomilaki.blogspot.com

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

“Aσαλάτου-αλαζάιν” - Αραβικό παραμύθι

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας ράφτης φτωχός και λίγο περίεργος που προκαλούσε έκπληξη στους ανθρώπους με τη συμπεριφορά του. Αλλά αυτό που τους παραξένευε πιο πολύ ήταν ο τρόπος που δούλευε. Ανάμεσα σε δύο βελονιές άφηνε το μαγαζάκι του, πήγαινε στο τζαμί και ανέβαινε στο μιναρέ να κοιτάξει προσεκτικά στον ουρανό σαν κάτι να ’ψαχνε. Ύστερα κατέβαινε, γύριζε πίσω στο μαγαζάκι του να περάσει άλλη μια βελονιά και ξαναπήγαινε στο μιναρέ. Αυτό γινόταν όλη μέρα.
Γιατί άραγε; Ποια είναι η ιστορία του;

Λένε λοιπόν πως πολύ παλιά ο φτωχός ραφτάκος ζούσε μόνος του χωρίς γυναίκα και χωρίς παιδιά. Περνούσε τις μέρες του καθιστός να ράβει κελεμπίες και καφτάνια. Όταν κουραζόταν έπεφτε να κοιμηθεί για να ξυπνήσει με την αυγή, να καλέσει τους ανθρώπους για προσευχή, και ζητούσε απ’ τον Αλλάχ να του δώσει μια σύζυγο κι ένα ευτυχισμένο σπίτι.
Μια μέρα λοιπόν κι ενώ ο ράφτης δεν είχε ακόμη τελειώσει το κάλεσμα στην προσευχή, ένας μεγάλος αετός χαμήλωσε δίπλα του. Τον σήκωσε με τα γαμψά του νύχια ψηλά και πέταξαν μαζί.
Πέρασαν ερήμους, πέρασαν θάλασσες. Κάποια στιγμή ο αετός χαμήλωσε κι ακούμπησε το φτωχό ραφτάκο στην άκρη μιας μακρινής πόλης.
Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν. Κανένας φτωχός και κανένας ζητιάνος δεν γύριζαν στους δρόμους της. Τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν φωτεινά και τα ρούχα τους καθαρά με ζωηρά χρώματα. Ακόμα και στην καρδιά του «σουκ», της αγοράς, δεν άκουγες φασαρία ούτε έβλεπες τσακωμό. Οι άνθρωποι αγόραζαν και πουλούσαν ειρηνικά επαναλαμβάνοντας τη φράση ασαλάτου-αλαζάιν μία ή περισσότερες φορές, έπαιρναν αυτό που ήθελαν κι έφευγαν ευτυχισμένοι και χαμογελαστοί.
Η έκπληξη του έγινε μεγαλύτερη στην παράξενη πόλη όταν στάθηκε μπροστά στο μαγαζάκι ενός ράφτη και είδε τον ιδιοκτήτη του ικανοποιημένο, ευτυχισμένο και καθόλου κουρασμένο να φτιάχνει τις κελεμπίες και τα καφτάνια του. Χαιρετάει και λέει στο αφεντικό του μαγαζιού: «Κι εγώ ράφτης είμαι όπως κι εσύ. Ήρθα στην πόλη σας από χώρα μακρινή. Μήπως έχεις δουλειά για μένα; Γιατί θέλω πολύ να ζήσω σ’ αυτή την ευτυχισμένη πόλη».
Και το αφεντικό τού απαντάει: «Κάθισε και βοήθα με. Η πληρωμή σου θα είναι πενήντα ασαλάτου-αλαζάιν κάθε βδομάδα».
Έτσι έμαθε ο ράφτης μας από τον ιδιοκτήτη του ραφτάδικου πως οι άνθρωποι της πόλης Ασαλάτου Αλαζάιν δεν γνωρίζουν τα χρήματα. Πουλάνε, αγοράζουν και δουλεύουν μόνο με τη φράση ασαλάτου-αλαζάιν. Κάθισε λοιπόν και δούλεψε στο ραφτάδικο και έμεινε έκπληκτος όταν το αφεντικό του άρχισε να του διηγείται τις συνήθειες της περίεργης αυτής πόλης. Όλα τα πράγματα εδώ γίνονται με το ασαλάτου-αλαζάιν, μέχρι και οι γάμοι. Κάθε Πέμπτη βγαίνουν τα κορίτσια της πόλης βόλτα στην παραλία. Κουβαλάνε όλες τους μια στάμνα με νερό και αν κάποιος θέλει να πάρει μια απ’ αυτές για γυναίκα του, δεν έχει παρά να της ζητήσει να πιει νερό από τη στάμνα της, προφέροντας τη φράση ασαλάτου-αλαζάιν. Αν εκείνη συμφωνήσει, τότε γίνεται γυναίκα του.
Περίμενε ο ράφτης ως την Πέμπτη και κατά το απόγευμα πάει στην παραλία. Μια από τις όμορφες κοπέλες συμφωνεί να τον ξεδιψάσει απ' τη στάμνα της, γίνεται γυναίκα του και αρχίζει τη ζωή της μαζί του στο όμορφο σπίτι που αγόρασαν οι δυο τους πληρώνοντας μερικά ασαλάτου-αλαζάιν. Κάθε μέρα που περνούσε, όταν τελείωνε την δουλειά του αγόραζε με τα ασαλάτου αλαζάιν ό,τι επιθυμούσε από την αγορά και βιαζόταν να γυρίσει στη γυναίκα του και στο ευτυχισμένο του σπίτι.
Μια μέρα όμως πηγαίνοντας ο ράφτης στην αγορά βλέπει ένα τεράστιο ψάρι. Δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του ψάρι όμοιο μ’ αυτό. Θέλοντας πολύ να το αποκτήσει λέει στον εαυτό του: «Μ’ αυτό το ψάρι θα φάμε μέχρι να σκάσουμε! Πόσο νόστιμο φαίνεται να είναι το κάτασπρο κρέας του! Η γυναίκα μου θα μου το μαγειρέψει με χίλιους τρόπους!»
Μπαίνει ο ράφτης στο σπίτι του κουβαλώντας το τεράστιο ψάρι του. Τρομάζει η γυναίκα του που τον βλέπει και του λέει: «Τι είναι αυτό που κουβαλάς στα χέρια σου; Σε τύφλωσε η απληστία! Το ψάρι αυτό είναι για να χορτάσουν δέκα άνθρωποι ενώ εμείς είμαστε μόνο δύο! Πήρες απ’ την αγορά πολύ περισσότερα απ’ όσα χρειαζόσουν. Από δω κι εμπρός δεν έχεις πια δικαίωμα να ζεις στην πόλη του Ασαλάτου αλαζάιν».

Ήρθε ο αετός, πήρε το ράφτη στα φτερά του και πέταξαν μακριά. Πέρασαν ερήμους, πέρασαν θάλασσες. Ύστερα τον εναπόθεσε μπροστά στο παλιό του μαγαζάκι κι ο φτωχός ράφτης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του αναπολώντας τις όμορφες μέρες που έζησε στην πόλη του Ασαλάτου Αλαζάιν. Γύρισε πίσω στα καφτάνια και στις κελεμπίες του, μόνο που ανάμεσα σε δύο βελονιές, ανέβαινε στο μιναρέ και κοίταζε προσεχτικά τον ουρανό με την ελπίδα μήπως ξαναγυρίσει ο αετός και ξαναπετάξουν μαζί για άλλη μια φορά στη χώρα του Ασαλάτου-αλαζάιν...
Αλλά ο αετός δε γύρισε ποτέ!

ΠΗΓΗ: ioakenanid

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Το λιοντάρι κι η γίδα - Iνδικό Παραμύθι

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια αγέλη από γίδια που πήγαινε κάθε μέρα για βοσκή, σ' ένα δάσος. Κάποια μέρα, ενώ επέστρεφαν σπίτι, ένα μέλος του κοπαδιού, μια γριά γίδα, κουράστηκε κι έμεινε πίσω. Άρχισε να πέφτει η νύχτα και μια και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της στο σκοτάδι, ζήτησε καταφύγιο σε μια σπηλιά που είδε εκεί κοντά. Αλλά, φανταστείτε την έκπληξή της, όταν μπαίνοντας μέσα βρήκε να κάθεται στο βάθος της ένα λιοντάρι. Τρομοκρατήθηκε και έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, αλλά μετά μαζεύοντας όλο το θάρρος της, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να κάνει για να σωθεί. "Αν προσπαθήσω να τρέξω," σκέφτηκε, "το λιοντάρι θα με πιάσει, αλλά αν δείξω γενναιότητα και τσαμπουκά απέναντί του, ίσως καταφέρω να επιβιώσω."

Έτσι, περπάτησε με αναίδεια προς το μέρος του λιονταριού, χωρίς να δείξει το παραμικρό ίχνος φόβου. Το λιοντάρι την κοίταξε καλά, την κοίταξε και την ξανακοίταξε, αλλά δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με το θάρρος αυτής της συνηθισμένης γίδας, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη της φυλής της, αφού ούτε μία απ' αυτές δεν τόλμησε ποτέ να το πλησιάσει. Τελικά σκέφτηκε ότι αυτή δε θα μπορούσε να είναι γίδα, αλλά κάποιο άλλο παράξενο ζώο, που δεν ξαναείδε ποτέ.

"Ποια είσαι, γριά μου;" ρώτησε με ευγένεια.

"Είμαι η βασίλισσα των γιδιών," απάντησε, "Είμαι λάτρης του θεού Σίβα, και έχω πάρει όρκο να καταβροχθίσω εκατόν τίγρεις, είκοσι πέντε ελέφαντες και δέκα λιοντάρια προς τιμήν του. Έχω ήδη φάει τις εκατόν τίγρεις και τους είκοσι πέντε ελέφαντες και τώρα αναζητώ τα δέκα λιοντάρια."

Το λιοντάρι έγινε εξαιρετικά ανήσυχο ακούγοντας τα λόγια της γίδας, και πιστεύοντας ότι όντως αυτή ήρθε για να τον καταβροχθίσει, γλίστρησε έξω από τη σπηλιά λέγοντας σα δικαιολογία ότι ήθελε να πλύνει το πρόσωπό του στο ποτάμι.

Καθώς έσπευσε να απομακρυνθεί, συνάντησε ένα τσακάλι, που βλέποντας το βασιλιά των ζώων πανικόβλητο, τον ρώτησε τι συμβαίνει.

Το λιοντάρι μίλησε στο τσακάλι με λίγα λόγια για τη συνάντησή του μ' ένα παράξενο ζώο, που μοιάζει πολύ με γίδα, αλλά που δεν έχει κανένα ίχνος απ' τη δειλία της τελευταίας.

Το τσακάλι ήταν πολύ έξυπνο. Σύντομα μάντεψε ότι εκείνο που προκάλεσε όλο αυτό το σαματά ήταν απλά μια δυστυχής γριά γίδα. Και προσπάθησε να πείσει γι' αυτό το λιοντάρι, λέγοντάς του ότι όλη τούτη η ιστορία ήταν ένα κόλπο που εμπνεύστηκε ένα αδύναμο γέρικο ζώο, ώστε να σώσει το τομάρι του.

"Άντε, μάζεψε το θάρρος σου και έλα μαζί μου πίσω στη σπηλιά σου, και φτιάξε στον εαυτό σου ένα γεύμα απ' αυτήν την υποκρίτρια," εισηγήθηκε.

Το λιοντάρι ακολούθησε τη συμβουλή και επέστρεψε στη σπηλιά με το τσακάλι.

Μόλις η γριά γίδα είδε το λιοντάρι να επιστρέφει, κατάλαβε ότι το πονηρό τσακάλι, που ήταν μαζί του, ήταν υπεύθυνο γι' αυτή την εξέλιξη. Αλλά δεν έχασε το κουράγιο της. Περπάτησε προς το μέρος τους και, υιοθετώντας μια αξιοπρεπή στάση, είπε στο τσακάλι:

"Μ' αυτό τον τρόπο ακολουθείς τις διαταγές μου; Σ' έστειλα για να μου φέρεις δέκα λιοντάρια για να τα φάω όλα μαζί, και μου έφερες μόνο ένα. Θα σε γδάρω γι' αυτή σου την αμέλεια!"

Μόλις το λιοντάρι άκουσε αυτά τα λόγια, σκέφτηκε ότι προδόθηκε από το τσακάλι, κι έτσι του ρίχτηκε με φοβερή οργή και το καταβρόχθισε. Στο μεταξύ, η γίδα, κατάφερε να γλιστρήσει έξω από τη σπηλιά και έτσι να γλυτώσει απ' τα σαγόνια του λιονταριού.

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Τα Δίδυμα Αδέρφια. Αφρικάνικο Παραμύθι

Από την Anna-Maria Vasilaki

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γυναίκα που είχε δίδυμα αγόρια. Τον Λουέμπα και τον Μαβούγκου.
Την ημέρα που γεννήθηκαν μια μάγισσα έδωσε στη μητέρα δύο πέτρες στρογγυλές και λείες. Της είπε ότι αυτά είναι τα φυλαχτά τους και ότι δεν έπρεπε ποτέ να τα βγάλουν από το λαιμό τους και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν να τους ενημερώσει. Η γυναίκα έκανε ακριβώς όπως της είπε η μάγισσα και τα παιδιά μεγάλωσαν και έγιναν δύο πολύ όμορφα παλικάρια.
Ένα πρωί ο Μαβούγκου αποφάσισε να ταξιδέψει γιατί ζωή στο χωρίο του φαινόταν πολύ μονότονη και τον είχε κουράσει. Έτσι το ανακοίνωσε στη μητέρα του.
- Δεν έχω καμία αντίρρηση να φύγεις παιδί μου και να ταξιδέψεις αλλά στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα μαζί σου μιας και είμαστε τόσο φτωχοί.
- Δεν πειράζει μητέρα, είπε ο Μαβούγκου, άλλωστε είναι καιρός να δοκιμάσω και τη δύναμη του μαγικού μου φυλαχτού!
Έτσι αποχαιρέτησε τη μητέρα του και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κατευθύνθηκε προς το δάσος. Όταν έφτασε εκεί, έκοψε μερικά φύλα και τα άγγιξε με το φυλαχτό του και ρίχνοντας τα ένα, ένα κάτω είπε:
«Να γίνεις άλογο»
«Να γίνεις μαχαίρι»
« Να γίνεις τουφέκι»
Έτσι και έγινε! Ένα πανέμορφο άσπρο άλογο ξεπήδησε μπροστά του, ένα μαχαίρι βρέθηκε κρεμασμένο στο ζωνάρι του και τέλος ένα τουφέκι περάστηκε στον ώμο του. Ο Μαβούγκου χάρηκε πολύ. Καβάλησε αμέσως το άλογο και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κάποια στιγμή κουράστηκε και πείνασε. Τότε κρατώντας το φυλαχτό του είπε:
- Λοιπόν φυλαχτό μου; Κουράστηκα και πείνασα. Θα με αφήσεις να πεθάνω της πείνας; Και αγγίζοντας μια πέτρα ένα τεράστιο και πλουσιοπάροχο τραπέζι απλώθηκε μπροστά του με όλες τις λιχουδιές. Έτσι, ο Μαβούγκου αφού έφαγε ήπιε και ξαπόστασε συνέχισε το ταξίδι του.
Όχι πολύ μακριά από εκεί που ξαπόστασε ο Μαβούγκου υπήρχε μια πολιτεία πολύ όμορφη. Ο βασιλιάς της πολιτείας αυτής είχε μια κόρη όμορφη αλλά και πολύ πεισματάρα. Πολλοί την είχαν ζητήσει για γυναίκα τους αλλά εκείνη συνεχώς αρνιόταν.
Ο Μαβούγκου έφτασε λοιπόν στην πολιτεία και στάθηκε για λίγο στην ακροποταμιά. Εκεί έτυχε να είναι και ή βασιλοπούλα τις με φίλες της. Μόλις αντίκρισε τον Μαβούγκου, γύρισε στο σπίτι τρέχοντας και ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ: 

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Ο Βραχμάνος, η Τίγρη και το Τσακάλι - Ινδικό Παραμύθι

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας Βραχμάνος κίνησε να πάει σ' ένα προσκύνημα. Στο δρόμο του, είδε μια τίγρη κλειδωμένη μέσα σ' ένα κλουβί να ξαπλώνει νωχελικά. Βλέποντας το καημένο το θηρίο το λυπήθηκε, που ήταν αιχμάλωτο. Αλλά μετά, σκεφτόμενος τι μεγάλο κίνδυνο θα αποτελούσαν τα άγρια ζώα αν δεν ήταν φυλακισμένα, αποφάσισε να συνεχίσει την πορεία του.

"Ω Βραχμάνε, ω ευγενή Βραχμάνε," τον κάλεσε η τίγρη, που είχε διακρίνει τη συμπάθεια στο βλέμμα του άγιου περιπλανητή, "λυπήσου με. Ελευθέρωσέ με προτού φύγεις. Είμαι διψασμένη και θέλω να πάω σ' εκείνο το ρυάκι να πιω νερό."

"Δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη," είπε ο Βραχμάνoς, κατευθύνοντας τα βήματά του πίσω στο κλουβί. "Όχι, δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη, επειδή θα με έτρωγες προτού να πας για να πιεις νερό στο ρυάκι. Όχι, φοβάμαι ..."

"Ω άγιε βασιλιά, ω αληθινά αφοσιωμένε πατέρα," ικέτευσε η τίγρη με δάκρυα στα μάτια, "σε παρακαλώ, λυπήσου με. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πολύ, δείξε οίκτο για μένα. Δε θα μπορούσα να είμαι τόσο αγνώμων ώστε να σε φάω ως αντάλλαγμα για την καλοσύνη σου. Ω, πως μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο;"

Ο Βραχμάνος συγκινήθηκε πολύ από την ικεσία της τίγρης, και έτσι ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΕΔΩ: