Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

"ΔΩΡΟ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ". Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη. Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.
Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.
 
Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.
Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.
Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.
Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;
Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.
Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:
- Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;
Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς ...

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

"O γάμος του Κακαράπη" της Έφης Ανδρεοπούλου - Παχού από τις εκδόσεις Μιχ. Σιδέρη





 
 
 


Ο παγανός βασιλιάς Κακαράπης, άρχοντας της Ζοφερής Χώρας, θα γίνει άραγε γαμπρός; Τι παράξενος αυτός ο έρωτάς του για την όμορφη χωριατοπούλα! Θα την παντρευτεί ή θα τη φάει; Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελάει...
Ο γάμος του Kακαράπη είναι μια λαϊκή διήγηση που γεννήθηκε σε παλιά εποχή. Κεντρικοί ήρωες είναι οι Καλικάτζαροι  και τα καμώματά τους ταξίδευαν από στόμα σε στόμα σε πολλές παραλλαγές ανά την Ελλάδα.  Η Έφη Ανδρεοπούλου - Παχού μετέφερε τις διηγήσεις της γιαγιάς με πολύ όμορφη γλώσσα σε ένα πολύ συμπαθητικό βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από τα παιδιά τις μέρες των Χριστουγέννων.
Εικονογράφηση: Νάνσυ Παχού
To βιβλίο περιέχει και CD με τα τραγούδια και την αφήγηση.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Ένα αστέρι τρεμοσβήνει...

Μια φορά κι έναν καιρό, στον ξάστερο ουρανό κάποιου μακρινού πλανήτη και στην πιο μεγάλη γειτονιά, ζούσε η αστεροοικογένεια του κ. Μεγαστέρη. Εκεί περνούσαν τον καιρό τους οι γονείς και οι γονείς των γονιών μαζί με τα πολλά – πολλά αστερόπαιδά τους.
Σε κείνη τη γειτονιά την ημέρα ο καθένας έκανε τη δουλειά του και όλοι μαζί έβγαιναν σα νύχτωνε, έκοβαν βόλτες και έλαμπαν μέσα στα ασημένια τους ρούχα.
Στην οικογένεια οι μεγάλοι συζητούσαν μεταξύ τους για το πόσο ευχαριστημένοι ήταν από τη συμπεριφορά των αστερόπαιδων, πόσο καλά και άξια ήταν, πόσο υπάκουα και πόσο σπουδαία θα γίνονταν σα μεγάλωναν.
Άκουγαν οι διπλανοί και ζήλευαν την τύχη του κ. Μεγαστέρη που τόσο καλά κατάφερνε να κουμαντάρει την οικογένεια και πρόβλημα δεν υπήρχε να σκιάζει την ευτυχία του.

Μόνο η κ. Αστροσοφή που συμβούλευε όλη τη γειτονιά κουνούσε το κεφάλι της κάθε που έκανε επίσκεψη στο ευτυχισμένο σπίτι. Εκείνη ήξερε πως δεν ήταν όλα, όσο τέλεια φαινόταν.



Η οικογένεια είχε και ένα μικρό αστερόπαιδο που δεν το γνώριζε κανείς, ποτέ δεν το είχαν πάρει μαζί τους στη βόλτα, αφού αυτό το τελευταίο δεν έμοιαζε στα μεγαλύτερα παιδιά τους.
Αυτό ήταν καχεκτικό, όχι τόσο όμορφο και λαμπερό και σα να μην έφταναν όλα, ήταν ζωηρό και ανυπάκουο και το χειρότερο, αυτό το λιανό παιδί επαναστάτησε κατά της οικογένειας και ήθελε, άκου κύριε, να το αφήσουν να ταξιδέψει μέχρι τον πλανήτη που έβλεπε από μακριά.

Oι γονείς ένιωθαν μεγάλη απογοήτευση που στο τέλειο σπίτι τους ήρθε τέτοια ντροπή, μάλωναν και υποτιμούσαν τον αστερομικρό τους, έλεγαν πως αφού δεν έμοιαζε στ’ αδέλφια του, θέση για κείνο δεν υπήρχε στον κόσμο τους.
Για ν’ αποφύγουν τα χειρότερα που τρέχα-γύρευε τι θα έλεγαν οι γείτονες, το κλείδωσαν στο πιο σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού και του απαγόρευσαν να βγαίνει βόλτα τις νύχτες. και στο τέλος το ξέχασαν και συγχώρησαν τον εαυτό τους, αφού εκείνοι είχαν κάνει το χρέος τους.

Το αστεροαπόπαιδο στεναχωριόταν πολύ με την συμπεριφορά της οικογένειας, δεν καταλάβαινε γιατί δεν το αγαπούσαν και μέρα με τη μέρα έχανε και το λίγο χρώμα που είχε όταν γεννήθηκε.
Μια νύχτα άνοιξε το παράθυρο του σπιτιού, αγνάντεψε τον αγαπημένο του πλανήτη που φαινόταν κάτω μακριά και πήρε την απόφασή του.
Θα έδινε έναν πήδο και θα βρίσκονταν κοντά του.
Εκεί η ζωή του θα ήταν διαφορετική, κανείς δεν θα του ζητούσε να λάμπει όλο και περισσότερα, σίγουρα εκεί κάποιος θα το αγαπούσε για το δικό του φως και δεν θα του ζητούσαν να γίνει όπως τα άλλα του αδέλφια.
Tο είπε και το έκανε. Άφησε τα χέρια του από το περβάζι και άρχισε να ταξιδεύει και να ταξιδεύει και να ταξιδεύει…
Γύρω του άκουγε ψιθύρους.
Ένα αστέρι πέφτει, πέφτει… έλεγε κάποιος
Τι απογοήτευση, τι του ήρθε ν’ αφήσει τη σιγουριά του σπιτιού του… έλεγε κάποιος άλλος
Μη δίνεις σημασία, κανένας απροσάρμοστος θα είναι… έλεγε ένας τρίτος…
Και το αστέρι συνέχιζε πετώντας το μακρινό του ταξίδι και καθώς πετούσε το φως του τρεμόσβηνε και τρεμόσβηνε, μέχρι που σταμάτησε να φαίνεται από την παλιά του γειτονιά.

Το αστεράκι είχε πολύ δρόμο ακόμα να κάνει και ούτε το ίδιο ήξερε αν θα έφτανε ποτέ στον πλανήτη που ονειρευόταν, μα δεν το ένοιαζε καθόλου.
Ήταν τώρα ελεύθερο και δεν μπορεί, κάποιον θα συναντούσε στην στράτα του να το αγαπήσει, έστω και με κείνο το αχνό φως που του χάρισε η ζωή.
www.alataki3.blogspot.com

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ (ΜΕΡΟΣ 3ο) ΟΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ

Σήμερα θα κάνουμε το διαστημικό ταξίδι μέσα στο ηλιακό μας σύστημα και θα μιλήσουμε για τους πλανήτες που συνατούμε στον ουράνιο δρόμο μας.

Mercury Globe-MESSENGER mosaic centered at 0degN-0degE.jpgΟ πρώτος σταθμός του διαστημικού ταξιδιού μας είναι ο Ερμής, ο οποίος είναι και ο κοντινότερος πλανήτης προς τον Ήλιο. Ο Ερμής βρίσκεται γύρω στα 56 εκατομμύρια χιλιόμετρα από τον Ήλιο. Για να το καταλάβετε αν πετούσατε με αεροπλάνο και με ταχύτητα 1000 χλμ/ώρα  και ξεκινούσατε από τον Ήλιο σήμερα, θα χρειαζόσασταν 7 χρόνια για να φτάσετε στον Ερμή! Αν τώρα οδηγούσατε το αυτοκίνητό σας με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα θα φτάνατε σε 57 χρόνια, δηλαδή το 2069!




Venus-real color.jpgΟ δεύτερος σταθμός μας είναι ο πλανήτης Αφροδίτη. Ο πλανήτης πήρε το όνομά του από την θεά του έρωτα και της ομορφιάς την Αφροδίτη και βρίσκεται σε απόσταση 104,5 εκατομμύρια χιλιόμετρα περίπου από τον Ήλιο, κάτι που σημαίνει ότι με αεροπλάνο θα φτάνατε στην Αφροδίτη σε 12 χρόνια και με αυτοκίνητο σε 106 χρόνια.

Η τρίτη στάση στο φανταστικό μας ταξίδι είναι το σπίτι μας, ο πλανήτης Γη. Η μέση απόσταση της Γης από το άστρο της ημέρας είναι περίπου 150 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επιστήμονες χρησιμοποιούν την απόσταση Γης – Ήλιου ως αστρονομική μονάδα μέτρησης (Αστρονομική Μονάδα ή Astronomical Unit). Με αεροπλάνο θα φτάνατε από τον Ήλιο στη Γη σε 18 χρόνια και με αυτοκίνητο σε 152 χρόνια. Το φως που τρέχει με 300000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο χρειάζεται 8 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα για να φτάσει από τον Ήλιο στη Γη.


Water ice clouds hanging above Tharsis PIA02653.jpgΗ τέταρτη στάση στη διαστημική πορεία μας μέσα στο ηλιακό σύστημα είναι ο Άρης, ο κόκκινος πλανήτης. Η απόσταση του Άρη από τον Ήλιο είναι γύρω στα 220 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Με αεροπλάνο θα φτάνατε εκεί σε 26 χρόνια και με αυτοκίνητο σε 223 χρόνια.

Ο Δίας, ο μεγαλύτερος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, είναι ο πέμπτος πλανήτης σε απόσταση από τον Ήλιο και ο πρώτος από τους ονομαζόμενους “Εξωτερικούς Πλανήτες”. Η μέση απόσταση του Δία από τον Ήλιο είναι σχεδόν 751 εκατομμύρια χιλιόμετρα.  Με αεροπλάνο θα φτάνατε σε 89 χρόνια και με αυτοκίνητο σε 762 χρόνια.

Ο Κρόνος ο πλανήτης των δακτυλίων, είναι ο έκτος σε σειρά από τον Ήλιο. Αυτός ο γιγάντιος πλανήτης είναι περισσότερο από εννιά φορές πιο μακριά απ’ ότι η Γη από τον Ήλιο. Η μέση απόσταση είναι περίπου 1370 εκατομμύρια (ή 1,370 δισεκατομμύρια) χιλιόμετρα.  Αν  πετούσατε με το αεροπλάνο, θα χρειαζόσασταν 163 χρόνια για να διανύσετε την απόσταση από τον Ήλιο μέχρι τον Κρόνο, ενώ με το αυτοκίνητο σε 1.396 χρόνια.

Ο Ουρανός ο μυστηριώδης γαλαζοπράσινος πλανήτης είναι ο έβδομος σε σειρά. Από τον Ουρανό ως τα εξώτερα όρια του συστήματός μας, οι αποστάσεις είναι πραγματικά τεράστιες. Η μέση απόσταση από τον Ήλιο είναι γύρω στα 2,7 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα.  Με αεροπλάνο θα φτάνατε σε 328 χρόνια και με αυτοκίνητο σε 2.809 χρόνια.

Ο Ποσειδώνας ο όγδοος σε σειρά πλανήτης, και ο προτελευταίος από τον Ήλιο, βρίσκεται σε απόσταση που αγγίζει τα 4,3 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα. Πρόκειται πράγματι για πολύ μεγάλη απόσταση. Το αεροπλάνο με το οποίο θα ταξιδεύατε θα έφτανε σε 513 χρόνια στον προορισμό του ενώ με το αυτοκίνητο θα φτάνατε σε 4.400 χρόνια.


Ο μικρός Πλούτωνας είναι ο τελευταίος πλανήτης της οικογένειας του ηλιακού μας συστήματος. Ο σκοτεινός και συνάμα ψυχρός πλανήτης απέχει γύρω στα 5,6 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα από τον Ήλιο κατά μέσο όρο. Με αεροπλάνο θα φτάνατε σε 675 χρόνια ενώ αν προσπαθούσατε να πάρετε το αυτοκίνητό σας θα ήσασταν εκεί σε 5.700 χρόνια.
Δείτε όλες τις δημοσιεύσεις από το Ταξίδι μας στο Διάστημα πατώντας εδώ:

Πληροφορίες από www.astronomy.gr  και www.spacenewsblog.blogspot.com

H πριγκίπισσα που αγαπούσε τον πατέρα της σαν το αλάτι. Ινδικό παραμύθι


Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε σε κάποια επαρχία της Ινδίας ένας μαχαραγιάς που είχε εφτά κόρες. Κάποια μέρα τις κάλεσε στην αυλή του και τις ρώτησε:

"Πέστε μου, κορίτσια μου, το κάθε ένα από εσάς, πόσο πολύ με αγαπάτε;"

Τα έξι μεγαλύτερα κορίτσια, το ένα μετά το άλλο, απάντησαν: "Πατέρα, σε αγαπάμε όπως την πιο γλυκιά ζάχαρη."

Το έβδομο παρέμεινε σιωπηλό για λίγο, και όταν πιέστηκε να απαντήσει, είπε: "Πατέρα, σε αγαπώ όπως το αλάτι."

Ο μαχαραγιάς, που άκουσε με μεγάλη ευχαρίστηση τις απαντήσεις των μεγαλύτερων κοριτσιών, ένιωσε πολύ θυμωμένος με την απάντηση της έβδομής του κόρης. Έτσι, με οργή, διέταξε να την απομακρύνουν αμέσως από μπροστά του, και να την εξορίσουν.

Οι υπηρέτες μετέφεραν την πριγκίπισσα μακριά, εγκαταλείποντάς την μέσα στη ζούγκλα. Η καημένη η πριγκίπισσα έκλαψε, έκλαψε πολύ, αναλογιζόμενη τη μοίρα της όταν έφυγαν και την άφησαν εκεί, μέχρι που ήρθε το βράδυ και αποκοιμήθηκε.

Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί, ανακάλυψε με μεγάλη της έκπληξη ένα πιάτο γεμάτο φαΐ και ένα ποτήρι νερό να είναι τοποθετημένα στο προσκεφάλι της. Αναρωτήθηκε ποιος θα μπορούσε να είναι εκείνος που της προσέφερε βοήθεια σε μια τόσο απομονωμένη τοποθεσία. Βάλθηκε αμέσως να τρώει, μια και πεινούσε πολύ, προσευχόμενη στο Θεό να της αποκαλύψει ποιος ήταν αυτός που της έσωσε τη ζωή.

Περίμενε και περίμενε μήπως εμφανιστεί κάποιος, αλλά μάταια. Μη αντέχοντας άλλο την αναμονή σηκώθηκε και κίνησε να βρει εκείνον που της προσέφερε φαγητό. Αφού περπάτησε για πολύ μέχρι που αντίκρισε εκεί στην καρδιά της ζούγκλας, κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, ένα παλάτι από μάρμαρο να γυαλίζει μεγαλοπρεπές κάτω από το φως του ήλιου. Με μεγάλη δυσκολία διέσχισε την πυκνή βλάστηση του δάσους και πήγε και κτύπησε στην πύλη του παλατιού.

Αν και κανείς δεν απάντησε στο κτύπημά της, οι πόρτες άνοιξαν αποκαλύπτοντάς της ένα κτίριο λευκό σα γάλα, το οποίο περιέβαλαν υπέροχοι κήποι, που φιλοξενούσαν και μια μικρή λίμνη με καθάρια κρυστάλλινα νερά. Μπήκε στην αυλή του παλατιού, αλλά



Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Ο Μικρός Πρίγκιπας σε νέες περιπέτειες

Τη νέα περιπέτεια «Ο Μικρός Πρίγκιπας ΙΙ» παρουσιάζει στους μικρούς του φίλους το Νέο Ψηφιακό Πλανητάριο του Ιδρύματος Ευγενίδου από την ερχόμενη Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου.
 
Η ιστορία ξεκινάει με τον Μικρό Πρίγκιπα να επιστρέφει στο σπίτι του, τον Αστεροειδή Β612 -μετά την περιήγησή του στο Σύμπαν και το ταξίδι στη Γη- και να συνειδητοποιεί ότι το αγαπημένο του Τριαντάφυλλο λείπει! Συντροφιά με την Αλεπού, θα περιπλανηθεί ανάμεσα στον Πλανήτη του Χρόνου, του Βοσκού και της Μουσικής με την πίστη ότι κάπου εκεί θα βρει αυτό που αναζητά. «Ο Μικρός Πρίγκιπας ΙΙ» είναι η φανταστική συνέχεια της αγαπημένης ιστορίας του Αντουάν ντε σεν Εξπερί, δοσμένη σε μια εντυπωσιακή παράσταση που παρουσιάζει το νυχτερινό όνειρο ενός παιδιού. Τα υπέροχα γραφικά και η όμορφη μουσική αποτυπώνονται με τρόπο μοναδικό πάνω στον τεράστιο θόλο του Πλανηταρίου. Η παράσταση αποτελεί μια θαυμάσια ευκαιρία για τα μικρά παιδιά να επισκεφθούν πρώτη φορά το Πλανητάριο, να ξεναγηθούν στο διάστημα και να αγαπήσουν έναν χώρο ψυχαγωγικής επιμόρφωσης. Ετσι η παράσταση ξεκινάει με μια ειδικά μελετημένη ξενάγηση, η οποία ταξιδεύει τους νεαρούς θεατές στις εσχατιές του Σύμπαντος με τρόπο απλό και ταυτόχρονα ευχάριστο και δημιουργικό. Με τις φωνές του Δημήτρη Πιατά, του Θάνου Παπαϊωάννου, της Ηρώς Λούπη, του Κώστα Σεραφειμίδη και του Γιάννη Στεφόπουλου.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

"Τα δελφίνια" της Φανής Παπαλουκά


Ήταν μια φορά ένα μικρό δελφίνι.
Ζούσε ανάμεσα σ’ ένα το κοπάδι δελφινιών στ’ ανοιχτά της θάλασσας ξένοιαστο κι ευτυχισμένο, κι ήταν η χαρά και το καμάρι της μάνας του. Όλη μέρα έπαιζε με τα κύματα, και πότε πηδούσε ψηλά στον αέρα, πότε βυθιζόταν βαθιά στα νερά. Το σταχτόμαυρο κορμί του γυάλιζε σαν ατσάλι στον ήλιο κι η σβελτάδα του δεν είχε ταίρι. Όλο το κοπάδι των δελφινιών το ήξερε και το αγαπούσε. Ήταν το χαϊδεμένο τους, «το μικρό μας δελφίνι», όπως το έλεγαν.
Όμως το «μικρό μας δελφίνι» είχε ένα ελάττωμα, και το ελάττωμά του αυτό έδινε κιόλας πολλές σκοτούρες στη μητέρα του και πολλές τιμωρίες στο «μικρό μας δελφίνι».
Ήταν περίεργο. Ήθελε όλα να τα μάθει, όλα να τα δει. Εκεί που έπλεε ήσυχα μ’ όλο του το κοπάδι, κι έλεγαν τ’ άλλα δελφίνια με θαυμασμό: δες, το «μικρό μας δελφίνι» έβαλε μυαλό! ξάφνου το έχαναν. Το κοπάδι σκόρπιζε τότε να το βρει, κι η μητέρα του ανησυχούσε, συγχυζότανε, την έπιανε η καρδιά της, κι ύστερα, όσο να ’ναι, ντρεπόταν και τ’ άλλα δελφίνια που μουρμούριζαν:
– Πάλι τα ίδια!
Στο τέλος βέβαια κάθε φορά το έβρισκαν το «μικρό μας δελφίνι» ή γύριζε και μόνο του.
– Τι έκανες πάλι; το ρωτούσε η μητέρα του.
Κι εκείνο έπαιρνε το πιο αθώο ύφος του κόσμου κι εξηγούσε τόσο φυσικά:
– Είδα ένα μεγάλο ξερονήσι στη θάλασσα.
– Ε, κι ύστερα;
– Σκέφτηκα νά, τι να ’ναι άραγε από πίσω…
Πάλι τα ίδια και πάλι τα ίδια…
Άδικα προσπαθούσε να του βάλει μυαλό η μητέρα του, άδικα δοκίμασαν οι γεροντότεροι του κοπαδιού να του εξηγήσουν τους κινδύνους που υπήρχαν. Πότε βρισκόταν μια βαθιά, φαγωμένη απ’ τη θάλασσα κουφάλα, πότε κάποια σπασμένη βυθισμένη βάρκα, πότε… έχει τόσα παράξενα και θαυμαστά ο κόσμος!
Κάποτε όμως το «μικρό μας δελφίνι» ....>>>>>>>>

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

To παραμύθι της Σκιάς της Αγγελικής Σχοινά

Mια φορά κι έναν καιρό η νύχτα είχε 9 κόρες.
Πιο μικρή ήταν η Σκιά. Άτακτη και ζωηρή μα λιγάκι τεμπέλα. Μια μέρα
η Νύχτα φώναξε τις κόρες της κι ανέθεσε στην καθεμία μια σοβαρή
δουλειά. Τελευταία έμεινε η Σκιά.
-Μάζεψε όλα τ’ αστέρια του ουρανού κόρη μου. Μα πρόσεχε! Να
‘χεις μαζέψει και το τελευταίο πριν βγει ο Ήλιος. Αυτά της είπε και της
έδωσε ένα μεγάλο τσουβάλι.
Όταν ο Χρόνος μοίραζε τα βασίλεια, έδωσε στον Ήλιο το φως και
το σκοτάδι στη Νύχτα. Για να μην λυπηθεί η Νύχτα όμως της χάρισε όλα
τ’ αστέρια και το φεγγάρι. Ο Ήλιος θύμωσε, κι η Νύχτα θύμωσε που τα’
θελε όλα δικά του. Κι από τότε έμεναν αιώνιοι
εχθροί. Η Σκιά πήρε το τσουβάλι και στρώθηκε στη δουλειά. Τα αστέρια όμως ήταν αμέτρητα.
-Αμάν πια! Κουράστηκα. Είπε και κάθισε να ξαποστάσει σ’ ένα σύννεφο.
Τα τριζόνια τραγουδούσαν τόσο γλυκά που αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε η ώρα είχε
ήδη περάσει. Ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζει.
Όσο πιο γρήγορα μπορούσε η Σκιά άρχισε να μαζεύει τα αστέρια που είχαν μείνει.
-Ο Ήλιος! Φώναξε! Δεν θα προλάβω!
Μόνο ένα είχε μείνει. Βουτάει η Σκιά το τελευταίο αστέρι μα πριν προλάβει το ρίξει στο
σακί ο Ήλιος βγήκε. Με κομμένη την ανάσα προσπαθεί να ρίξει το τελευταίο αστέρι μέσα στο
σακί μα δεν γίνεται. Λες και μια μαγική δύναμη το κρατούσε έξω.
-Χρόνια περίμενα να γίνει δικό μου ένα αστέρι. Άκουσε μια φωνή πίσω της.
-Δεν είναι δικό σου, απάντησε.
-Δεν είναι πια όμως ούτε της Νύχτας
αστέρι. Άρα είναι δικό μου! Δώσε το μου!
-Αν δεν είναι της Νύχτας τότε είναι δικό μου. Εγώ το κρατώ, το πρόλαβα. Είπε η Σκιά προσπαθώντας να σώσει το λάθος της.
-Ωραία λοιπόν! Θα κάνω εσένα δικιά μου, είπε ο Ήλιος.
Γύρισε τρομαγμένη προς το μέρος του. Σαν τον είδε όμως μαγεύτηκε.
Ήταν τόσο λαμπερός και τόσο όμορφος που χωρίς να το καταλάβει τον ακολούθησε. Όλη μέρα ταξίδευαν. Όλα έμοιαζαν διαφορετικά με το φως. Ό, τι κι αν της έταξε ο Ήλιος
όμως το αστέρι, η Σκιά δε του το ‘δωσε. Το κρατούσε ακόμα σφιχτά.
Ήρθε η Νύχτα έξαλλη και
βιαστική σαν έμαθε τα καμώματα της κόρης της. Τρομαγμένη η Σκιά
μήπως δεν ξαναδεί τον Ήλιο, ευχήθηκε να μπορεί να ζει στο φως.
Ο Χρόνος άκουσε την ευχή της. Σκέφτηκε και τον Ήλιο που ήταν
πάντα μόνος. Πόσο ήθελε κι εκείνος μια συντροφιά. Έτσι είπε στη Νύχτα
ν’ αφήσει το παιδί της.
-Με τον εχθρό μου; ΠΟΤΕ.
Την μάγεψε την κόρη μου.
-Αν το θέλει εκείνη, δεν μπορείς να το αρνηθείς, είπε ο Χρόνος.
-Σκιά θες να ζεις στο φως;
-Ναι, απάντησε δειλά η Σκιά.
Τότε η Νύχτα έξαλλη από θυμό κι από πόνο. Την καταράστηκε.
«Στο φως θα ζεις, μα όπως τον ήλιο ακολούθησες, ό, τι κινείται, αδιάκοπα θα ακολουθείς,
μα εκείνον δε θα μπορείς ποτέ να τον δεις.»
Αυτά ήταν τα λόγια της Νύχτας. Από τότε η Σκιά ζει πάντα στο φως, χωρίς σταματημό, ό, τι κινείται ακολουθεί. Τον Ήλιο δεν μπορεί να τον δει. Ο Χρόνος όμως τη λυπήθηκε. Κι αφού το τελευταίο αστέρι δεν ήταν ούτε της Νύχτας ούτε του Ήλιου, της το χάρισε. Το ονόμασε Πούλια
κι Αυγερινό κι είναι εκείνο που βγαίνει πρώτο κι εκείνο που φεύγει τελευταίο. Μόνο εκείνες τις στιγμές, δυο φορές την ημέρα, πριν βγουν ή μαζευτούν τα άλλα αστέρια, η Σκιά συναντά τον αγαπημένο της Ήλιο και τη μητέρα της τη νύχτα.


Η Αγγελική Σχοινά γεννήθηκε το 1988 και αποφοίτησε το 2010 από το Παιδαγωγικό τμήμα δημοτικής εκπαίδευσης Πατρών.
Ασχολείται με την παράπλευρη στήριξη μαθητών μέσα στην τάξη, καθώς και τη
θεραπεία μέσω τέχνης. Γράφει παραμύθια και ανήκει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού “Το Παραμύθι’. Το “Καλημέρα και Αντίο” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με την Αγγελική στο e-mail:
angeliki_schoina@hotmail.com

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

O γλάρος, τα ψάρια κι ο κάβουρας. Λαϊκή αφήγηση από την Kεφαλονιά

 
Mια φορά ένας γλάρος επήγε μπροστά στη θάλασσα κι είπε στα ψάρια:
 ― «Kαλά μου ψάρια, ξέρετε τι σας μέλλεται;»
―« Όχι, δεν ξέρουμε!»
― «Nά, εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και βλέπω πως σε λίγες μέρες θα ξεραθεί τούτη η θάλασσα, που βρίσκεστε μέσα, και θα ψοφήσετε. Aν θέλετε λοιπόν, να μ’ αφήσετε να σας γλιτώσω. Θα σας παίρνω λίγα λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλώ σε μια θάλασσα, που δε θα στερέψει».
Tα ψάρια το πίστεψαν, και δέχτηκαν να τα πάρει ο γλάρος. Eκείνος όμως ήθελε να τα τρώει, και παίρνοντας λίγα λίγα στο στόμα του, τα πήγαινε σ’ ένα μέρος στη στεριά και τα ’τρωγε· ώσπου τα ’φαγε όλα. Tελευταίος έμεινε ένας κάβουρας που κατάλαβε τι κάνει ο γλάρος.
- «Mη με βάνεις, του λέει, στο στόμα σου, γιατί εγώ με τις δαγκανάρες μου μπορώ να πιαστώ από το λαιμό σου».
O γλάρος εδέχτηκε και ξεκινήσανε. O κάβουρας τον παρατηρούσε· όσο πετούσαν ίσια προς την άλλη θάλασσα, δεν έκανε τίποτα, όταν όμως έβλεπε πως ο γλάρος θέλει να στρίψει προς τη στεριά, τον έσφιγγε να τον πνίξει, και του ’λεγε:
- «Ίσια να πηγαίνεις, καλέ μου γλάρε». Έτσι τον ανάγκασε να τον πάει πάλι στη θάλασσα, αλλά την τελευταία στιγμή του ’δωσε και με τις δαγκανάρες του μια και τον έπνιξε, για να του πληρώσει το κακό που έκαμε στα ψάρια.

(Aπό το βιβλίο: Δημήτριος Σ. Λουκάτος, Nεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, Eκδοτ. οίκος Iωάννου N. Zαχαροπούλου, 1957)

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΚΥΝΗΓΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ένας κυνηγός ξεκίνησε να κυνηγήσει ένα λιοντάρι που του είχε κάνει μεγάλες ζημιές, γιατί είχε μπει νύχτα στα κτήματά του και του είχε κατασπαράξει τα βόδια και τα άλογά του. Ξεκίνησε λοιπόν χαράματα οπλισμένος να εξοντώσει εκείνο το λιοντάρι που του είχε κάνει τόσες καταστροφές.

Έξω από το κτήμα του βρήκε εύκολα τα ίχνη του λιονταριού. Στην αρχή ήταν μια πλατιά ματωμένη γραμμή που έδειχνε πως το λιοντάρι έσερνε στο χώμα τα θύματά του, τα οποία τα είχε σκοτώσει.
Ο κυνηγός τις ακολούθησε ώσπου έφτασε σε μια πηγή. Εκεί το λιοντάρι θα στάθηκε για να σβήσει τη δίψα του και φλογισμένο καθώς ήταν από το πολύ φαγητό θα χώθηκε ολόκληρο στην πηγή, γιατί από κει και πέρα δεν διακρίνονταν πια καφετιά σημάδια στο χώμα.
Ωστόσο, ο κυνηγός ακολούθησε τα ίχνη του λιονταριού λίγο διάστημα κι έπειτα τα ‘χασε, γιατί ο τόπος ήταν όλο πέτρες. Είχε μπει πια μέσα στο δάσος και τώρα του ήταν πολύ δύσκολο ν’ ανακαλύπτει τα λιγοστά ίχνη που άφησε στο πέρασμά του το λιοντάρι καμιά πατημασιά σε μέρος που υπήρχε χώμα, καμιά μακριά τρίχα από τη χαίτη του που είχε κολλήσει πάνω σε πέτρα.
Προχωρώντας έτσι ο κυνηγός έφτασε σ’ ένα μέρος όπου κάποιος λοτόμος έκοβε δέντρα.
- Καλημέρα! Του είπε ο λοτόμος.
- Καλημέρα.
- Σε βλέπω οπλισμένο βαριά. Είσαι κυνηγός;
- Ναι.
- Ένα λιοντάρι μου ‘φαγε άλογα και βόδια. Παρακολουθώ τα ίχνη του από το πρωί, αλλά τα έχασα γιατί είναι πετρότοπος και δεν φαίνονται καθαρά. Μήπως είδες εσύ τίποτε ίχνη λιονταριού;
- Ίχνη δεν είδα γιατί δεν κοίταξα. Ξέρω όμως πού είναι η σπηλιά όπου μένει το λιοντάρι. Θέλεις να σου την δείξω;
- Όχι, όχι, σ’ ευχαριστώ, βιάστηκε να του πει ο κυνηγός. Εγώ τα ίχνη του λιονταριού σου ζήτησα να μου δείξεις, κι όχι τη σπηλιά του.
Κι έφυγε κατατρομαγμένος, σαν να ‘βλεπε μπροστά του το ίδιο το λιοντάρι. Γιατί ο κυνηγός ήταν θρασύδειλος κι ένας θρασύδειλος παριστάνει το παλικάρι μόνο όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς ... του Τζάνι Ροντάρι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Ήταν πανίσχυρος βασιλιάς, αλλά ήταν άρρωστος πολύ βαριά κι απελπιζόταν: «Είναι δυνατόν ένας τόσο ισχυρός βασιλιάς να πρέπει να πεθάνει; Τι κάνουν οι μάγοι μου; Γιατί δε με γλιτώνουν;»

Αλλά οι μάγοι το είχαν βάλει στα πόδια, από φόβο μήπως τους πάρει το κεφάλι. Μόνο ένας είχε απομείνει, ένας γέρος μάγος, που κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί ήταν μάλλον ιδιότροπος κι ίσως λίγο τρελούτσικος. Εδώ και πολλά χρόνια ο βασιλιάς δεν τον συμβουλευόταν , αυτή τη φορά όμως πρόσταξε να τον καλέσουν.

–Μπορείς να σωθείς, είπε ο μάγος, αλλά με μία συμφωνία: να παραχωρήσεις για μία μέρα το θρόνο σου στον άνθρωπο που θα σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι θα πεθάνει αυτός στη θέση σου.

Αμέσως βγήκε φιρμάνι σ’ όλο το βασίλειο: «Όσοι μοιάζουν στο βασιλιά να παρουσιαστούν στην Αυλή μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, αλλιώς θα θανατωθούν.»

Παρουσιάστηκαν πολλοί: κάποιοι είχαν γενειάδα ίδια με του βασιλιά, αλλά η μύτη τους ήταν λίγο πιο μακριά ή λίγο πιο κοντή και ο μάγος τούς απέρριπτε, άλλοι έμοιαζαν στο βασιλιά όπως ένα πορτοκάλι μοιάζει με το διπλανό του στο καφάσι του μανάβη, αλλά ο μάγος τούς απέρριπτε, γιατί είτε τους έλειπε ένα δόντι ή έιχαν μια κρεατοελιά στην πλάτη.

–Μα εσύ τους απορρίπτεις όλους, διαμαρτυρόταν ο βασιλιάς στο μάγο του. Άσε με να δοκιμάσω εγώ μ’ έναν απ’ όλους, να γίνει μια αρχή.
–Άδικα θα παιδευτείς, αποκρινόταν ο μάγος.

Ένα βράδυ, ο βασιλιάς κι ο μάγος του έκαναν περίπατο στις επάλξεις της πόλης και κάποια στιγμή ο μάγος φώναξε: « Να ο άνθρωπος που σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους!» Και με τα λόγια αυτά, έδειξε ένα ζητιάνο σακάτη, καμπούρη, μισότυφλο, βρόμικο και γεμάτο πληγές.

–Μα πώς είναι δυνατόν; διαμαρτυρήθηκε ο βασιλιάς. Αμέτρητες διαφορές μάς χωρίζουν.
–Ένας βασιλιάς ετοιμοθάνατος, επέμενε ο μάγος, μοιάζει μονάχα με τον πιο φτωχό, τον πιο κακότυχο της πόλης. Εμπρός, άλλαξε αμέσως ρούχα μαζί του για μία μέρα, βάλε τον στο θρόνο και θα σωθείς.

Αλλά ο βασιλιάς δε θέλησε με κανέναν τρόπο να παραδεχτεί πως έμοιαζε μ’ ένα ζητιάνο. Γύρισε στο παλάτι κατσουφιασμένος κι άκεφος και το ίδιο βράδυ πέθανε, με το στέμμα στο κεφάλι και το σκήπτρο σφιχτά στην παλάμη.

Πηγή: Από το βιβλίο "Παραμύθια από το τηλέφωνο" (για παιδιά από 6 ετών)
Συγγραφέας: Τζάνι Ροντάρι
Εικονογράφηση: Φραντσέσκο Αλτάν
Απόδοση: Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Ο παράξενος χαρταετός

Όλοι οι χαρταετοί της Καθαρής Δευτέρας κατέβηκαν, όλοι αφήσανε τα σύννεφα και το γαλάζιο φως, όλοι μπήκαν φρόνιμα στα ντουλάπια και τακτοποιήθηκαν καλά, μαζεμένες οι ουρές τους, τυλιγμένα τα κουβάρια τους, τέρμα οι τρέλες και οι ακροβασίες… Μονάχα ένας χαρταετός δεν κατέβηκε. Μονάχα ένας χαρταετός συνέχισε να πετάει όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μακριά. Γι’ αυτόν τον παράξενο χαρταετό θα σας μιλήσω τώρα.

Λοιπόν, πρωί πρωί την Καθαρή Δευτέρα, όλοι οι χαρταετοί ανέβηκαν στον ουρανό. Άλλοι κάναν τούμπες και βουτιές κι άλλοι αρμενίζαν ήσυχα και καμάρωναν. Ήταν όμορφοι χαρταετοί. Κόκκινοι με γαλάζιους κύκλους, κίτρινοι με μπλε μαργαρίτες, μεγάλοι με πολύχρωμες χάρτινες ουρές, μικροί με αστεία σκουλαρίκια…

Αλήθεια, ήταν πολύ φανταχτεροί και πολύ περήφανοι και θέλανε να φτάσουν ως τον ήλιο, αλλά τα παιδάκια τούς τραβούσαν μ’ ένα σπάγκο κατά τη γη.

- Είσαστε χαρούμενοι; Είσαστε ευτυχισμένοι; τους ρώτησε η Τρελούτσικη Ηλιαχτίδα που όλα θέλει να τα μαθαίνει.

- Με τόσα πλούτη που έχουμε, πώς να μην είμαστε ευτυχισμένοι; αποκρίθηκαν οι χαρταετοί με τις ουρές και τα σκουλαρίκια, με τις ζωγραφιές και τα χρώματα τα φανταχτερά!
- Ίσως έχετε δίκιο, ίσως έχετε άδικο είπε η Τρελούτσικη και πέταξε κοντά στο φίλο μας τον παράξενο χαρταετό.
-Κι εσύ; τον ρώτησε.
- Και βέβαια είμαι ευτυχισμένος!
- Όμως, δεν έχεις ζωγραφιές, δεν έχεις χρώματα φανταχτερά ούτε σγουρή ουρά και αστεία σκουλαρίκια.
- Είμαι ευτυχισμένος, γιατί είμαι ελεύθερος! Ταξιδεύω δίχως σπάγκο. Όλα είναι δικά μου!
- Μμμμ, έκανε η Τρελούτσικη Ηλιαχτίδα σκεφτική.
- Χα, χα, χα!…κορόιδεψαν οι άλλοι χαρταετοί. Και πού είναι τα σκουλαρίκια σου;
- Να τα, είπε ο λεύτερος χαρταετός και πήρε δυο αχνούτσικα αστεράκια από το περιβόλι της νύχτας και τα κρέμασε στ’ αυτάκια του.
Λάμψανε τ’ αστράκια, ίδιο χρυσάφι.
-Μμμμ έκανε πάλι η αχτιδούλα σκεφτική. Ίσως να έχεις δίκιο, ίσως να έχεις άδικο. Κι η ουρά σου πού είναι;
- Είμαι ένα λεύτερος χαρταετός και όποτε θέλω παίρνω για ουρά μου έν’ άσπρο σύννεφο.
Έτσι αποκρίθηκε και γάντζωσε στο ξυλαράκι του ένα άσπρο σύννεφο.

Οι άλλοι χαρταετοί δεν ξέρανε τώρα τι να πούνε. Δεν μπορούσανε πια να καμαρώνουν. Ο παράξενος χαρταετός ταξίδευε τραγουδώντας στον ουρανό όλο πιο ψηλά, όλο πιο μακριά. Στ’ αυτάκια του λάμπανε τα νυσταγμένα άστρα, η αφράτη μεταξένια ουρά του ανέμιζε με χίλια τσακίσματα και νάζια.

- Και πού είναι τα χρώματά σου; φώναξε ένας χαρταετός.

- Να τα! είπε ο φίλος μας κι έκανε μια βουτιά στη δύση και βάφτηκε με κόκκινο, χρυσό και πορτοκαλί.

- Έχεις δίκιο! είπε η Τρελούτσικη.

-΄Έχεις δίκιο! είπαν οι χαρταετοί.- Είσαι όμορφος! θαύμασε η Τρελούτσικη.- Είμαι ελεύθερος! είπε ο χαρταετός κι οι άλλοι ζήλεψαν.

Τώρα θέλανε να’ χουν κι αυτοί την ομορφιά του λεύτερου, μα ήτανε τόσο γεμάτοι με ψευτομπιχλιμπίδια, που δεν είχαν χώρο ούτε για μια κλωστίτσα ήλιου.

Ο παράξενος χαρταετός ξανοίχτηκε στον ατέλειωτο ουρανό. Πήγε τόσο ψηλά και τόσο μακριά, που κανένας χαρταετός δεν μπορούσε να φτάσει, γιατί κανένας σπάγκος δεν είναι τόσο μεγάλος. Οι άλλοι χαρταετοί κατέβηκαν και άραξαν στα ντουλάπια τους, ενώ ο φιλαράκος μας αρμένιζε στον κόσμο, στολισμένος με όλα τα λεύτερα πράγματα που ο καθένας μπορεί να χαίρεται. Το φως, το σύννεφο, τ’ αστέρια, το τραγούδι.

Λοιπόν, η Τρελούτσικη πολύ τον αγάπησε αυτόν το λεύτερο χαρταετό και του’ πε να γίνει ταχυδρόμος τ’ουρανού και εκείνος είπε » ναι» και τότε του’ δωσε αυτό ακριβώς το παραμύθι και μου το ‘ φερε.

Από το βιβλίο της Β΄Δημοτικού έκδ. 1983

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

''Ο ΧΙΖΙΡΗΣ" - ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγαζει τελάληδες και λέει στους υπηκόους του:
-Όποιος μου βρει και μου φέρει τον Χιζίρη θα του κάνω ό,τι μου ζητήσει. Αν όμως με κοροϊδεψει τον περιμένει βαρειά τιμωρία.
Ποιος μπορούσε όμως να βρει τον Χιζίρη; Γιατί ο Χιζίρης κατέβαινε στον κόσμο μόνο μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ* και δε φτάνει μόνο αυτό αλλά παρουσιαζόταν μόνο στους καλόψυχους ανθρώπους. Κι όποιος έβλεπε μπροστά του τον Χιζίρη του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε κι αυτός το εκτελούσε αμέσως.
Πώς ήταν τώρα δυνατό να βρούνε τον Χαζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς;

Ένας από τους υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα. Πολλές βραδιές πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν έκουσε την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
-Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι μπορώ να βρω τον Χιζίρη. Θα του ζητήσω 40 μέρες καιρό και πολλά λεφτά που θα φτάσουν για να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από 40 μέρες ... και να με κρεμάσει ο βασιλιάς και να με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει που θα έχεις γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα.
Η γυναίκα του φτωχού αγρότη που τον αγαπούσε πολύ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του.
Πηγαίνει λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
-Βασιλιά μου εγώ θα σου βρω τον Χιζίρη και θα τον φέρω εδώ μπροστά σου. Αλλά χρειάζομαι γι' αυτό 40 μέρες και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς έδωσε διαταγές στους ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος πήρε την προθεσμία και  τα χρήματα και έτρεξε να αγοράσει προμήθειες για 40 μέρες και όλα τα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις 40 μέρες πάνω ο βασιλιάς τον φωνάζει στο παλάτι.
-Βρήκες το Χιζίρη; του λέει.
-Όχι, του απαντάει εκείνος. Κι  αν θες την αλήθεια δεν προσπάθησα καθόλου. Σου είπα ψέματα αφέντη μου, για να γλυτώσω την οικογένειά μου από την πείνα.
Ο βασιλιάς θύμωσε πολύ και αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Αποφάσισε να ρωτήσει τους βεζύρηδές του για το ποια τιμωρία θα του έβαζε. Ρωτάει λοιπόν τον πρώτο:
-Πώς να τιμωρήσουμε τούτον εδώ που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
-Να τον κόψουμε 40  κομμάτια και και να κρεμάσουμε κάθε κομμάτι από ένα τσιγκελι του χασάπη, αποκρίθηκε εκείνος.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή βλέπουνε μπροστά τους ένα παιδί που λέει:
-Καθένας με την τέχνη του!
Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι σημαίνουν τα λόγια του παιδιού και ρωτάει το δεύτερο βαζύρη του:
-Εσύ πώς λες να τον τιμωρήσουμε τούτον εδώ που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
-Να τον γδάρουμε και να γεμίσουμε το τομάρι του με άχυρο, απάντησε εκείνος.
-Καθένας με την τέχνη του! ξαναλέει το παιδί που στεκόταν πιο πέρα.
Ο βασιλιάς ρωτάει και τον τρίτο βεζύρη του:
-Εσύ τι λες;
-Τι να σου βασιλιά μου; Αυτός ο άνθρωπος είπε ψέματα γιατί πεινούσε αυτός και η οικογένειά του. Σαν έχεις λίγη συμπόνια μπορείς να τον συγχωρήσεις.
Καθένας με την τέχνη του! ξαναλέει το παιδί. Ο βασιλιάς τότε δεν άντεξε και του λέει:
-Ποιος είσαι εσύ και από πού ξεφύτρωσες; Όλο "καθένας με την τέχνη του" μου κοπανάς! Τι θέλεις να πεις;
Τότε το παιδάκι αρχίζει και λέει:
-Θέλω να πω βασιλιά μου, πως ο πρώτος βαεζύρης, πριν τον πάρεις στην υπηρεσία σου, ήταν χασάπης. Ζήτησε λοιπόν τιμωρία κατά την τέχνη του.
Κι δεύτερος βεζύρης ήταν παπλωματάς. Κι αυτός ζήτησε τιμωρία κατά την τέχνη του.
Ο τρίτος όμως πριν γίνει βεζύρης ήταν υπηρέτης και ξέρει πολυ καλά τι θα πει φτώχεια και πείνα. Γι' αυτό και ζήτησε να τον συγχωρέσεις.
Αν θες να μάθεις για μένα είμαι ο Χαζίρης καιπαρουσιάζομαι μόνο στους καλούς ανθρώπους.
Εδώ βέβαια δεν ήρθα για σένα και τους δύο βεζύρηδές σου αλλά για τον τρίτο βεζύρη σου. Άφησε λοιπόν αυτόν τον φτωχό άνθρωπο ελεύθερο. Όπως σου είχε υποσχεθεί πράγματι με έφερε  μπροστά σου.
Και ο Χιζίρης σίγουρος ότι ο βασιλιάς δεν θα πείραζε τον ανθρωπάκο και τον τρίτο βεζύρη, έκανε μεταβολή και ξεμάκρυνε από το παλάτι κουνώντας χαρούμενα τα χέρια του!

Καταγραφή από τον Ναζίμ Χικμέτ στο έργο του "Ερωτευμένο σύννεφο"

* Χιντρελέζ: Λαϊκή γιορτή του καλοκαιριού για καλή συγκομιδή.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ: «Η φαντασία είναι ο προθάλαμος κάθε προόδου»

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, ο αγαπημένος συγγραφέας μικρών και μεγάλων μιλάει για τα παιδιά, τη φαντασία του, την κρίση, τα όνειρα που πρέπει να διατηρηθούν, και μας χαρίζει μια απολαυστική συνέντευξη...

Ποια είναι η πρώτη σκέψη που σας έρχεται στο μυαλό όταν βλέπετε ένα παιδί;
Ότι, αν θέλω να επικοινωνήσω ουσιαστικά μαζί του, πρέπει να απαλλαγώ από τις παρωπίδες της σοβαροφάνειας και να αντικρίσω τον κόσμο έστω και για λίγο μέσα από τα δικά του μάτια.

Τι σας λένε τα παιδιά όταν σας γνωρίζουν από κοντά;
Με ρωτάνε τι χρώμα έχουν οι πιτζάμες μου, μου ζητάνε να τους δείξω πού βρίσκεται κρυμμένο το όγδοο χρώμα του ουράνιου τόξου, μου αφιερώνουν ποιηματάκια, όπως αυτό που σας στέλνω [στη φωτό] και μου προσφέρουν χάρτινες βαρκούλες. Ένα κοριτσάκι μού χάρισε μια φούχτα χαρτοπόλεμο με μια συλλαβή γραμμένη σε κάθε μικροσκοπικό κομματάκι. Μου ψιθύρισε στο αφτί ότι, αν τοποθετήσω τα κομματάκια προσεκτικά στη σωστή σειρά, σύμφωνα με τα χρώματα του ουράνιου τόξου, θα μπορέσω να διαβάσω τι μου έγραφε.

Έχετε γράψει περισσότερα από 150 βιβλία. Τι είναι αυτό που πυροδοτεί τη φαντασία σας;
Τα ηλιοτρόπια της Ισπανίας, οι σαύρες του Αγίου Δομήνικου, οι μπουκαμβίλιες της Πλάκας, οι υπόνομοι του Αμβούργου, οι κόκορες της Ντελαγκράτσια, οι κάκτοι της Αριζόνας, ένα χρώμα, ένας ήχος, μια σκιά. Ακόμα και το πιο ασήμαντο αντικείμενο, όπως ένα κουκούτσι βύσσινου, ένα τούλι μπομπονιέρας, ένα καμένο σπίρτο ή ένα καλαμάκι πορτοκαλάδας, μπορεί να

O ΗΛΙΟΣ

Συνεχίζοντας το ταξίδι μας στο διάστημα θα μιλήσουμε σήμερα για τον Ήλιο!

Ο Ήλιος μας είναι ένα άστρο, όμοιο με τα άστρα που λαμπιρίζουν στον νυχτερινό ουρανό. Αλλά επειδή ο Ήλιος είναι πολύ κοντά στη Γη από οποιοδήποτε άλλο άστρο, φαίνεται πολύ μεγάλος και φωτεινός. Χωρίς το φως και την θερμότητά του δεν θα μπορούσε να υπάρξει ζωή στον πλανήτη μας. Πολλοί αρχαίοι πολιτισμοί λάτρεψαν και δόξαζαν τον Ήλιο, και δεν δίσταζαν να τον θεοποιήσουν. Ανάμεσα τους οι αρχαίοι Έλληνες και Αιγύπτιοι, οι Αζτέκοι, οι ιθαγενείς της Αμερικής και οι Κινέζοι, οι οποίοι μάλιστα πίστευαν στην ύπαρξη ακόμα και δέκα Ήλιων!
Ο Ήλιος και οι πλανήτες σχηματίστηκαν πριν από 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια.
Ο Ήλιος είναι μια τεράστια μπάλα αερίων και αποτελείται κυρίως από υδρογόνο και ήλιο, τα δύο απλούστερα και ελαφρύτερα χημικά συστατικά του σύμπαντος. Τα αέρια αυτά είναι τόσο θερμά που κάνουν τον Ήλιο να λάμπει. Ο Ήλιος δεν "καίει" με τον ίδιο τρόπο όπως η φωτιά. Η θερμότητα και η πίεση στο εσωτερικό του προκαλεί την τήξη των ατόμων υδρογόνου και ηλίου, ή την συνένωσή τους, παράγοντας πυρηνική ενέργεια. Υπάρχει αρκετό "καύσιμο" υλικό στον πυρήνα του για να είναι φωτεινός τα επόμενα 5 δισεκατομμύρια χρόνια.
Στον πυρήνα του Ήλιου η θερμοκρασία που δεσπόζει αυτή τη στιγμή φτάνει τους 16 εκατομμύρια βαθμούς, ενώ η εκπεμπόμενη ενέργεια εμποδίζει την κατάρρευση του άστρου και τον διατηρεί σε αέρινη μορφή. Η συνολική ακτινοβολούμενη ενέργεια φτάνει τα 383 πεντάκις εκατομμύρια κιλοβάτ, η οποίο αντιστοιχεί σε 100 δις τόνους εκρήξεων δυναμίτη το δευτερόλεπτο!

Ο Ήλιος είναι πολύ θερμός για να μπορέσει να προσεδαφιστεί οτιδήποτε πάνω του ή ακόμα και να τον πλησιάσει. Αν μπορούσατε να σταθείτε ή να αιωρηθείτε πάνω στα λαμπρά αέρια του, μάλλον δεν θα μπορούσατε ούτε καν να κουνηθείτε. Η βαρύτητα στον ήλιο είναι πολύ μεγαλύτερη απ' ότι στη Γη. Συγκεκριμένα είναι 28 φορές μεγαλύτερη της γήινης βαρύτητητας. Σκεφτείτε πως αν στη Γη ζυγίζετε 70 κιλά, στην επιφάνεια του Hλιου θα ζυγίζατε 2.000 κιλά!
Το ένα σας χέρι θα ζύγιζε όσο όλο σας το σώμα εδώ στην Γη! Από την επιφάνεια θα βλέπατε τεράστιες εκλάμψεις θερμών αερίων να εκτοξεύονται χιλιάδες χιλιόμετρα προς το διάστημα και ολόκληρη η ηλιακή επιφάνεια θα έμοιαζε περισσότερο με ένα καζάνι που βράζει γεμάτο από καυτή σούπα!

Το επόμενο κοντινότερο άστρο ως προς τη Γη είναι το Άλφα του Κενταύρου  σε απόσταση 286.000 φορές την απόσταση Γης-Ήλιου. Υπάρχουν πιθανότατα δισεκατομμύρια άστρα στον Γαλαξία μας (και άλλοι τόσοι γαλαξίες στο Σύμπαν), όμως ο Ήλιος είναι για μας το σημαντικότερο, διότι μας διατηρεί στη ζωή.
Αν και μόνο το μισό δισεκατομμυριοστό της συνολικής ενέργειας που εκπέμπει ο Ήλιος απορροφάται από την επιφάνεια της Γης, εν τούτοις αυτό είναι αρκετό για να κινητοποιήσει μια αλυσίδα βιολογικών και γεωλογικών φαινομένων που στη συνέχεια δημιουργούν και συντηρούν το φαινόμενο της ζωής.
Η ηλιακή ενέργεια εξατμίζει το νερό σχηματίζοντας τα σύννεφα και τη βροχή και κινητοποιεί το φαινόμενο της φωτοσύνθεσης, συνθέτοντας τη χλωροφύλλη των πράσινων φύλλων. Η δημιουργία της χλωροφύλλης με τη σειρά της παράγει τους υδρογονάνθρακες που αποτελούν τη βάση της ζωής πάνω στη Γη. Η ηλιακή ενέργεια προκαλεί -μαζί με την κλίση του άξονα περιστροφής της Γης- τις τέσσερις εποχές, επηρεάζει το κλίμα και τα θαλάσσια ρεύματα, όπως το Ρεύμα του Κόλπου, που μεταφέρουν ζεστό νερό από τις θάλασσες του ισημερινού στις ψυχρότερες βόρειες περιοχές και από εκεί κρύο νερό στις ζεστές ισημερινές περιοχές, κάνοντας ηπιότερα τα κλίματα περιοχών που αλλιώς θα ήταν ίσως ακατοίκητες.
                                                                       ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Πληροφορίες από το http://www.greekastronomy.gr και το http://spacenewsblog.blogspot.com