Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

"Ο άρκοντας και το ψέμαν" Κυπριακό παραμύθι


Picture

  Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος πολύ πλούσιος. Είχε κι ένα γιο αχαΐρευτο. Ούτε από συμβουλές έπαιρνε ούτε από τίποτα. Ο πατέρας του απελπίστηκε. Κατάλαβε πως ο γιός του, τέτοια στράτα που πήρε, ούτε λεφτά θ’ αφήσει ούτε κτήματα. Άμα εκείνος πεθάνει και ο γιος του κληρονομήσει, θα τα κάμει άνεμο και καπνό και θα πεινάσει. Σκεφτόταν λοιπόν μέρα νύχτα τι να κάνει.

Σαν γέρασε πια, τον φώναξε μια μέρα και τον πήγε στο χειρότερο από τα σπίτια του. Του λέει:

-  Εγώ παιδί μου γέρασα. Σε λίγο πεθαίνω. Από το θάνατό μου κι ύστερα, εσύ θα πεινάσει με το νου που έχεις. Αν βρεθείς σε  δύσκολη θέση, να ‘ρθεις σ’ αυτό το σπίτι, να περάσεις ένα σχοινί από το κρικέλι της καμάρας και να κρεμαστείς, να γλιτώσεις από τα βάσανα.

Ο γέρος σε λίγο καιρό πέθανε. Ο γιος τα πήρε όλα δικά του, και χρήματα και κτήματα κι άρχισε να τα ροκανίζει. Έκανε καμπόσουν φίλους, μη ρωτάς πόσους, και κάθε νύχτα κουβαλιόνταν σπίτι του και τρώγανε και πίνανε. Τον καλόπιαναν με τις ψευτιές και τις κολακείες και τους έδινε ακόμα και μετρητά. Άμα έλειψαν τα μετρητά, άρχισε το ξεπούλημα των χωραφιών, των περιβολιών, των σπιτιών. Πούλα και πούλα τα έφαγε όλα και του ‘μεινε μονάχα εκείνο το σπίτι που του παράγγειλε ο γέρος ο πατέρας του να κρεμαστεί. Κρατούσε στο πουγγί του όλο κι όλο τρία γρόσια. Οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. ΄

Την πρώτη νύχτα που κουβαλήθηκε στο παλιόσπιτο, θυμήθηκε τα λόγια που του είπε ο πατέρας του, να κρεμαστεί να μην τυρρανιέται. Αποφάσισε να το κάμει. Με τα τρία γρόσια που κρατούσε πήγε κι αγόρασε μισή οκά ψωμί και μισό τυρί χαλούμι να φάει την άλλη μέρα. Όταν πια δεν είχε δεκάρα, να κρεμαστεί να τελειώνει.

Τη νύχτα που κοιμόταν, του έφαγαν το ψωμί και το χαλούμι τα ποντίκια. δεν του άφησαν μπουκιά. Τι να κάνει; Σκέφτηκε αντί να κρεμαστεί, να πάει να βρει τους φίλους του να του δώσουν ένα κομμάτι ψωμί, αυτοί που τόσο καιρό τρώγανε από το σπίτι του. Πήγε λοιπόν και τους βρήκε στο καφενείο. Τους λέει:

-Βρε παιδιά, θα λιποθυμήσω από την πείνα. Είχα όλα κι όλα τρία γρόσια και τ’ αγόρασα ψωμί και χαλούμι και μου τα φάγανε και κείνα ψες οι ποντικοί.

Μόλις τ’ ακούσανε αυτό οι φίλοι του, σκάσανε στα γέλια. Του είπαν πως λέει ψέματα και πως οι ποντικοί δεν τρώνε ψωμί και χαλούμι. Δεν τον κέρασαν ούτε ένα καφέ.

Απελπίστηκε πια και πήγε σ’ εκείνο το παλιόσπιτο να κρεμαστεί.

Πέρασε το σχοινί από το κρικέλι. Το τράβηξε λίγο να δει αν τον σηκώνει. Μόλις έδωσε λίγο βάρος στο σχοινί, έπεσε από την καμάρα μια στάμνα γεμάτη χρυσάφι. Η στάμνα έσπασε και το σπίτι κοκκίνισε από τις λίρες. Όρμησε μάνι μάνι, τις μάζεψε και τις έκρυψε. Κάθισε στην καρέκλα και συλλογιζόταν: «Είναι δουλειά του πατέρα μου τούτη. Ο Θεός μακαρίσει τον και να μοσχομυρίσει ο τάφος του. Ήξερε τι θα πάθω και μου το έκανε αυτό μήπως και βάλω νου και καταλάβω το λάθος μου»

Από κείνη την ώρα μάζεψε το νου του απ’ όπου τον είχε. Σε λίγο καιρό, αγόρασε πιο πολλά κτήματα από κείνα που είχε. Έκτισε και καινούρια σπίτια. Οι φίλοι του θαύμαζαν από πού τα βρήκε. Τον πλησιάσανε. Ήταν μαθημένοι στο φαΐ και άρχισαν πάλι τις κολακίες και τα καλοπιάσματα. Αυτός έκανε πως δεν καταλάβαινε. Μια μέρα που πήγαν να τον χαιρετίσουν, έκανε το μαραζωμένο. Οι φίλοι του τον ρώτησαν τι έχει. Τους λέει:

-Τι να σας πω! Αγόρασα κλειδαριές, κρικέλια, καρφιά για τις πόρτες του σπιτιού μου και τη νύχτα μου τα φάγανε όλα οι ποντικοί!

Οι φίλοι του παραξενεύτηκαν. Γρήγορα όμως έκαναν πως συμφωνούν. Τον βεβαίωναν πως πράγματι οι ποντικοί τρώνε τα σιδερικά...

Τον έπνιξε το δίκιο τον πλούσιο:

-Τις προάλλες, σας είπα πως οι ποντικοί μου φάγανε το ψωμί και το χαλούμι και με κοροϊδεύατε: ήμουν φτωχός κι απένταρος. Τώρα σας λέω πως μου έφαγαν τις κλειδαριές, τα κρικέλια και τα καρφιά και για να με κολακέψετε γιατί πλούτισα πάλι, μου λέτε πως τρώνε οι πονιτκοί σίδερα! Να τσακιστείτε από δω! Τέτοιους φίλους δεν τους θέλω που:

«Τον άρκονταν πιστεύκουν τον

Και ψέματ’ αν λαλεί.

Τζαι περιπαίζουν τον φτωχόν

αλήθκειαν άμα πει».




Κωστής Κυριακίδης, Παραμύθια της Κύπρου, Νέοι Ακρίτες,
Το διαβάσαμε εδώ: Κυπριακά παραμύθκια

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Η ΚΟΥΤΑΛΟΥ Κυπριακό Παραμύθι



Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα απόμακρο μέρος της γης ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις γιούς όλοι λεβέντες και παλληκάρια και που κανένας δεν μπορούσε να τους παραβγεί στην αντρειά.
Με την ανδρειά τους που ήταν ξακουστή στα πέρατα του κόσμου, κανένας εχθρός δεν τολμούσε να απειλήσει το δικό τους βασίλειο, έτσι πάντα εκεί ήταν ειρήνη κι ο κόσμος ζούσε ευχαριστημένος και χαρούμενος.
Ο βασιλιάς τους καμάρωνε αλλά καθώς γερνούσε κάθε χρόνο όλο και πιο πολύ έπρεπε να διαλέξει σε ποιόν από τους τρείς γιούς του θα έδινε τον θρόνο και να γινόταν ο καινούργιος βασιλιάς. Για να γίνει όμως αυτό έπρεπε πρώτα να βρει ο καθένας την γυναίκα που θα παντρευόταν. Κι όποιος από τους τρείς έβρισκε την καλύτερη αυτός θα γινόταν κι ο βασιλιάς. Έτσι τους είπε να βγουν κι οι τρείς στην ταράτσα του παλατιού. Να σημαδέψουν και να ρίξουν ο καθένας με το τόξο του ένα βέλος. Κι όπου έπεφτε το βέλος αυτό, σήμαινε ότι εκεί θα έβρισκαν και την γυναίκα που θα παντρεύονταν. Βγήκαν λοιπόν όλοι στην ταράτσα, ο βασιλιάς με την βασίλισσα, ο Βεζύρης με την Βεζύραινα κι όλοι οι ακόλουθοι του παλατιού για να παρακολουθήσουν που θα έπεφτε το κάθε βέλος που θα ρίχναν τα βασιλόπουλα.
 Έπαιξαν λοιπόν οι σάλπιγγες του παλατιού και πρώτα έριξε ο μαγαλύτερος. Το βέλος διάγραψε μια μεγάλη ώσπου έφθανε το μάτι σου τροχιά,κι έπεσε ακριβώς στην αυλή του Βεζύρη. Το βασιλόπουλο καταχάρηκε γιατί η Βεζυροπούλα ήταν όμορφη και του άρεσε.
 Σημάδεψε έπειτα το δεύτερο βασιλόπουλο από την αντίθετη μεριά. Το βέλος έκανε ένα μεγάααλο κύκλο κι έπεσε στην αυλή του δήμαρχου. Το βασιλόπουλο πέταξε από την χαρά του γιατί εκεί βρισκόταν η δημαρχοπούλα που του άρεσε πολύ και στον περασμένο χορό της πρωτοχρονιάς είχε χορέψει μαζί της.
 Έφτασε τέλος κι η σειρά του τρίτου βασιλόπουλου. Σήκωσε το βέλος σημάδεψε και... έπειτα από τον κύκλο που έκανε το βέλος στον ουρανό, χαμήλωσε κι έπεσε.... στην κοπριά.
 «Μα δεν γίνεται; Σίγουρα δεν σημάδεψε καλά.» Άρχισαν να ψιθυρίζουν οι παλατιανοί. «Να ρίξει ξανά.» Σημαδεύει και πάλι το βασιλόπουλο αλλά και πάλι το βέλος έπεσε στο ίδιο σημείο. «Λάθος σημάδεψε!» μουρμούρισαν και πάλι οι παλατιανοί . «Να ξανασημαδέψει!» Όσες φορές όμως και να έριξε ο βασιλόπουλο τα βέλη συνέχισαν να πέφτουν στην κοπριά. Φαίνεται η τύχη σου βρίσκεται στα σκουπίδια γιέ μου είπε τέλος ο Βασιλιάς. Πήγαινε να την βρεις και σε ένα μήνα ακριβώς πρέπει να είστε εδώ και οι τρείς για να δούμε ποιός θα γίνει βασιλιάς.
 Έτσι το βασιλόπουλο πήγε εκεί κι άρχισε να σκάφτει για να βρει την τύχη του επάνω στην κοπριά. Έσκαψε - έσκαψε και σαν βράδιασε κι είχε τελειώσει σχεδόν όλο το μέρος αναστέναξε κουρασμένος. «Μπα δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από σκουπίδια» σκέφτηκε, όταν η αξίνα του κτύπησε σε μια τετράγωνη πλάκα. Περίεργος έπεσε στα γόνατα και με τα χέρια την καθάρισε από τα χώματα. Στην μέση της πλάκας ήταν ένας σιδερένιος χαλκάς. Τον τράβηξε με δύναμη και σαν άνοιξε η πλάκα είδε μια σκάλα που φωτιζόταν με κεριά στερεωμένα στους τοίχους. Άρχισε να κατεβαίνει να κατεβαίνει μετρώντας τα σκαλοπάτια μέχρι που έφτασε στο 99. Εκεί βρισκόταν μια πόρτα που στο πάνω μέρος της έγραφε με χρυσά γράμματα.
-«Καλώς ήλθες αφεντικό. Σπρώξε την πόρτα και μπες.» Το βασιλόπουλο την άγγιξε κι η πόρτα άνοιξε. Εκεί αντίκρισε ένα σαλόνι με ολόχρυσες καρέκλες, όμορφα κάδρα στόλιζαν τους τοίχους κι απέναντι βρισκόταν το τζάκι όπου έτριζαν τα ξύλα και μια ολοκόκκινη φωτιά που έκαιγε. Κοίταξε ένα γύρω και τότε τι να δει. Στην γωνιά σ' ένα μικροσκοπικό σκαμνάκι καθόταν ένα πεντάμορφο κορίτσι κι όταν σηκώθηκε είδε ότι δεν ήταν πιο ψηλή από την κουτάλα της σούπας.
-Ποιά είσαι σύ κοριτσάκι; ρώτησε το βασιλόπουλο που αν και τοσοδούλα είχε τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ.
 -Είμαι η Κουταλού, απάντησε με μια γλυκιά φωνή. Το ‘ξερα ότι θάρθεις και σε περίμενα. -Μα πώς το ήξερες; ρώτησε το βασιλόπουλο με περιέργεια.
 -Η μοίρα το είπε ότι όταν γίνω 18 χρονών θα έρτει να με βρει εκείνος που θα με παντρευτεί. Και σήμερα είμαι 18.
-Μα είσαι τόσο δα μικροκαμωμένη Κουταλού πως να παντρευτούμε; είπε συλλογισμένος. Είσαι όμως πολύ όμορφη και αφού το είπε η μοίρα θα παντρευτούμε. Νομίζω σε αγαπώ και για σένα, δεν πειράζει κι αν χάσω τον θρόνο. Πρέπει μόνο να σε πάρω στο παλάτι μου για να σε δει ο πατέρας μου. είπε το βασιλόπουλο. Αλλιώς όλοι θα λένε ότι δεν φέρθηκε δίκαια αν δώσει τον θρόνο σ' ένα από τα αδέλφια μου χωρίς να δούνε εσένα. Αν και αποκλείεται να σε διαλέξουν κουταλίτσα μου έτσι μια σταλίτσα που είσαι.
Πέρασε λοιπόν τις μέρες του εκεί το βασιλόπουλο μαζί με την Κουταλού μέχρι τις τελευταίες ημέρες του μήνα. Τότε η Κουταλού διάταξε και του σελώσαν ένα κάτασπρο άλογο με πλουμίδια στα χαλινάρια και για τον αυτό της σέλωσε τον πετεινό. Πήγαινε μπροστά το άλογο κι ακολουθούσε τρέχοντας ο πετεινός μέχρι που έφθασαν σ' ένα ποτάμι. Εκεί δυο γυναίκες έπλεναν τα ρούχα στην άκρη του ποταμιού ενώ δίπλα καθόταν ένα αγόρι γύρω στα δέκα του χρόνια που είχε μια τόοσο μεγάλη κοιλιά σαν αγγαστρωμένο. Το βασιλόπουλο της είπε τότε να την σηκώσει για να περάσουν αλλά η Κουταλού είπε «όχι θα περάσω με τον πετεινό». Ελα όμως που ο πετεινός φοβότανε το νερό. Το άλογο χωρίς δυσκολία πέρασε το ποτάμι ο πετεινός όμως ! - Πουρι πουρ πήγαινε! τον έσπρωχνε η Κουταλού αλλά ο πετεινός αρνιόταν.
- Κικιρικού είναι βαθιά τα νερά του ποταμιού κικιρικούυυ. Πουρι πουρ λοιπόν η Κουταλού, κικιρικού ο πετεινός κι ήταν τόσο αστείο που ο μικρός αγκαστρωμένος στην άκρη του ποταμιού άρχισε να γελά και να γελά και να γελά. Δεν μπορούσε να σταματήσει και στο τέλος ένα μπάμ ακούστηκε κι έσκασε στην μέση η μεγάλη κοιλιά του σαν μπαλόνι. Σαν έσκασε άρχισε να μικραίνει να μικραίνει που σε λίγο είχε γίνει μια κανονική σαν όλους τους ανθρώπους κοιλιά. Οι γυναίκες που πλέναν τα ρούχα τον κοιτούσαν και δεν το πίστευαν. Τραβώντας λοιπόν πάνω τα φουστάνια τους για να μην βραχούν σήκωσαν στα χέρια η μια την Κουταλού κι η άλλη τον πετεινό και τους καταφιλούσαν. -Να είσαι καλά κόρη μου. Έγινες αιτία να μικράνει η κοιλιά του παιδιού, έτσι τώρα θα χορταίνει με λίγο φαγητό. Τι καλό θα ήθελες εσύ από μας; Ρώτησε η μια κι η Κουταλού είπε αναστενάζοντας. -Θα ήθελα να γινόμουν κι εγώ ψηλή σαν και το βασιλόπουλό μου, για να μην χάσει τον θρόνο του εξαιτίας μου. - Θα γίνει κόρη μου. Και λέγοντας μερικά ξόρκια πάνω από το κεφάλι της, η Κουταλού άρχισε να ψηλώνει να ψηλώνει που σε λίγο ήταν μια βεργολυγερή και πεντάμορφη κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά.. Και τότε μίλησε η άλλη γυναίκα και συμβούλεψε την Κουταλού.
 -Όταν θα πάτε κόρη μου στο παλάτι θα έχουν μαγειρεμένο κρέας με πατάτες για μεσημεριανό. Τότε εσύ θα πάρεις το κόκκαλο και θα το ρίξεις στα γένια του βασιλιά. Αντί να τον κτυπήσει το κόκκαλο θα μεταμορφωθεί σε μια ωραία ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα που θα μοσχομυρίσουν ολόκληρο το παλάτι. Το βράδυ θα έχουν μαγειρεμένους ντολμάδες με κληματόφυλλα. Εσύ τότε θα πάρεις ένα ντολμαδάκι και θα το ρίξεις και πάλι στα γένια του Βασιλιά. Τότε θα γίνει ένα καντρί γιομάτο με ανθόνερο και θα μοσχομυρίσει ολόκληρο το παλάτι. «Τώρα να πάτε στο καλό είπαν οι γυναίκες.»
 Η Κουταλού που πια δεν μπορούσε να την σηκώσει ο πετεινός κάθισε πισωκάπουλα στο άσπρο άλογο και το βασιλόπουλο δεν χόρταινε να την κοιτάζει. Όσο για τον πετεινό τον έδωσαν δώρο στις γυναίκες. Σε λίγες ώρες έφθασαν στο παλάτι όπου τα άλλα δυο βασιλόπουλα ήταν κιόλας εκεί με τις αρραβωνιαστικές τους και τους παλατιανούς. Μόλις είδαν την πεντάμορφη Κουταλού που έλαμπε, οι άλλες δύο σκάσανε από την ζήλεια τους. Έτσι αποφάσισαν ότι θα έκαναν ότι έκανε κι εκείνη για να μην την προτιμήσει ο βασιλιάς και τους πάρει τον θρόνο. Κάθισαν λοιπόν στο τραπέζι κι η Κουταλού πήρε το μεγάλο κόκκαλο από το μπούτι με τρόπο, αλλά την είδε η άλλη. Έτσι πήρε και κείνη μια μπριτζόλα με κόκκαλο.
Σαν απόφαγαν λοιπόν κι ο Βασιλιάς άρχισε τις ερωτήσεις για να δει την εξυπνάδα των νυφών του.. άρχισε λοιπόν να ρωτάει την πρώτη γιατί παντρεύεται τον γιό του.
 -Για να γίνω βασίλισσα και όλοι να με υπακούνε, απάντησε, σας της άρεσαν τα μεγαλεία . -Εσύ γιατί θέλεις να παντρευτείς τον γιό μου; ρώτησε την δεύτερη.
-Γιατί θα έχω τα πιο ωραία ρούχα κι όταν δεν τα θέλω πια θα τα δίνω στους φτωχούς απάντησε.
 -Κι εσύ κόρη μου γιατί παντρεύεσαι τον γιό μου, ρώτησε τώρα και την Κουταλού.
- Γιατί τον αγαπώ και δεν θα ήθελα να γίνω αιτία να χάσει τον θρόνο. Όσο για ρούχα και βασίλισσα έχω το δικό μου βασίλειο απάντησε συνετά και πέταξε το κόκκαλο στα γένια του βασιλιά που ίσα του τα χάιδεψε και η ωραία ανθοδέσμη με τα τριαντάφυλλα έπεσε μπροστά του και τον μέθυσαν με την μυρωδιά τους..
Τότε ρίχνει κι η άλλη την μπριτζόλα με δύναμη που τον πήρε στο μάγουλο κάνοντας τον να μορφάσει από τον πόνο και να γίνει έξω φρενών μαζί της. Το βράδυ κάθισαν και πάλι στο στρωμένο τραπέζι όπου τα ντολμαδάκια και τ'άλλα φαγητά μοσχομύριζαν.
 Ο βασιλιάς άρχισε πάλι τις ερωτήσεις κι η Κουταλού πήρε και πάλι άριστα με τις απαντήσεις της. Στο τέλος του πετάει το ντολμαδάκι στα γένια του και το καντρί με το ανθόνερο μοσχομύρισε ολόκληρο το παλάτι. Πετάει κι η άλλη τώρα το ντολμαδάκι και γέμισαν τα γένια και ο χιτώνας του βασιλιά από ρύζια ανακατεμένα με κιμά. Κι ήταν κι από καθαρό μετάξι και πως να τον καθαρίσουν. Ο βασιλιάς θυμωμένος με την άλλη του νύφη έβαλε την κορώνα της βασίλισσας στο κεφάλι της Κουταλούς αφού άξιζε να γίνει βασίλισσα και τον θρόνο του στο μικρότερο βασιλόπουλο. Και ζήσαν κείνοι καλά κι εμείς καλύτερα.  

Μαρούλλα Πανάγου Περιστερώνας Πάφου – Κύπρος στο eBooks4Greeks.gr

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΛΥΓΕΡΗ

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μιαν βολάν τζ΄έναν καιρόν, ένας δράκος κακός και πονηρός, φύλαγε την πηγή και δεν άφηνε το νερό να τρέξει να ποτίσει το χωριό. Εξεράναν οι τόποι κι εστραγκίσαν οι βρύσες και οι λάκκοι. Oι άνθρωποι και τα δεντρά περνούσαν δυστυχίαν μεγάλην.

Οι χωριανοί έτρεμαν τον δράκον γι’ αυτό και ό,τι τους εζήτα του το έκαναν, μα και πάλι ο δράκος όλο παραπάνω ήθελεν.

Μια μέρα, τράβηξε η όρεξη του να φάει τη ζωή έξι λεβέντηδων και μιας κοπέλας. Έπεψεν* μυνήματα και χαμπάρια, πως αν δεν του κάμναν το θέλημα του δεν θα άφηνε το νερό να τρέξει.

Όταν τ΄ άκουσε το μαύρο μαντάτο η μάνα της λυγερής, ότι προορίζαν το παιδί της για τα δόντια του θηρίου, ήθελε να πεθάνει από τον καημό της. Επήγεν ο μουχτάρης* με το δάσκαλο και εξηγήσαν της μάνας της λυγερής πως το θηρίο δέν ήθελε να την φάει. Ήθελε την της είπαν για παρέα και πως άμα του πέρναγε η μοναξιά, η λυγερή θα ερχόταν πάλε πίσω.

Η μάνα της λυγερής που εκτιμούσε τη γνώμη και του δασκάλου και του μουχτάρη, τους άκουσε για το καλό του χωριού.

Κατά τη δύση του ηλίου, ακούστηκε ένας κρότος από τη μεριά του βουνού. Εσειστήκαν οι ουρανοί, εσειστήκαν και οι καμινάδες. Τότε το νερόν ήρτεν ορμητικό και χορτάσαν νερό ούλοι οι χωριανοί, και τα χτηνά*, και τα δεντρά.

Η μάνα, εκαρτέρα την λυγερή να’ ρθει πριν να πιει νερό, μα η λυγερή δεν φάνηκε. Πήγε ο μουχτάρης να την παρηγορήσει:
− Πάψε να κλαίς ορή και η λυγερή περνά καλά εκεί που πήγε. Αγάπησε το θεριό κι έμεινε μαζί του. Ζει μες το παλάτι του ευτυχισμένη.
Η μάνα δεν έβγαλε μιλιά. Από τότε τα δάκρυα της τα φυλάει και τα κάμνει κόμπο. Τα αφήνει μόνο να τρέξουν μες την ρίζα μιας πικροδάφνης που φύτεψε για να θυμάται το παιδί της.

Οι χωριανοί ούλοι ακούσαν την ιστορίαν, μα κανένας δεν ετόλμησεν να την πει της μάνας. Ελαλούσαν πως η λυγερή, όταν είδε το θεριόν εφοβήθηκεν κι ανέβηκε στην κορφή ενός κυπαρισσιού να γλυτώσει. Τo θεριόν την κατάλαβε μα έκαμε πως εν την είδε. Έχασαν πρώτα την ζωήν τους οι έξι νέοι. Τα κορμιά τους τα άφηκε εκεί κατάχαμα. Μετά εφύσησε τη φωτιάν του προς την κορυφή του κυπαρισσιού και έριξεν την λυγερή κάτω σαν το πουλί το πετούμενο. Τρεις πιθαμές πριν να φτάσει το κορμί της στο χώμα, εμφανίστηκε ένας αϊτός κι άρπαξε την ψυχή της και την εγλύτωσεν από το θεριόν. Το κορμί της έμεινεν κια χαμαί με τα κορμιά των νέων. Ο αετός πέταξε κι εχάθηκε πάνω στα βουνά. Από την ημέρα εκείνη, νιώθει η ψυχή του ότι νιώθει και η ψυχή των πλασμάτων. Μα τα πουλιά αποστρέφουνται* την αδικία και το ψέμα, για κείνο και ο αετός δεν ξανακατέβηκε πια εις το χωριό.

Τριάντα δυο χρόνους ύστερα, ο αετός ήρθε στον ύπνο μιας γειτόνισσας που ήξερε την ιστορία. Πρωί – πρωί πήγε αυτή βιαστική στη μάνα της Λυγερής:

− Το παιδί σου γειτόνισσα ....
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕ  ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ

Λεξιλόγιο: Έπεψεν= έστειλε
Μουχτάρης= Κοινοτάρχης

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Το Παιδί του Γεφυριού : Κυπριακό Παραμύθι

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας άνθρωπος που είχε έναν υπηρέτη. Ότι του έλεγε έκαμνε, ήταν έμπιστος πολλά. Ο άνθρωπος όμως τούτος, ο άρχοντας, δεν έκαμνε παιδί. Έκαμνε τάματα στους αγίους, έκαμνε ελεημοσύνες, πολλά καλά, βοηθούσε τα ορφανά, τες χήρες, του γέρους...
Ήταν ένας ποταμός κοντά στο χωριό τους. Άμα έβρεχε, κατέβαινε ο ποταμός, ορμητικός, πλατύς, και δεν μπορούσαν οι ανθρώποι να τον περάσουν, περίμεναν μέχρι να ησυχάσει και μετά. Λέει ο άνθρωπος μέσα του:
- Θα κτίσω κι ένα γιοφύρι να περνούν τα πλάσματα, να πηγαίνουν στη δουλειά τους και ίσως μου πέμψει ο Θεός ένα παιδί.

Πράγματι, έκτισε ένα μεγάλο γιοφύρι, ώσπου να χειμωνιάσει, ήταν τελειωμένο. Ότις κι ετελέψαν το κτίσιμο, λέγει στον υπηρέτη, τον μισθωτό του:
- Να πας να μπεις κάτω από το γιοφύρι, ν' αγροικήσεις τι θα λαλούν εκείνοι που θα περνούν από πάνω.
Ο υπηρέτης επήγε, ενέβην κι έκατσε κάτω από το γιοφύρι. Περνούσαν τα πλάσματα ένας - ένας κι έλεγαν:
- Έκαμε πολλά καλά τούτος ο άνθρωπος, μα τούτο το γιοφύρι είναι το καλύτερο πράγμα που μας έκαμε. Περνάς χαρά σου, μήτε να φοβηθείς τον ποταμό, μήτε τίποτε. Ο Θεός να του χαρίνει τη γυναίκα του και να του χαρίσει κι ένα παιδί.
Πέρασε αρκετή ώρα, περνούσαν άλλοι, άλλοι, τα ίδια λαλούσαν, κι εύχονταν υπέρ του ανθρώπου. Ύστερα ήρθαν τρεις - ήταν η Αγία Τριάδα. Ακούμπησαν πάνω στα κάγκελα του γιοφυριού και λαλεί η Αγία Τριάδα:
- Για τούτο το καλό και για όλα τα καλά που έκαμε ο άνθρωπος τούτος θα του πέμψει ο Θεός ένα παιδί, που άμα γίνει πέντε χρονών, ότι πει θα γίνεται.
Ο υπηρέτης άκουσε, φθόνησεν όμως η ψυχή του κι όταν νύχτωσε, αντί να πάει να πει στον αφέντη του τι άκουσε, πήγε και του είπεν άλλα:
- Περνούσαν τα πλάσματα, στέκονταν κι έλεγαν: "Ε, και τούτος... έκτισε ένα γιοφύρι και νομίζει ότι είναι κάμποσος. Τούτα όλα που κάμνει είναι αππώματα, καμώματα και κάμποσες περιχάρισες". Δεν είπαν τίποτε καλό για σένα.
Λυπήθηκε ο άνθρωπος, όμως δεν είπε τίποτε. Στο μεταξύ, έμπα μέρα, έβγα μέρα, εγκαστρώθη η γυναίκα του. Ήρθε η ώρα γέννησε, πήραν το μωρό οι γειτόνισσες, το περιποιήθηκαν, το τύλιξαν και το έβαλαν στην κούνια. Φρόντισαν και την μάνα του κι έφυγαν. Η γυναίκα κουρασμένη εκοιμήθη. Πάει τότε ο υπηρέτης, πιάνει το μωρό και το παίρνει έξω του χωριού, σε μια γυναίκα που ανάγιωνε τα μωρά, άμα πέθαινε η μάνα τους. Της λέει:
- Πάρε τούτο το μωρό να το αναγιώσεις κι ότι δαπανήσεις κι ότι θέλεις θα σε πλωρώσω. Έβγαλε μάλιστα κι της έδωσε κι ένα πεντόλιρο.
- Ε, μείνε ήσυχος, γιέ μου, εγώ αυτή τη δουλειά κάμνω.
- Α! Να το φροντίζεις ώσπου να γίνει πέντε χρονών.
Αφήνει το μωρό στη γυναίκα και πάει βουριτός πίσω στο σπίτι του αφεντικού του. Πιάνει, έσφαξε μιαν όρνιθα, παίρνει το γαίμα της και το βάλει πάνω στα χείλη και στα στήθη και στα χέρια της λεχώνας.
Σηκώνεται ο άντρας της λεχώνας το πρωΐ, πάει να δει το μωρό, δεν υπάρχει μωρό.
- Παναγία μου, Κυκκώτισσα μου! Μα τι έγινε το μωρό μας;
- Έρχεται τότε ο υπηρέτης κοντά:
- Μα τι έπαθες, αφέντη;
- Παναγία μου, χάθηκε το μωρό!
- Δεν βλέπεις, ά... φεντη πως το έφαγε η μάνα του; Δεν καταλαβαίνεις καθόλου ότι το έφαγε η γυναίκα σου; Δες, το έφαγε. Δες τα χείλη της, τα χέρια της, τα στήθη της... το έφαγε.
- Γυρίζει ο καημένος ο άνθρωπος και λέει στη γυναίκα του που στο μεταξύ είχε ξυπνήσει από τες φωνές :
- Τι έκαμες βρα; Έφαγες το μωρό μας, κόρη ασυγχώρητη;
Η γυναίκα έμεινε με ενοικτό το στώμα.
- Δεν καταλαβαίνω τίποτε. Για τ΄όνομα του Θεού και της Παναγίας, είναι δυνατό να φάω το μωρό μου; Φώναζε, έκλαιε, δεν ήξερε τι να κάμει, ήταν για να πελλάνει.
Έρχεται στο μεταξύ η Αστυνομία, την έπιασαν και την επήραν έτσι λεχώνα όπως ήταν στο νοσοκομείο κι άμα έγιανε την έβαλαν στη φυλακή.
Ο καημένος ο άντρας της έμεινε μόνος του, δεν ήξερε τι να κάμει, ήθελε να ποθάνει από το μαράζι του. Πήγαινε κάθε μήνα στη φυλακή κι έβλεπε τη γυναίκα του.
Όμως, να τους αφήκομεν τούτους και να πάμε στο παιδί.
Έμπα μέρα, έβγα μέρα, έγινε πέντε χρονών. Πήγε ο υπηρέτης εκείνος, πλήρωσε τη γυναίκα που το έγλεπε, και πήρε το παιδί. Πήγε τότες και κάθισε απέναντι των σπιτιών του βασιλέα και λέει στο παιδί :
- Να πεις να γίνει ένα σπίτι καλύτερο από το σπίτι του βασιλιά, επιπλωμένο όπως ένι τα πράγματα που έχει ο βασιλιάς.
- Ε, να γίνει ένα σπίτι καλύτερο από το σπίτι του βασιλιά, είπε το παιδί.
Πράγματι, έγινεν ένα παλάτι θαύμα, με τα πράγματα μέσα, ότι χρειαζόταν. "Να πεις να΄χει ψωμιά, να πεις να΄χει λεφτά, να πεις να' χει...", πρόστασσε συνέχεια εκείνος ο υπηρέτης και το παιδί έλεγε και γένονταν όλα.
Μια μέρα ο υπηρέτης πήγε και ζήτησε την κόρη του βασιλιά. "Να μου δώκεις την κόρη σου, έχω και παράδες πολλούς, αμέτρητους, κι ότι θέλεις. Να τα σπίτια μου και τα πράγματα μου...".
Του την έδωκε ο βασιλιάς και την πήρε στο σπίτι του. Ήταν όμως ένας σκυλόκακος... πήγαινε κι έπινε και μεθούσε κι έλεμνε την κόρη του βασιλιά μέρα - νύχτα.
Μια νύχτα, ο υπηρέτης έλειπε πάλι, πήγε να πιει. Το παιδί σκέφτηκε: θα' ρθει πάλι τώρα και θ΄αντακώσει φωνές, θα πάω να κρυφτώ κάτω από την μονή". Μπήκε κάτω από τη μονή. Γύρω - γύρω η μονή είχε ρούχο (όπως τα σκλουβέρκα) ως κάτω χαμαί και δεν φαινόνταν. Ο υπηρέτης ήρθε τα μεσάνυχτα μεθυσμένος, αρχίνησε τες φωνές, ενά κακό....
- Είσαι τέλεια πελλός, λαλεί του η βασιλοπούλα. Στο φρενοκομείο έπρεπε να σε πάρουν αντί να σε παντρέψουν μ΄ εμένα να με βασανίζεις. Φρενοκομείο ήθελες.
- Φρενοκομείο εγώνι; Να' ξερες τι κατάφερα εγώνι!
Και της είπε την ιστορία από την αρχή, όταν έκατσε κάτω από το γιοφύρι. Το παιδί στο μεταξύ αγροικούσε.
- Ήμουν από κάτω ΄κει όταν ήρθαν τρία πλάσματα και είπαν ότι ο αφέντης μου θα κάμει ένα μωρό που άμα γινεί πέντε χρονών, ότι πει θα γένεται. Κι ότις και γέννησεν πήγα κι πήρα το μωρό κι άλειψα τη μάνα του κάμποσο γαίμα της όρνιθας. Εγώ και ο άντρας της είπαμε πως το' φαγε, και την πήρε η Αστυνομία και την έβαλε στη φυλακή. Μετά από πέντε χρόνια, ανάλαβα το κοπελούδιν, κι είπε κι εγίνη τούτο το παλάτι. Γίνηκε το ένα, γίνηκε το άλλο. Εγώνι τα κατάφερα μια χαρά κι εσούνι θα μου πεις πως είμαι πελλός;".
Άμα κι άκουσε όλα τούτα, το παιδί εξέβην από την μονή και λέει του υπηρέτη:
- Η μάνα μου είναι στη φυλακή κι ο κύρης μου μαραζώνει; Να γίνεις ένας σκύλος αλυσοδεμένος!
Ξαφνικά ο υπηρέτης έγινε ένας σκύλος αλυσοδεμένος κάτω στο πάτωμα, κι έλασσε.
Λαλεί της κοπελούδας το παιδί:
- Να πάεις στον κύρη σου, γιατί δεν είναι πλάσμαν τούτο και θα γενεί πάλι τούτος ο τόπος εδώ έρημος.
Παίρνει τότε η κοπελούδα ότι είχε δικό της κι έφυγε.
Λέει τότες το παιδί:
- 'Οπως ήταν πριν χωράφι, χωράφι να γενεί πάλι τούτος ο τόπος. Εγίνη! Πιάνει τότε το σκύλο από την αλυσίδα κι ελάμνησε.
- Λάμνε, λάμνε, πήγε και βρήκε το χωριό του. Ρώτησε, βρήκε το σπίτι του, ενέβην έσω, βρήκε τον κύρη του, λαλεί του:
- Ίντα κάμνεις εδώ;
- Ίντα να κάμω ο κακότυχος; Κλείω τη μοίρα μου.
- Γιατί είσαι κακότυχος;
- Έτσι κι έτσι πάθαμε.
- Θωρείς τούτον το σκύλο; Είναι ο υπηρέτης σου.
- Ο υπηρέτης μου;
- Ναι, ήρθαν πάνω στο γιοφύρι τρία πλάσματα ενώ ο υπηρέτης σου ήταν από κάτω κι αγροίκαν. Αυτά τα τρία πλάσματα ήταν η Αγία Τριάδα κι είπε ότι θα κάμεις ένα μωρό που άμα γινεί πέντε χρονών, ότι πει θα γένεται. Κι έκαμες εμένα. Τούτος ο υπηρέτης, έσφαξε μια όρνιθα κι έχρισε τη μάνα μου γαίμα, τάχα πως μ' έφαγε. Και πού ένι η μάνα μου τώρα;
- Ένι στην φυλακή. Λάμνε να πάμε να την εύρομεν.
Σηκώνουνται, πήγαν και την ηύραν, λαλεί της ο άντρας της:
- Δες το μωρό που έκαμες.
- Το μωρό που έκαμα; Κυρι΄ελέησον, Παναγία μου Δέσποινα!
Της είπαν κι εκείνης ότι έγινε, την έβγαλαν από τη φυλακή και πήγαν εις τα σπίτια τους. Τότε ο άνθρωπος εκείνος λέγει:
- Έλεγε πως ήταν έμπιστος, και τόν επίστευα, μα δες κακό που μου΄καμε! Να τον Σκοτώσομε!
- Όχι πατέρα, λαλεί του το παιδί, τώρα θα δεις, θα πω να χαθεί, να μην ευρεθεί πια. Α! Τούτος ο σκύλος να χαθεί να πάει στ΄άγρια όρη, να μην έρθει πια ποτέ στον κόσμο.
Αμέσως χάθηκε ο σκύλος.
Έμεινε ο άνθρωπος εκείνος με τη γυναίκα του και το παιδί τους κι επέρασαν ζωή χαρισάμενη.

Κυπριακό Παραμύθι  (από την ιστοσελίδα http://noctoc-noctoc.blogspot.com/

αγρικούσε=άκουγε αππώματα=καμώματα, πελλάνει=τρελλάνει, ελάμνησε=προχώρησε, βουριτός=τρεχάτος