Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΡΑΚΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ
Πρόσωπα:
1. Καραγκιόζης
2.Χατζηβάτης
3. Ξενοφώντας Ξενοδόχος
4. Ιταλός Τουρίστας
5. Άγγλος
Καλύβα -Ξενοδοχείο
Ακούγεται το τραγούδι του Χατζηαβάτη. Ο Χατζηαβάτης τελειώνοντας το τραγούδι του ανταμώνει με τον Ξενοδόχο τον κύριο Ξενοφώντα).
ΧΑΤΖΑΤΖΑΡΗΣ : Τι κάνετε κύριε Ξενοφώντα πως πάνε οι εργασίες σας του ξενοδοχείου;
ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ : Οι εργασίες του ξενοδοχείου Χατζηαβάτη πηγαίνουν καλά, εκείνο όμως που δυσκολεύει είναι, πως τώρα το καλοκαίρι έρχονται ξένοι τουρίστες Ιταλοί, άλλοι, Εγγλέζοι και δεν γνωρίζω την γλώσσα τους για να συνεννοηθώ και μπερδεύομαι πολύ με δάφτους προ πάντων εις τον λογαριασμό.
ΧΑΤΖ: Έπρεπε κύριε Ξενοφώντα, αφού έρχονται ξένοι τουρίστες στο ξενοδοχείο σας να έχετε έναν διερμηνέα να γνωρίζει κάνα δυο γλώσσες για να μπορείτε να συνεννοηθείτε μαζί τους.
ΞΕΝΟΔ. : Είχα έναν, καλό διερμηνέα πολύ γλωσσομαθή, αλλά μου έφυγε και πήγε στον Καναδά. Εσύ που είσαι ένας καλός μεσίτης, τι λες; Μπορείς να μου βρεις έναν άνθρωπο ας μην είναι τέλειος γλωσσομαθής, τουλάχιστον να μπορεί να συνεννοηθεί με δάφτους. Θα μπορέσεις να μου βρεις κάποιον να ξέρει λίγες γλώσσες; Όχι πολλές αλλά να γνωρίζει λίγα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, ρώσικα, ισπανικά, γερμανικά, τούρκικα και βουλγάρικα.
ΧΑΤΖ.: Πολύ ευχαρίστως κύριε Ξενοφώντα αλλά καλό δεν θα είναι να ξέρει και μερικά αραβικά, κινέζικα, ιαπωνέζικα, ουγγαρέζικα και αλαμπουρνέζικα; Μείνετε ήσυχος, θα κοιτάξω να σας φέρω έναν πολύ μεγάλο γλωσσομαθή. Τώρα μάλιστα θα τρέξω.
ΞΕΝΟΔ.: θα με υποχρεώσεις Χατζηαβάτη πολύ, αν και ο κόπος σου θα βγει με το παραπάνω. Πήγαινε και θα σε περιμένω στο ξενοδοχείο (ο Ξενοδόχος χαιρετά και φεύγει).
ΧΑΤΖ. : (μονολογεί) Του είπα θα του εύρω έναν πολύ γλωσσομαθή, για να δω όμως θα το κατορθώσω να του βρω; Αυτός ο Καραγκιόζης ανακατευόταν στην Κατοχή με Ιταλούς, Γερμανούς και Άγγλους, όλο και κάτι θα ξέρει από ξένες γλώσσες. Για να τον φωνάξω να βγει, (κτυπά φωνάζει), Καραγκιόζη! Καραγκιόζη!
(Ο Καραγκιόζης ακούγεται να τραγουδά).
ΧΑΤΖ. : Από μακριά τραγουδώντας 'ρχεται και γω φωνάζω ερήμην στο σπίτι του.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: (τραγουδά).
Τουρίστες έρχονται εδώ,
με μπόγους φορτωμένοι
και οι περισσότεροι απ' αφτούς
είναι ξελιγωμένοι.
(Εμφανίζεται).
Μπόγους, κουβέρτες φέρνουνε
εδώ που κουβαλιόνται
και όπου βρουν οικόπεδο
στρώνουνε και κοιμόνται.
Έρχονται για αναψυχή
στις εξοχές γυρνάνε
φρούτα αμπέλια όταν βρουν
μπαίνουν και τα τρυγάνε.
ΧΑΤΖ.: Με τους τουρίστες τάχει, τραγουδάει τα χάλια τους...
Αξούρηγοι αχτένιστοι
καρπούζι ψωμοτύρι,
οι περισσότεροι απ'αυτούς
Τη βγάζουν ξεροσφύρι

(Πλησιάζει τον Χατζηαβάτη και τελειώνοντας το τραγούδι του,...

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ...

ΠΗΓΗ: ΙΔΡΥΜΑ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ & ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

ΓΑΤΑ, ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Photo by Martin Davey


ΓΑΤΑ, ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γάτα και βγήκε να κάνει ένα γύρο μέσα στο βουνό.. Έξαφνα την αντικρίζει ένα λιοντάρι. Η γάτα άμα είδε το λιοντάρι, ζάρωσε σ’ ένα μέρος και περίμενε να δει τι θα κάνει το λιοντάρι. Το λιοντάρι πήγε κοντά της και τη μυρίστηκε κι ύστερα της λέει:
- Κι εσύ από τη δική μας τη γενιά μοιάζεις αλλά πολύ μικρή είσαι.
Και η γάτα του λέει:
- Αν ζούσες κοντά στον άνθρωπο και συ μικρός θα ήσουν.
- Και γιατί; Ρωτά το λιοντάρι, τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Τόσο μεγάλος και άγριος είναι; Πού ’ναι να τον ιδώ;
Τότε η γάτα του λέει:
-Έλα μαζί μου να σου τον δείξω.
Το λιοντάρι άκουσε της γάτας τα λόγια και άρχισαν να περπατούν. Περπατώντας συνάντησαν έναν άνθρωπο που έκοβε ξύλα. Η γάτα λέει στο λιοντάρι:
- Να τος ο άνθρωπος. Πήγαν κοντά. Το λιοντάρι καλημέρισε τον ξυλοκόπο και του λέει: -Εσύ είσαι ο άνθρωπος;
- Εγώ, λέει αυτός.
- Έμαθα πως είσαι πολύ δυνατός και ήρθα να παλέψουμε.
- Πολύ καλά να παλέψουμε… Αλλά πρώτα βόηθησέ με να σχίσω αυτό το ξύλο και ύστερα παλέουμε.
- Να σε βοηθήσω αλλά τι να κάνω;
- Βάλε τα χέρια σου εδώ, ανάμεσα στη σχισμάδα του ξύλου κι εγώ θα το κόψω με το τσεκούρι.
Το λιοντάρι έβαλε τα δυο μπροστινά του πόδια μέσα στη χαραμάδα του ξύλου. Τότε ο ξυλοκόπος αμόλησε τη μια μεριά του κορμού που κρατούσε με τα χέρια και τα πόδια του λιονταριού σφίχτηκαν εκεί μέσα. Αρπάει τότε ο άνθρωπος ένα ρόπαλο και αρχινά, δώσ’ του και δώσ’ του ξύλο! Πού σε πονεί και που σε σφάζει! Τό’κανε το λιοντάρι τ’ αλατιού! Κατόπιν άνοιξε το ξύλο και ξελύθηκαν τα χέρια του λιονταριού που ξαπλώθηκε κάτω σαν ψόφιο. Ύστερα ο άνθρωπος φορτώθηκε το ξινάρι του και τράβηξε για το σπίτι του.
Σαν έφυγε ο άνθρωπος, βγήκε η γάτα που ήταν κρυμμένη, πήγε κοντά στο λιοντάρι και το ρώτησε άμα ήρθε στα συγκαλά του:
- Πώς σου φάνηκε ο άνθρωπος;
- Εγώ, άμα ήμουν στη θέση σου, από σένα ακόμη πιο μικρός θα απόμνησκα.*

*απόμνησκα= θα απόμενα

ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΕΡΟΣ 2ο , ΟΕΔΒ1982)

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

1. Ἕνας ὄνος ἤκουσε τὸν τζίτζικαν νὰ τραγουδῇ καὶ τόσον τοῦ ἤρεσε, ὥστε ἐλησμόνησε τί φωνὴν ἔχει ὁ ἴδιος καὶ ἐνόμισε διὰ τοῦτο, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ γίνῃ θαυμάσιος τραγουδιστής. Μόλις ὅμως ἤρχισε τοὺς ὀγκανισμούς του, τὰ τζιτζίκια ἐσιὼπησαν ἀπὸ φόβον.

—Ἐσιώπησαν νικημένα! εἶπεν ὁ ὄνος.

—Ὅπως σιωποῦν καὶ τὰ ἄλλα πουλιά, ὅταν τὸ ἀηδόνι ἀρχίζῃ νὰ ψάλλῃ, τὸν εἰρωνεύθη μία ἀλεποῦ, ποὺ ἔτυχε νὰ διέρχεται ἐκεῖ κοντά.

2. Μίαν ἄλλην φορὰν ὁ ἴδιος ὁ ὄνος ἀνέβη ἐπάνω εἰς τὰ κεραμίδια ἑνὸς μικροῦ οἰκίσκου καὶ ἐχόρευε. Τὰ κεραμίδια ἔσπασαν ὅλα καὶ ὁ νοικοκύρης ἔπιασε τὸν ὄνον καὶ ἤρχισε νὰ τὸν δέρνῃ μὲ μανίαν.

—Διατί μὲ κτυπᾷς; Χθὲς ἀνέβη εἰς τὴν ἰδίαν στέγην τὸ νεογέννητον κατσίκι καὶ σᾶς εἶδα ὅλους ποὺ ἐγελούσατε εὐχαριστημένοι διὰ τὰ πηδήματά του. Ἐγὼ σήμερον ἔκαμα τὸ αὐτό, καὶ σεῖς, ἀντὶ νὰ γελάσετε, ἰδού, ὅτι μὲ δέρνετε. Διατί αὐτὴ ἡ ἀδικία;

3. Μίαν ὅμως φορὰν ὁ ὄνος ἐφάνη πολὺ ἔξυπνος. Ἦτο μόνος μακρὰν εἰς ἕνα λιβάδι. Ἐκεῖ παρουσιάσθη ἕνας λύκος καὶ ἤθελε νὰ φάγῃ τὸν ὄνον. Ὁ δυστυχὴς κατέφυγεν εἰς τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Μόλις εἶδε τὸν λύκον, ἤρχισε νὰ ὑποκρίνεται, ὅτι κουτσαίνει καὶ εἶπε πρὸς τὸν λύκον:

—Τὸ γνωρίζω, ὅτι θὰ μὲ φάγῃς. Προηγουμένως ὅμως μίαν χάριν σοῦ ζητῶ. Ἔχω πατήσει ἕνα μεγάλο ἀγκάθι μὲ τὸ δεξιὸν πισινὸν πόδι μου. Σὲ παρακαλῶ, βοήθησέ με καὶ βγάλε το διὰ νὰ μὴν πονῶ τώρα καὶ κατόπιν μὲ τρώγεις μὲ τὴν ἡσυχίαν σου. Μὴ μοῦ ἀρνηθῇς, σὲ παρακαλῶ, αὐτὴν τὴν χάριν, εἶσαι τόσον καλός!

Ὁ λύκος ἐπίστευσε καὶ ἐδέχθη μὲ προθυμίαν. Ὁ ὄνος ἐσήκωσε τότε καὶ ἐμάζευσεν ὀλίγον τὸ πόδι του, ὁ δὲ λύκος ἐπῆγεν ὀπίσω καὶ ἀνύποπτος ἐπλησίασε τὸ πρόσωπον. Τότε, εἰς στιγμὴν κατάλληλον, ὁ ὄνος ἔδωσε μίαν τόσον δυνατὴν κλωτσιὰν εἰς τὸν λύκον, ὥστε τὸν ἐτραυμάτισεν εἰς τὸ κεφάλι καὶ τοῦ κατέστρεψε καὶ τὰς δύο σιαγόνας.

Πονῶν καὶ κλαίων ὁ λύκος ἔφυγε πρὸς τὴν φωλεάν του. Καθ’ ὁδὸν ἔλεγεν:

—Καλὰ νὰ τὰ πάθω, διότι δὲν ἤμην εὐχαριστημένος μὲ ὅσα εἶχα, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ γίνω καὶ κτηνίατρος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παραμύθι έχουμε κρατήσει το πολυτονικό σύστημα, όπως δημοσιεύτηκε στο Αναγνωστικό Γ΄ Δημοτικού το 1978

Το μύδι και ο ποντικός

Αν ρίξετε ένα πήλινο κανάτι στη θάλασσα και το ανασύρετε έπειτα από κάμποσο καιρό, είναι πιθανόν να βρείτε μέσα ένα χταπόδι. Αν όμως αφήσετε σ’ ένα ήσυχο μέρος του βυθού ένα ξύλο ή ένα σίδερο, θα δείτε έπειτα από ένα διάστημα να σχηματίζεται εκεί πάνω μια ολόκληρη αποικία από μύδια. Τέτοιες αποικίες συναντά κανείς σε πολλά μέρη, όταν ο βυθός είναι κατάλληλος και τα νερά ήσυχα. Είναι οι αρχαιότερες αποικίες της υφηλίου, πολύ παλιότερες από τις αποικίες των Φοινίκων και των Ελλήνων.

Το μύδι, προστατευόμενο από το διπλό όστρακό του, που ανοίγει και κλείνει σαν τσιμπίδα, δεν αντιμετωπίζει πολλούς κινδύνους, ούτε έχει πολλούς εχθρούς. Δεν φοβάται σχεδόν κανένα, εκτός από τον αστερία – το σταυρό της θάλασσας – και τον τσαγανό, όπως λέγεται ένας μικρός, τετραπέρατος καβουράκος του βυθού.

Ο πρώτος, ο αστερίας, θεωρείται, και είναι, ο μεγαλύτερος χαλαστής της γενιάς των μυδιών και των στρειδιών. Ζυγώνει το θύμα του, το αγκαλιάζει, το πιέζει, το ανοίγει και το τρώει.

Ο άλλος εχθρός, ο τσαγανός, έχει άλλη τακτική. Αυτός το μύδι το τρώει σιγά-σιγά. Πώς όμως μπορεί και το ανοίγει; Χμ! Έχει τον τρόπο του.

Αλλά, πριν εκθέσουμε αυτόν τον τρόπο, θα παρουσιάσουμε έναν άλλο φαγά, έναν άλλο περίεργο κι απίθανο εχθρό του μυδιού, στεριανής προελεύσεως. Και τώρα πια πρέπει να φέρουμε την συζήτηση στον ποντικό, γιατί αυτός είναι ο από ξηράς επιδρομέας.

Ο ποντικός είναι πολυμήχανος. Καταφέρνει δουλειές που σου έρχεται ζαλάδα. Σκαρφαλώνει στον τοίχο, τρυπά τη σανίδα, κλέβει τ’ αυγά. Τέλος, ανάμεσα στ’ άλλα, είναι και δεινός κολυμβητής. Κάνει και μακροβούτια. Λαμπρά, όλα αυτά είναι γνωστά και δεν εκπλήσσουν κανένα.

Εκείνο όμως, που δεν περίμενε κανείς, είναι ότι θα επεξέτεινε τη δράση του και μέχρι βυθού! Και όμως, και αυτό γίνεται. Φτάνει και στο βυθό ακόμη και επιτίθεται στα μύδια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τριγυρίζει συχνά μυστηριωδώς στο παραθαλάσσιο. Πολλοί τον έβλεπαν κι απορούσαν. Μια μέρα όμως το μυστήριο διαλευκάνθηκε. Βρέθηκε ποντικός πιασμένος σε μια περίεργη παγίδα του βυθού: ένα μεγάλο μύδι βαστούσα στην τσιμπίδα του οστράκου του ένα ποντικό από το μουσούδι! Πειστήριο τρομαχτικό! Το πράγμα ήταν ολοφάνερο. Ο ποντικός νοστιμευόταν τα μύδια και κατέβαινε και τα έτρωγε. Όσο που πιάστηκε από ένα! Γεννιόταν όμως μια νέα απορία: Πώς μπορούσε ο ποντικός και έτρωγε τα μύδια; Πώς τα άνοιγε; Και, αν υποτεθεί ότι τα πρόφταινε ανοιχτά, πως δεν πιανόταν τόσον καιρό; Με τι τρόπο ο ποντικός αποφεύγει την τσιμπίδα και γενικά πώς καταφέρνει και τρώει το μύδι; Λοιπόν ιδού το τέχνασμα! Όταν ο ποντικός διακρίνει από ψηλά το μύδι ανοιχτό, παίρνει με το στόμα του μια πέτρα μικρή, πηγαίνει στην άκρη και του τη ρίχνει. Μπλουμ! Ενενήντα στα εκατό η πέτρα βρίσκει το στόχο, δηλαδή πέφτει ακριβώς ανάμεσα στις δυο κουτάλες του μυδιού. Εκείνο τρομαγμένο προσπαθεί να κλείσει. Μα είναι αδύνατο. Η πέτρα το εμποδίζει. Και η θύρα μένει μισάνοιχτη. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ζητήματα μιας απλής βουτιάς. Όπως βλέπετε, το τέχνασμα είναι πολύ έξυπνο και πολύ απλό.

Την ίδια λοιπόν μέθοδο μεταχειρίζεται και ο τσαγανός. Κουβαλάει και αυτός μια πέτρα και τη ρίχνει στο άνοιγμα της θύρας του στρειδιού ή του μυδιού και η θύρα δεν μπορεί να κλείσει πια. Και τότε εκείνος μπαίνει μέσα άφοβα και στρώνεται στο φαΐ. Μιμείται άραγε τον ποντικό ή ο ποντικός πήρε το σχέδιο από τον τσαγανό; Σε ποιον ανήκει η πατρότητα της εφευρέσεως; Ή πρόκειται για απλή σύμπτωση; Μάλλον αυτό θα συμβαίνει. Τα μεγάλα πνεύματα πάντοτε συναντιούνται.

Αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού, 1978 Θέμος Ποταμιάνος, «Εδώ Βυθός»

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΛΥΓΕΡΗ

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μιαν βολάν τζ΄έναν καιρόν, ένας δράκος κακός και πονηρός, φύλαγε την πηγή και δεν άφηνε το νερό να τρέξει να ποτίσει το χωριό. Εξεράναν οι τόποι κι εστραγκίσαν οι βρύσες και οι λάκκοι. Oι άνθρωποι και τα δεντρά περνούσαν δυστυχίαν μεγάλην.

Οι χωριανοί έτρεμαν τον δράκον γι’ αυτό και ό,τι τους εζήτα του το έκαναν, μα και πάλι ο δράκος όλο παραπάνω ήθελεν.

Μια μέρα, τράβηξε η όρεξη του να φάει τη ζωή έξι λεβέντηδων και μιας κοπέλας. Έπεψεν* μυνήματα και χαμπάρια, πως αν δεν του κάμναν το θέλημα του δεν θα άφηνε το νερό να τρέξει.

Όταν τ΄ άκουσε το μαύρο μαντάτο η μάνα της λυγερής, ότι προορίζαν το παιδί της για τα δόντια του θηρίου, ήθελε να πεθάνει από τον καημό της. Επήγεν ο μουχτάρης* με το δάσκαλο και εξηγήσαν της μάνας της λυγερής πως το θηρίο δέν ήθελε να την φάει. Ήθελε την της είπαν για παρέα και πως άμα του πέρναγε η μοναξιά, η λυγερή θα ερχόταν πάλε πίσω.

Η μάνα της λυγερής που εκτιμούσε τη γνώμη και του δασκάλου και του μουχτάρη, τους άκουσε για το καλό του χωριού.

Κατά τη δύση του ηλίου, ακούστηκε ένας κρότος από τη μεριά του βουνού. Εσειστήκαν οι ουρανοί, εσειστήκαν και οι καμινάδες. Τότε το νερόν ήρτεν ορμητικό και χορτάσαν νερό ούλοι οι χωριανοί, και τα χτηνά*, και τα δεντρά.

Η μάνα, εκαρτέρα την λυγερή να’ ρθει πριν να πιει νερό, μα η λυγερή δεν φάνηκε. Πήγε ο μουχτάρης να την παρηγορήσει:
− Πάψε να κλαίς ορή και η λυγερή περνά καλά εκεί που πήγε. Αγάπησε το θεριό κι έμεινε μαζί του. Ζει μες το παλάτι του ευτυχισμένη.
Η μάνα δεν έβγαλε μιλιά. Από τότε τα δάκρυα της τα φυλάει και τα κάμνει κόμπο. Τα αφήνει μόνο να τρέξουν μες την ρίζα μιας πικροδάφνης που φύτεψε για να θυμάται το παιδί της.

Οι χωριανοί ούλοι ακούσαν την ιστορίαν, μα κανένας δεν ετόλμησεν να την πει της μάνας. Ελαλούσαν πως η λυγερή, όταν είδε το θεριόν εφοβήθηκεν κι ανέβηκε στην κορφή ενός κυπαρισσιού να γλυτώσει. Τo θεριόν την κατάλαβε μα έκαμε πως εν την είδε. Έχασαν πρώτα την ζωήν τους οι έξι νέοι. Τα κορμιά τους τα άφηκε εκεί κατάχαμα. Μετά εφύσησε τη φωτιάν του προς την κορυφή του κυπαρισσιού και έριξεν την λυγερή κάτω σαν το πουλί το πετούμενο. Τρεις πιθαμές πριν να φτάσει το κορμί της στο χώμα, εμφανίστηκε ένας αϊτός κι άρπαξε την ψυχή της και την εγλύτωσεν από το θεριόν. Το κορμί της έμεινεν κια χαμαί με τα κορμιά των νέων. Ο αετός πέταξε κι εχάθηκε πάνω στα βουνά. Από την ημέρα εκείνη, νιώθει η ψυχή του ότι νιώθει και η ψυχή των πλασμάτων. Μα τα πουλιά αποστρέφουνται* την αδικία και το ψέμα, για κείνο και ο αετός δεν ξανακατέβηκε πια εις το χωριό.

Τριάντα δυο χρόνους ύστερα, ο αετός ήρθε στον ύπνο μιας γειτόνισσας που ήξερε την ιστορία. Πρωί – πρωί πήγε αυτή βιαστική στη μάνα της Λυγερής:

− Το παιδί σου γειτόνισσα ....
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕ  ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ

Λεξιλόγιο: Έπεψεν= έστειλε
Μουχτάρης= Κοινοτάρχης

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Το Πάντα και το Ποτέ ενάντια στις Μερικές Φορές…

Μια σχετικά ελεύθερη απόδοση του παραμυθιού «Siempre y Nunca contra a veces!» σε μετάφραση Jaquou Utopie. Λίγο "δύσκολο" αυτό το παραμύθι γι' αυτό διαβάστε το προσεκτικά.

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν δύο φορές. Τη μία τη λέγανε Mία Φορά και την άλλη τη λέγανε Άλλη Φορά. Η Μία και η Άλλη Φορά ήταν η οικογένεια Μερικές Φορές, που ζούσε και είχε και καμιά φορά φαγητό στο τραπέζι. Οι μεγάλοι αυτοκράτορες, που τότε κυριαρχούσαν στον κόσμο, ήταν το Πάντα και το Ποτέ που, όπως ήταν αναμενόμενο, μισούσαν μέχρι θανάτου την οικογένεια Μερικές Φορές. Ούτε το Πάντα, αλλά ούτε και το Ποτέ μπορούσαν να ανεχτούν την ύπαρξη των Μερικές Φορές.
Το Πάντα δεν μπορούσε να επιτρέψει στη Μια Φορά να ζεί στο βασίλειό του, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι το Πάντα δεν θα ήταν πια βασιλιάς, γιατί όταν υπάρχει η μια φορά τότε δεν μπορεί να υπάρχει και το για πάντα.
Αλλά και το Ποτέ, επίσης, δεν μπορούσε να επιτρέψει στην Άλλη Φορά να ξαναεμφανιστεί στο βασίλειό του, γιατί το ποτέ δεν μπορεί να συνυπάρξει με καμία φορά, πολύ δε περισσότερο αν αυτή η φορά είναι μια άλλη φορά.
Έτσι η Μία και η Άλλη Φορά περνούσαν το καιρό τους ενοχλώντας κι εκνευρίζοντας αρκετές φορές το Πάντα και το Ποτέ. Μέχρι που κάποτε το Πάντα τις άφησε στην ησυχία τους για πάντα και το Ποτέ δεν τις ξαναενόχλησε ποτέ. Και απο τότε η Μία και η Άλλη Φορά περνάνε τον καιρό τους με παιχνίδια, ξανά και ξανά.”Τι βλέπεις να φορώ;” ρωτάει η Μία Φορά και η Άλλη Φορά απαντάει “Αφού δεν βλέπεις τι φοράς;”
Κι έτσι ζούνε ευτυχισμένες τις πιο πολλές φορές! Και πάντα είναι η Μία και η Άλλη Φορά και ποτέ δεν διάλεξαν να γίνουν οι Μερικές Φορές.

Καμιά φορά είναι πολύ δύσκολο να διακρίνεις ανάμεσα στη μία και στην άλλη φορά.
Ποτέ δεν χρειάζεται να λες Πάντα (εντάξει… ίσως καμια φορά)
Τα “Πάντα” και τα “Ποτέ” τα επιβάλλουν αυτοί “από τα πάνω”, αλλά από τα κάτω εμφανίζονται “οι ενοχλητικές” Μία Φορά και Άλλη Φορά, που καμια φορά είναι ένας τρόπος για να ονομάζεις τους “διαφορετικούς” ή τους “περίεργους”.
Ποτέ δεν θα ξαναγράψω τέτοια ιστορία, κι εγώ πάντα τηρώ αυτό που λέω (εντάξει… καμια φορά όχι)


Μετάφραση Jaquou Utopie

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Τα Δίδυμα Αδέρφια. Αφρικάνικο Παραμύθι

Από την Anna-Maria Vasilaki

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γυναίκα που είχε δίδυμα αγόρια. Τον Λουέμπα και τον Μαβούγκου.
Την ημέρα που γεννήθηκαν μια μάγισσα έδωσε στη μητέρα δύο πέτρες στρογγυλές και λείες. Της είπε ότι αυτά είναι τα φυλαχτά τους και ότι δεν έπρεπε ποτέ να τα βγάλουν από το λαιμό τους και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν να τους ενημερώσει. Η γυναίκα έκανε ακριβώς όπως της είπε η μάγισσα και τα παιδιά μεγάλωσαν και έγιναν δύο πολύ όμορφα παλικάρια.
Ένα πρωί ο Μαβούγκου αποφάσισε να ταξιδέψει γιατί ζωή στο χωρίο του φαινόταν πολύ μονότονη και τον είχε κουράσει. Έτσι το ανακοίνωσε στη μητέρα του.
- Δεν έχω καμία αντίρρηση να φύγεις παιδί μου και να ταξιδέψεις αλλά στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα μαζί σου μιας και είμαστε τόσο φτωχοί.
- Δεν πειράζει μητέρα, είπε ο Μαβούγκου, άλλωστε είναι καιρός να δοκιμάσω και τη δύναμη του μαγικού μου φυλαχτού!
Έτσι αποχαιρέτησε τη μητέρα του και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κατευθύνθηκε προς το δάσος. Όταν έφτασε εκεί, έκοψε μερικά φύλα και τα άγγιξε με το φυλαχτό του και ρίχνοντας τα ένα, ένα κάτω είπε:
«Να γίνεις άλογο»
«Να γίνεις μαχαίρι»
« Να γίνεις τουφέκι»
Έτσι και έγινε! Ένα πανέμορφο άσπρο άλογο ξεπήδησε μπροστά του, ένα μαχαίρι βρέθηκε κρεμασμένο στο ζωνάρι του και τέλος ένα τουφέκι περάστηκε στον ώμο του. Ο Μαβούγκου χάρηκε πολύ. Καβάλησε αμέσως το άλογο και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κάποια στιγμή κουράστηκε και πείνασε. Τότε κρατώντας το φυλαχτό του είπε:
- Λοιπόν φυλαχτό μου; Κουράστηκα και πείνασα. Θα με αφήσεις να πεθάνω της πείνας; Και αγγίζοντας μια πέτρα ένα τεράστιο και πλουσιοπάροχο τραπέζι απλώθηκε μπροστά του με όλες τις λιχουδιές. Έτσι, ο Μαβούγκου αφού έφαγε ήπιε και ξαπόστασε συνέχισε το ταξίδι του.
Όχι πολύ μακριά από εκεί που ξαπόστασε ο Μαβούγκου υπήρχε μια πολιτεία πολύ όμορφη. Ο βασιλιάς της πολιτείας αυτής είχε μια κόρη όμορφη αλλά και πολύ πεισματάρα. Πολλοί την είχαν ζητήσει για γυναίκα τους αλλά εκείνη συνεχώς αρνιόταν.
Ο Μαβούγκου έφτασε λοιπόν στην πολιτεία και στάθηκε για λίγο στην ακροποταμιά. Εκεί έτυχε να είναι και ή βασιλοπούλα τις με φίλες της. Μόλις αντίκρισε τον Μαβούγκου, γύρισε στο σπίτι τρέχοντας και ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ: 

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Το Χαμομηλάκι και το Γαϊδουράγκαθο

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός πευκοδάσους, ζούσε ένα μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι. Τα φύλλα του ήταν πολλά. Δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να τα μετρήσει. Ποιος ο λόγος άλλωστε; Ήταν οι πρώτες μέρες της άνοιξης και είχε καλύτερα πράγματα να κάνει. Παρατηρούσε τα πουλιά και τις πεταλούδες που χόρευαν γύρω του, μύριζε τα αρώματα που έρχονταν από το δάσος και χαμογελούσε με τον αέρα που έκανε τα αγριόχορτα να του γαργαλάνε τα πόδια.
Στο ίδιο μέρος, λίγα εκατοστά πιο μακριά, ζούσε ένα γαϊδουράγκαθο. Ήταν ψηλό, με δυνατό κορμό, κοφτερά αγκάθια και ένα μεγάλο μωβ λουλούδι. Η αλήθεια είναι πως έδειχνε -και ήταν- πολύ επιβλητικό. Στεκόταν αγέρωχο και έδειχνε να χαίρεται τη θέση του, ψηλότερα από όλα τα υπόλοιπα φυτά της περιοχής. Ήταν όμως ψηλομύτικο και σκληρός χαρακτήρας. Η σχέση του με τα υπόλοιπα φυτά δεν ήταν καλή. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να το συμπαθήσουν έτσι όπως ήταν γεμάτο σαρκασμό και έτοιμο να ειρωνευτεί οποιονδήποτε για το παραμικρό;
Μια φορά, το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι, όταν διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά τα βλέμματα τους, του είπε χαμογελαστά: “Καλημέρα φίλε μου…”. Αντί να απαντήσει, το γαϊδουράγκαθο τινάχτηκε επιδέξια και ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ:
ΑΠΟ: PAPET

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΗΧΟΥΣ

Μια φορά κι έναν καιρό στην Ηχητικούπολη, ζούσαν τρεις φίλοι. Το Θρόισμα, η Φωνή και ο Κρότος. Αυτοί οι φίλοι ήταν πολύ σημαντικοί για την Ηχητικούπολη, γιατί χωρίς εκείνους ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός. Δίχως τη Φωνή κανείς δε θα μπορούσε να μιλήσει. Δίχως το Θρόισμα δε θα ακούγονταν τα φύλλα των δέντρων και δίχως τον Κρότο θα υπήρχε υπερβολική ησυχία.

Όλοι τούς θεωρούσαν και τους τρεις χρήσιμους αλλά εκείνοι πίστευαν ότι ήταν ασήμαντοι. Μια μέρα αποφάσισαν να αλλάξουν δουλειές. Η Φωνή προσπάθησε να κάνει το θρόισμα αλλά τα φύλλα δε θρόιζαν, μιλούσαν! Ο Κρότος προσπάθησε να κάνει τη φωνή αλλά οι άνθρωποι δε μιλούσαν, έβγαζαν κρότους! Το Θρόισμα προσπάθησε να πάρει τη θέση του Κρότου, όμως αντί να υπάρχει κρότος, όλα θρόιζαν και έβγαζαν περίεργους ήχους!

Πολύ γρήγορα παράτησαν την προσπάθειά τους. Κατάλαβαν πως η δουλειά τους ήταν να παράγουν τους δικούς τους ήχους και όχι τους ήχους κάποιων άλλων.
Αυτό ισχύει και γενικότερα στη ζωή μας: Ο καθένας στην ειδικότητά του. Αν ασχολούμαστε με πράγματα που δε γνωρίζουμε καλά, τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα ευχάριστα

Από την Άννα Σ.(Ε΄τάξη)

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Σαν παραμύθι του παππού ...

Η φλογέρα του βασιλιά, τα ποντίκια, οι γάτες που τα έφαγαν και οι σκύλοι που έδιωξαν τις γάτες από το νησί...
(από τον Αλέξάνδρο Δημητρακόπουλο)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που φορούσε συνέχεια στέμμα και κόκκινη χλαμύδα από ακριβό βελούδο. Αγαπούσε τη μουσική μα περισσότερο από όλα τα όργανα λάτρευε την φλογέρα. Δεν είχε άδικο για αυτή του την προτίμηση γιατί αποδείχθηκε ότι η φλογέρα ήταν μαγική. Ο ήχος της και τα σκαμπανεβάσματα στην κλίμακα του “ντο” και του “σολ” μάγευε τα ποντίκια, τα έκανε πειθήνια όργανα, τα τύφλωνε στα μάτια και στο νου.

Έτσι για να σώσει τη χώρα του ο καλός βασιλιάς από τον αλόγιστο πολλαπλασιασμό των ποντικιών αποφάσισε να επέμβει. Πώρε τη φλογέρα και παίζοντας άρχισε να διασχίζει τους δρόμους του βασιλείου του. Και ώ του θαύματος! Πίσω σχηματίσθηκε μία ατέλειωτη ουρά από τα σιχαμερά αυτά ζώα. Μπροστά λοιπόν ο βασιλιάς και πίσω του τα στίφη των ποντικιών. Σώθηκε η χώρα, εξαφανίστηκαν τα ποντίκια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Όμως κάποια από αυτά σκαρφάλωσαν σε πλοίο, το πλοίο βυθίστηκε σε κάποιο ταξίδι και τα ποντίκια βγήκαν σε κοντινό νησί. Σε ένα χρόνο εκεί στο νησί πολλαπλασιάστηκαν πάρα πολύ και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να φέρουν γάτες. Έτσι οι ποντικοί εξαφανίστηκαν, οι γάτες όμως αυξήθηκαν και αυτές πάρα πολύ.

Ο γεροντότερος του νησιού πρότεινε τότε ...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΕΔΩ:

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

ΜΑΝΤΕΨΕ ΠΟΣΟ Σ' ΑΓΑΠΩ!


Διαβάστε το παραμυθάκι του Σαμ Μακμπράτνεϋ με υπέροχη εικονογράφηση από την Ανίτα Τζεράμ.
“Μάντεψε πόσο σ αγαπώ!” είπε. “Ω! δε νομίζω ότι μπορώ να το μαντέψω αυτό!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. “Τόσο πολύ!” είπε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι ανοίγοντας τα χέρια του όσο πιο πλατιά μπορούσε. Ο Μεγάλος Καστανός Λαγός είχε μεγαλύτερα χέρια. “Εγώ όμως αγαπώ ΕΣΕΝΑ τόσο πολύ!” είπε.
Χμ, αυτό είναι πολύ , σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Σ αγαπώ τόσο, όσο ψηλά μπορώ να φτάσω!” είπε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Κι εγώ σ αγαπώ τόσο, όσο ψηλά μπορώ ΕΓΩ να φτάσω!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. Αυτό είναι αρκετά ψηλά, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. Θα ήθελα κι εγώ να είχα χέρια τόσο μεγάλα.
Τότε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι είχε μια καλή ιδέα. Στηρίχτηκε στο έδαφος με τα χέρια του και έφτασε με τα πόδια του όσο πιο ψηλά μπορούσε στον κορμό του δέντρου. “Σ αγαπώ μέχρι τα πόδια μου!” είπε. “Κι εγώ σ αγαπώ μέχρι τα πόδια σου!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός σηκώνοντας το Μικρό Καστανό Λαγουδακι πάνω από το κεφάλι του.
“Σ αγαπώ τόσο όσο μπορώ να πηδηξω!” είπε γελώντας το Μικρό Καστανό Λαγουδακι πηδώντας πάνω κάτω. “Αλλά εγώ σ αγαπώ όσο ΕΓΩ μπορώ να πηδηξω!” χαμογέλασε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός- και πήδηξε τόσο ψηλά που τα αυτιά του άγγιξαν τα κλαδιά του δέντρου. Πολύ ψηλό πήδημα, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. Αχ να πηδούσα κι Εγώ τόσο ψηλά!

“Σ αγαπώ από δω μέχρι το ποτάμι!”, φώναξε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι. “Σ αγαπώ και μετά από το ποτάμι, πάνω από τους λόφους!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός.
Είναι πράγματι πολύ μακριά, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό λαγουδακι. Είχε νυστάξει πολύ για να σκεφτεί περισσότερο. Τότε κοίταξε μέσα από τους θάμνους την μεγάλη μαύρη νύχτα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από τον ουρανό. “Σ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι!”, είπε και τα μάτια του έκλεισαν.
” Ω αυτό είναι πολύ μακριά!”, είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. “Είναι πολύ μακριά”. Ο Μεγάλος Καστανός Λαγός έβαλε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι στο κρεβάτι του. Έσκυψε και το φίλησε στο μέτωπο. Μετά ξάπλωσε δίπλα του και ψιθύρισε με χαμόγελο:
“Σ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι- ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΞΑΝΑ!”.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ

Παραμύθι που γράφτηκε από κοινού από μαθητές του Α' Δημοτικού Σχολείου Λατσιών (Κύπρος) και του Δημοτικού Σχολείου Δημητριτσίου (Ελλάδα)

Μια σταγόνα  ταξιδεύει. 
 Κεφάλαιο 1ο
 Η μαμά σταγόνα, ο μπαμπάς σταγόνα, ο Σταγονούλης και η αδελφή του η σταγονίτσα η Μαριλού, άνοιξαν τα μάτια τους στον πρωινό ήλιο. Όλα ήταν τόσο όμορφα γύρω. Το ποτάμι κελάρυζε ήσυχα. Το ποτάμι ήταν το σπίτι τους.
Ξαφνικά όμως, κι ενώ όλα ήταν τόσο ήσυχα, φάνηκε μια μεγάλη βρώμικη και γκρίζα κηλίδα. Καθώς έπλεε στην επιφάνεια του νερού άφηνε πίσω της διάφορα χρώματα και μόλυνε το νερό. Ήταν ο κύριος Πετρελένιος με την κυρία Πετρελένιου και τα πολλά, πολλά παιδάκια τους. Συζητούσαν κι έλεγαν πώς να πλησιάσουν και να μολύνουν όσο το δυνατόν πιο πολλές σταγόνες νερού από το ποτάμι. Κι έβαλαν σε εφαρμογή το τρομερό και βρώμικο σχέδιό τους. Κολλούσαν στις καθαρές σταγόνες και τις ρύπαιναν. Δεν άργησε να έρθει και η σειρά της σταγονίτσας Μαριλού. Κατάλαβε ότι το καθαρό της φόρεμα έγινε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη γεμάτο πιτσιλιές από πετρέλαιο. Η ώρα περνούσε και η οικογένεια Πετρελένιου συνέχιζε το ρυπαρό και μολυσματικό της έργο.
Είχε γίνει πια μεσημέρι. Ο ήλιος ζέσταινε το ποτάμι. Μερικές σταγόνες άρχισαν να εξατμίζονται και να ανεβαίνουν στον ουρανό. Μια απ’ αυτές τις σταγόνες ήταν και η Μαριλού. Όσο ανέβαινε σκεφτόταν την καταστροφή του σπιτιού της. Δεν ήξερε ποιος έστειλε την πετρελαιοκηλίδα. Όλο και ανέβαινε και σκεφτόταν ότι πρέπει να πολλαπλασιαστούν οι σταγόνες του νερού στο ποτάμι, έτσι ώστε να νικήσουν την οικογένεια του κυρίου Πετρελένιου. Σκεφτόταν ακόμη ότι πρέπει να αποδείξουν, ότι το νερό είναι το πιο σημαντικό πράγμα σε όλο τον κόσμο.
- Να σταματήσουν πια να χρησιμοποιούνε πετρέλαιο. Έλεγε και ξανάλεγε.
Αλλά ποιος την άκουγε τώρα που ήταν υδρατμός; Η φωνή της ήταν πολύ αδύνατη και μόλις μπορούσαν να την ακούσουν οι άλλες σταγόνες στον μεσημεριάτικο ουρανό.
Πέρασαν αρκετές ώρες και η σταγονίτσα έμενε να ακροβατεί στον ουρανό με το βρώμικο φορεματάκι της με τις πιτσιλιές. Όταν άρχισε να νυχτώνει ένα αεράκι την σήκωσε ψηλά και την άφησε απαλά σε ένα σύννεφο που περνούσε εκείνη την ώρα, πάνω από το ποταμάκι. Τα βατράχια στο ποτάμι όταν πήγαν να τραγουδήσουν κατάλαβαν ότι το δέρμα τους είχε γεμίσει σταγόνες από τον κύριο Πετρελένιο.
Η σταγόνα έτσι όπως προσνεφώθηκε, έπεσε πάνω σε μια παρέα καθαρές σταγόνες. Ενώθηκε πολύ γρήγορα αλλά δεν άργησε να καταλάβει ότι...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΕΔΩ:

Παραμύθι για την Αγάπη

Από την alloena

Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.
Η Συγνώμη αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: "Τι είναι το κρυφτό"; Ο ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα, να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
'Ένα, δύο, τρία, άρχισε να μετράει η Συγνώμη. Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε το άφηνε ελεύθερο. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Η Αγάπη δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.....
1000, μέτρησε η Συγνώμη και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία.
Ένιωσε τον ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί. Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από την Αγάπη.
Η Συγνώμη έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα.
Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου. Ήταν η Αγάπη που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα της είχαν πληγώσει τα μάτια.
Η Συγνώμη δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζητούσε ...συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός της Αγάπης.
Κι έτσι από τότε η Αγάπη είναι πάντα τυφλή και η Συγνώμη πάντα τη συνοδεύει.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

ΚΑΝΕ ΤΟ ΚΑΛΟ…


Παραμύθι από τον Πέτρο Χαλικιά. Εικόνες από την Αλέκα Τρίμπου

Μια φορά κι ένα καιρό στο καταπράσινο δάσος της Καστανοχώρας ζούσε ένα μικρό ξωτικό…Δηλαδή άνθρωπος ήταν αλλά το περνούσαν για ξωτικό και μάλιστα έλεγαν ότι ήταν παιδί του Ίσκιου και της Συννεφιάς. Όμως αυτοί το άφησαν να ζήσει μόνο του στο δάσος γιατί ήταν κοντό, χοντρό και άσχημο και οι άνθρωποι ήθελαν μόνο όμορφα και λαμπερά πράγματα ακόμη κι αν αυτά ήταν ξωτικά…
Ο Μόδης λοιπόν το ξωτικό –γιατί έτσι το έλεγαν- ήταν τόοοσο κοντός που το κεφάλι του μύριζε ποδαρίλα! Ήταν τόοοσο χοντρός, που όταν τον έβλεπες από μακριά νόμιζες ότι έρχονταν πολλοί! Είχε κάτι μεγάλα αυτιά που όταν φύσαγε από πίσω αυτά χτυπούσαν παλαμάκια! Είχε όμως δυο πανέξυπνα και λαμπερά πράσινα μάτια και μια ζεστή καρδιά. Ξέχασα να σας πω ότι είχε και τρομερή δύναμη αν και η εμφάνισή του δεν πρόδιδε κάτι τέτοιο…
Γύριζε στο δάσος και προσπαθούσε να πλησιάσει τα ζώα και να τα κάνει φίλους του μα κι αυτά τον απέφευγαν και πολλές φορές τον κορόιδευαν:
- Μόδη κούμπωσε τ΄αυτιά σου!!
- Πάλι άφησες τ΄αυτιά σου ξεκούμπωτα;
- Πώς προχωράς; Περπατώντας ή κυλώντας;
Kι έτρεχαν από δω κι από κει στο δάσος και κανένα δεν έδινε στο Μόδη έστω και λίγη σημασία…

Πέρασε το καλοκαίρι το χρυσό, τέλειωνε και το φθινόπωρο το μελαγχολικό και πλησίαζε ο χειμώνας για να ρίξει το παγωμένο σάλι του πάνω από την Καστανοχώρα. Όλα τα ζώα ετοιμάζονταν για το μακρύ χειμωνιάτικο ύπνο τους. Ήξεραν ότι με τέτοιο καιρό θα ήταν δύσκολο να βρίσκουν τροφή και ζέστη και το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να το στρώσουν στη φωλιά τους.
Ο Μόδης κοίταξε τον ουρανό και είδε τα τελευταία διαβατάρικα πουλιά να απομακρύνονται για την Χουχουλοχώρα – έτσι λένε τη ζεστή χώρα στην Αφρική - που θα τους φιλοξενήσει για το χειμώνα.
Και, καθώς είναι γνωστό ότι τα ξωτικά δεν καταλαβαίνουν τίποτα από κρύα και χιόνια, άρχισε να τριγυρνά ή μάλλον να κουτρουβαλά ανάμεσα στα δέντρα.
Ξαφνικά μια δυνατή πονεμένη φωνή ακούστηκε πίσω από κάτι θάμνους...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΕΔΩ:

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Συνταγή για ψωμί. Φτιάξτε το δικό σας νόστιμο ψωμί εύκολα και γρήγορα!

(Από τη φίλη μας την Αντωνία, 11 ετών)
Το να φτιάξεις φρέσκο, λαχταριστό, νόστιμο ψωμί είναι λιγότερο δύσκολο από όσο φαντάζεσαι! Δοκίμασε να το κάνεις και θα δεις! (Πάντα με τη βοήθεια ενός μεγάλου)
Υλικά: 1 φακελάκι ξηρή μαγιά, 1,5 κουταλάκι του γλυκού αλάτι, 1 κουταλάκι ζάχαρη, 2 κούπες νερό χλιαρό και περίπου 750 γραμμάρια αλεύρι.
Εκτέλεση: Βάζω τη μαγιά, το αλάτι, τη ζάχαρη και το νερό σε μια λεκάνη με λίγο από το αλεύρι (περίπου 200 γραμμ.) και τα ανακατεύω καλά. Προσθέτω σιγά - σιγά το υπόλοιπο αλεύρι, μέχρι να γίνει μια ωραία ζύμη που δεν κολλάει στα χέρια. Ίσως χρειαστεί λίγο αλευράκι ακόμη ή μπορεί και να περισσέψει λίγο.
Παίρνω ένα στρογγυλό ταψί και το αλείφω με λίγο λαδάκι για να μην κολλήσει το ψωμί. Αν υπάρχει λαδόκολλα, αντί να το λαδώσω, στρώνω στο ταψί τη λαδόκολλα (κι έτσι γλυτώνω και την πολλή φασαρία στο πλύσιμο του ταψιού).
Βάζω την κουζίνα στους 40ο-50οC και αφήνω το ταψί με το ψωμί για μία ώρα μέχρι να φουσκώσει. ΠΡΟΣΟΧΗ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΔΕΝ ΑΝΟΙΓΩ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΓΙΑΤΙ Η ΖΥΜΗ ΘΑ ΞΕΦΟΥΣΚΩΣΕΙ.
Μόλις περάσει η 1 ώρα βάζω την κουζίνα στους 180 βαθμούς και ψήνω για 45 λεπτά περίπου μέχρι να πάρει το ψωμί ένα ωραίο καστανό χρώμα.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Το γλυκό

Από την Ελένη Θεοχάρη-Περράκη

Ο μπαρμπα-Μυτούσης αγαπά πολύ τα δυο του ανεψούδια: τον Κλούβιο και την Σουβλίτσα. Πρέπει όμως να ’χει μεγάλη υπομονή και με τους δυο. Η Σουβλίτσα είναι άτακτη, ακατάστατη και σκανταλιάρα – ένα μικρό ζιζάνιο.
Ο Κλούβιος είναι λίγο τεμπέλης. Του αρέσει να ξαπλώνεται στα μαξιλάρια και στους καναπέδες, όπως τα γατάκια. Είναι και λίγο φοβιτσιάρης. Μπουμ! να του κάνει η Σουβλίτσα, ξαφνιάζεται. Φοβάται τα σκοτάδι, τα ποντίκια, τις βροντές.
Η Σουβλίτσα δεν φοβάται τίποτα. Κι έτσι μπορεί να τον πειράζει με όλα αυτά. Όταν είναι οι δυο τους στο σπίτι, ο μπαρμπα-Μυτούσης στήνει πάντοτε αυτί. Μόλις καθίσει και φορέσει τα γυαλιά του για να διαβάσει την εφημερίδα, κάτι θα γίνει, ένας κρότος, κάποια φασαρία. Πρέπει να σηκωθεί και να τρέξει να δει τι συμβαίνει… Νά! όπως τώρα. Τι θόρυβος είν’ αυτός; Από ποια μεριά έρχεται; Από την κουζίνα; Ίσως να ’ναι η γάτα… Όχι! Τώρα νιαούριζε στην αυλή. Ο μπαρμπα-Μυτούσης είναι ανήσυχος. Περίεργο! Θα ’λεγε κανείς πως έπεσε το μισό σπίτι… Η πόρτα της κουζίνας κλειστή. Προσπάθησε να την ανοίξει.
– Σουβλίτσα… φωνάζει. Ξεκλείδωσε γρήγορα την πόρτα της κουζίνας.
– Μπαρμπούλη μου, δεν είναι κλειδωμένη. Στάσου… έπεσε το σκαμνί στην πόρτα, γι’ αυτό δεν ανοίγει. Μπλέχτηκα πάλι.
Μα πώς να μην μπλεχτεί. Τίποτε όρθιο δεν είχε μείνει στην κουζίνα.
Ο μπαρμπα-Μυτούσης μισάνοιξε την πόρτα και κοίταζε.
Η Σουβλίτσα έτριβε μια το γόνατό της και μια τον αγκώνα της.
Ο Κλούβιος κρυμμένος κάτω από το τραπέζι. Γύρω του όλα κάτω. Ο τρίφτης, η σχάρα, το τρυπητό, η κουτάλα. Ο μπαρμπα-Μυτούσης ξύνει το κεφάλι του. (Έτσι κάνει πάντα όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά.)
– Σουβλίτσα, λέει. Τι είναι εδώ μέσα;
– Μπαρμπούλη, κουζίνα ήτανε. Μη μου θυμώνεις, θα ξαναγίνει πάλι.
– Εκεί κάτω από το τραπέζι κάποιος κουνιέται. Μήπως είναι η γάτα;
– Εγώ είμαι, Μπαρμπούλη, ο…ο…Κλούβιος…
– Σήκω επάνω, έβγα από την κρυψώνα τέλος πάντων. Σουβλίτσα! αυτό το σπασμένο βάζο με το γλυκό, τι είναι;
Η Σουβλίτσα κομπιάζει. Κατεβάζει το κεφαλάκι της. Μια κοιτάζει το βάζο, μια τον μπαρπα-Mυτούση, μια τον Kλούβιο.
– Mπαρμπούλη μου... Aυτό το βάζο, αυτό το βάζο… μα γι’ αυτό το βάζο έγινε όλη η ιστορία.
Άρχισε η Σουβλίτσα να τα μπερδεύει.
– Είναι ένας μήνας τώρα που μας το ’στειλε απ’ το χωριό η θεία Βγενή. Το είχα ξεχασμένο. Ξαφνικά το θυμήθηκα. Ήτανε πολύ καλά κρυμμένο στο πάνω ράφι μέσα στο γουδί. Όλο αυτόν τον καιρό δεν κάναμε και καμιά σκορδαλιά βλέπεις…
Ξερόβηξε ο Μπαρμπούλης, αλλά η Σουβλίτσα δε σταμάτησε. Ανέβηκα στο τραπέζι, που λες, να το πάρω. Τεντώθηκα να το φτάσω. Όλα πηγαίνανε καλά ώς εκεί. Τη στιγμή που έπιανα το γουδί, άκουσα φτέρνισμα… Έκανα πίσω να δω ποιος είναι… και πάρ’ την κάτω την Σουβλίτσα μαζί με το βάζο και ό,τι άλλο ήταν στο ράφι.
Καλά να πάθει… φώναξε ξαφνικά Ο Κλούβιος. Καλά να πάθει γιατί θα το ’τρωγε όλο μονάχη της.
– Και τι κατάλαβες; Μήπως έφαγες εσύ τώρα; του λέει η Σουβλίτσα.
Ο μπαρμπα-Μυτούσης χτυπάει ανυπόμονα το πόδι του… Δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος.
– Σουβλίτσα, έμενα να κοιτάς κι όχι τον Κλούβιο τώρα που σου μιλώ. Δεν μου λες, γιατί το έκρυψες;
– Να σου πω, Μπαρμπούλη. Νά! όταν έχουμε γλυκό το τρώνε οι ξένοι… Έρχεται ο κυρ Χρίστος. Λες: «Φέρτε του κυρ Χρίστου μια κουταλιά γλυκό με το νερό…» Πάει μια κουταλιά. Έρχεται η κυρα-Φρόσω· της λες: «Μη φύγεις, Φρόσω μου, πριν φας ένα γλυκό…» Πάει δεύτερη κουταλιά… Έρχεται ο Γιαννάκης· λες: «Δώστε στο παιδί μια μεγάλη κουταλιά γλυκό». Μια…δυο…τρεις… αδειάζει το βάζο με το γλυκό…
Όσο τα ’λεγε αυτά, είχε φουντώσει η Σουβλίτσα, τα μαγουλάκια της κοκκίνισαν, αλλά δεν έπαψε να μιλά.
– Γλυκό από εδώ, γλυκό από εκεί, εμείς μόνο το βάζο βλέπουμε.
Ο Μπαρμπούλης έγινε σκεπτικός. Μήπως είχε κάποιο δίκιο η Σουβλίτσα; Ναι… αλλά…αλλά γιατί να κρύψει το γλυκό. Ύστερα μπορούσε να χτυπούσε σαν έπεφτε. Κούνησε το κεφάλι, κοίταξε και τους δυο και είπε:
– Σουβλίτσα…
Κι εκείνη, παραπονεμένα:
– Ναι, Μπαρμπούλη, δεν ήτανε βλέπεις τυχερό να φάω πάλι γλυκό.

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΓΙΑΤΡΟΣ


Του Ευγένιου Σπαθάρη

(H παράσταση αρχίζει με το χορό του Kαραγκιόζη και της οικογένειάς του).
KAPAΓKIOZHΣ: E!... E ρε γλέντια!
KOΛΛHTHPHΣ: Ώπα, ώπα, γεια σου, μπαμπάκο!...
KAPAΓKIOZHΣ: Γεια σου, ξυπόλυτη οικογένεια! E ρε γλέντια! Mπράβο όρεξη για χορό που 'χα! Λοιπόν, αξιότιμοι κύριοι, κυρίες και παιδιά, η παράσταση αρχίζει με τον Kαραγκιόζη γιατρό.
(Mουσική. O Kαραγκιόζης φεύγει από τη σκηνή. Eμφανίζονται ο πασάς και ο τούρκος Σουκρή).
ΠAΣAΣ: Kαλώς τον εφέντη το Σουκρή. Tι έκανες, βρήκες κομπογιανίτη γιατρό;
ΣOYKPH: Mάλιστα, πασά μου, αυτόν που μας είπε ο Xατζηαβάτης. Λέγεται Kαραγκιόζης, αλλά αρνείται ότι είναι γιατρός.
ΠAΣAΣ: E, θα χάσω το παιδί μου, εφέντη Σουκρή! Όλοι οι γιατροί είπαν πως εβουβάθη για πάντα, δε θα ξαναμιλήσει πια...
ΣOYKPH: Hσύχασε, πασά μου, και θα πάρω δυο στρατιώτες με ξύλα της φωτιάς.
(O πασάς απομακρύνεται. Eμφανίζονται δυο στρατιώτες).
ΣOYKPH: Πώς σας λένε, στρατιώτες;
ΣTPATIΩTHΣ A΄: Eμένα Γούσα...
ΣTPATIΩTHΣ B΄: Kι εμένα Mοσούλια.
ΣOYKPH: Θα κρυφτείτε πίσω από αυτή την παράγκα και θα παρουσιαστείτε, όταν σας φωνάξω.
ΣTPATIΩTEΣ: Διαταγές, αγά!
(Έξω από την παράγκα του Kαραγκιόζη).
(O Σουκρή χτυπά την πόρτα).
ΣOYKPH: (χτυπάει) Kύριε γιατρέ! Kύριε γιατρέ!
KOΛΛHTHPHΣ: (από μέσα) Mπαμπάκο, χτυπάνε την πρότα.
ΣOYKPH: Kύριε γιατρέ!
KOΛΛHTHPHΣ: Kουνιέται η παράγκα, μπαμπάκο. Πω πω! αρέας που πήγε στα ποράρια μου!
KAPAΓKIOZHΣ: E! σιγά και θα μου ρίξεις την παράγκα! Tι θέλεις;
ΣOYKPH: Tο γιατρό.
KAPAΓKIOZHΣ: Eκάνατε λάθος στην πόρτα. Eδώ δεν είναι ιατρείον, εδώ είναι λορδοκομείον.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ:

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Η ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ

Από την ιστοσελίδα: http://www.mythologia.8m.com/

Ο Δίας πριν εδραιώσει την εξουσία του και γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος του Κόσμου είχε να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες. Πάντοτε βέβαια είχε στο πλευρό του τα αδέρφια του τα οποία ελευθέρωσε από το στομάχι του παιδοφάγου Κρόνου. Έτσι σε λίγο καιρό οι Τιτάνες χολωμένοι από την ήττα του Κρόνου και επειδή δε θεωρούσαν σωστό να εξουσιάζει ένας θεός νεότερος απ' αυτούς, κήρυξαν πόλεμο ενάντια στους Ολύμπιους. Οι αθάνατοι χωρίστηκαν σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Οι Τιτάνες από τη μια πλευρά, με αρχηγό τους τον Κρόνο, χρησιμοποίησαν για οχυρό τους το όρος Όθρη• η ομάδα του Δία από την άλλη είχε για προκάλυμμά της τον Όλυμπο.
Παλιοί και νέοι θεοί, αρσενικά και θηλυκά, πήραν μέρος σ' αυτόν τον πόλεμο. Όμως από την Τιτανογενιά δεν ήταν όλοι με το μέρος του Κρόνου. Η φοβερή Ωκεανίδα Στύγα μαζί με τα τέσσερα παιδιά της, το Κράτος, τη Βία, τον Ζήλο και τη Νίκη έσπευσαν στο πλευρό του Δία. Αλλά και ο ίδιος ο πατέρας της, ο Ωκεανός, ο πρωτότοκος γιος του Ουρανού, λένε πως βοήθησε τον ανιψιό του ή τουλάχιστον πως έμεινε ουδέτερος σ' αυτή τη φοβερή θεομαχία. Επίσης, ο Προμηθέας, ο γιος του Τιτάνα Ιαπετού, σ' αυτόν τον πόλεμο έγινε πρωτοπαλίκαρο και συμβουλάτορας του Δία.
Το πιο σημαντικό όμως για την παράταξη των Ολυμπίων ήταν πως η μάνα Γη, αυτή η παγκόσμια θεά της γονιμότητας, δεν υποστήριξε τα παιδιά της, αλλά στάθηκε στο πλευρό του εγγονού της, δίνοντάς του πολύτιμες συμβουλές σε κάθε δύσκολη στιγμή. Επιπλέον, από τις Τιτανίδες δεν έλαβαν μέρος στον πόλεμο η Θέμιδα και η Μνημοσύνη, που έγιναν αργότερα σύζυγοι του Δία και τιμήθηκαν στον Όλυμπο.Δέκα ολόκληρα χρόνια κρατούσε η φοβερή αναμέτρηση, μα ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Άλλοτε η πλάστιγγα έγερνε προς την πλευρά των Τιτάνων και άλλοτε προς την πλευρά των Ολυμπίων. Το σύμπαν ολόκληρο ταραζόταν, μα την τελική νίκη δεν την κέρδιζε καμιά παράταξη.
Σε μια πολύ δύσκολη στιγμή για την ομάδα του, ο Δίας έτρεξε γεμάτος αγωνία στη γιαγιά του, τη Γαία. Φίλησε τα χέρια της με σεβασμό και ζήτησε τη συμβουλή της. Τότε αυτή ...
Από την ιστοσελίδα: www.mythologia.8m.com